Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια: το πένθος ως απαρχή της ίασης. α' μέρος



Καράβι βγαίνει από τη γη, κι από τον κάτου κόσμο
φέρνει στην πρύμη γέροντες, στην πλώρη παλληκάρια,
κι απάνου στην κουβέρταν του, ούλο μικρά παιδάκια
Τρέχουν οι μάνες για παιδιά, κ’ οι αδερφές γι’ αδέρφια
Τρέχουν κ’ οι κακορρίζικες για τους νοικοκυραίους.
Μα φύσιξε κακός καιρός, κ’ έφυγε το καράβι
Μείναν οι μάνες σκούζοντα, οι αδερφές βρουχιώντα,
Μείναν κ’ οι κακορρίζικες τα χέρια σταυρωμένα.[1]
                                               
                                                                                                Τριφυλλία. ΔΙΕ Β’ 142, 6.

Λίγα πράγματα μπορεί να διαβάσει κανείς και να φέρουν στον κόσμο του τα πάνω κάτω όπως αυτό το κείμενο. Μοιρολόγι από τα αγαπημένα μου, και όχι τυχαία: είναι προφανές ότι μιλάει για την φρίκη και την καταστροφή που φέρνει ο θάνατος χωρίς να τον αναφέρει ούτε μια φορά. Ο λόγος που το διάλεξα για να ξεκινήσω την σημερινή ανάρτηση, το πρώτο μέρος της τουλάχιστον, είναι για την απόλυτη βιαιότητα της εικόνας. Η αλήθεια είναι ότι αν κανείς διαβάσει προσεκτικά τι ακριβώς λέει το κείμενο, θα διαπιστώσει ότι πρόκειται για μια σκηνή οριακά αποτρόπαιη. Η βασική αιτία που άρχισα να ασχολούμαι με τα δημοτικά τραγούδια τόσα χρόνια πριν είναι η καταλυτική σαφήνεια του λόγου: όλα ξεκάθαρα, εκτεθειμένα εδώ μπροστά μας. Ούτε σκοτεινοί και δυσανάγνωστοι συμβολισμοί, ούτε εκφραστικά τερτίπια στο όνομα ποιος ξέρει ποιου περίπλοκου νοήματος, ούτε αχρείαστες υπερβολές στις έννοιες. Τα πράγματα είναι απλά, η αφήγηση ευθεία και χωρίς περιστροφές, το αποτέλεσμα κατευθείαν στον στόχο. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ένας καθαρός εφιάλτης. 

Το συγκεκριμένο τραγούδι στηρίζει όλη του την αφηγηματική δύναμη στην εικόνα. Μια ωμή εικόνα σχεδόν όπως σε θρίλερ, που αναγκάζει την μοιρολογίστρα αλλά κυρίως τους άμεσα εμπλεκόμενους να δουν την πραγματικότητα θέλοντας και μη. Γιατί συχνά το πρόβλημα είναι ότι δεν θέλουν. Ή ότι νομίζουν πως δεν μπορούν.

Όσο παράλογη και αν είναι η οντότητα του θανάτου στα δημοτικά τραγούδια που είναι, κανείς δεν διαφωνεί επ’ αυτού, είναι απαραίτητο να ενταχθεί στο πλαίσιο της επιβίωσης και της συνέχισης της κοινωνικής ομάδας, διαφορετικά δεν μπορεί να υπάρξει η ζωτική εξασφάλιση της πορείας μέσα στο χρόνο. Έτσι λοιπόν επανερχόμαστε στην λειτουργία και τις ιδιότητες της εικόνας ως μέσου επικοινωνίας στον προφορικό λόγο: καταρχάς για να λειτουργήσει αποτελεσματικά (και άμεσα, γιατί η διαδικασία του πένθους όσο πιο γρήγορα αρχίσει, τόσο πιο σύντομα η κοινωνία θα επανακτήσει την σταθερότητά της) δεν πρέπει να είναι ακριβώς “ρεαλιστική”, χρειάζεται ένα ισχυρό μυθολογικό στοιχείο. Δηλαδή: ξεκινώντας μια προσέγγιση σε υπερθετικό βαθμό, η πραγματικότητα στην οποία καταλήγουν οι εναπομείναντες φαντάζει ελάχιστα καλύτερη και αυτό είναι ήδη μια πρώτη νίκη. Μια νίκη πάνω στην επίδραση που έχει ο θάνατος πάνω στην κοινωνική ομάδα. 

Κατά δεύτερο λόγο εμφανίζονται και ξεδιπλώνονται σε όλη τους την έκταση τα συνήθη κλισέ: από την μία μεριά υπάρχουν τα “απτά” στοιχεία που μπορούν να αποδοθούν φωτογραφικά όπως τα φίδια (κατεξοχήν χθόνιο στοιχείο σε πολλές μυθολογίες πέραν της δικής μας) και το σκοτάδι (ο ήλιος που δεν φτάνει ποτέ στον κάτω κόσμο αλλά και τα κεριά σε άλλες περιπτώσεις) και από την άλλη τα άυλα όπως η μοναξιά, η έλλειψη επικοινωνίας, η λησμονιά. Ο διάλογος είναι ένα βασικό στοιχείο με θεμελιώδη ρόλο τόσο στην πλοκή όσο και στην συγκινησιακή φόρτιση, που εισέρχεται τις περισσότερες φορές ως ενίσχυση της δύναμης της εικόνας. 

Κρις Λιβανίου


[1] Guy Saunier, Ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Τα μοιρολόγια., εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1999, σελ. 208.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου