Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια: το πένθος ως απαρχή της ίασης, β' μέρος




Το ποιος ήτονε πό ‘ρριξε φωτιά στο περιβόλι
κ’ εκάηκεν η φράχτη του κι όλο το περιβόλι
κ’ εκάηκαν τα δυο δεντρά πού ‘ταν ανταμωμένα;
το’ να κάηκε κι έπεσε, τ’ άλλο εκάη και στέκει.[1]
                                               
                                                                                                Λευκάδα. ΚΕΕΛ 353, 29, 58 Ί. Σταματέλος.
(=ΚΕΕΛ 139, 7, Ναούμ).

«Τ’ άλλο εκάη και στέκει». Πέντε λέξεις όλες κι όλες, και είναι παραπάνω από αρκετές για να δώσουν το στίγμα και την απόγνωση του τετελεσμένου μετά από μία συντριπτική απώλεια. Η πρώτη προσέγγιση είναι συνήθως η κοινωνική, λέμε δηλαδή ότι είναι λογικό η σύζυγος που μένει πίσω (παρόλο που δεν φαίνεται ξεκάθαρα στο τραγούδι ότι πρόκειται για γυναίκα, είναι ένα μάλλον εύλογο συμπέρασμα ακριβώς εξαιτίας της εικόνας) να είναι χωρίς ζωή όχι βέβαια από έρωτα αλλά από εξάντληση επιλογών επιβίωσης: πρακτικά δεν δουλεύει, σπάνια είναι σε θέση να περιχαρακώσει τα οικονομικά της συμφέροντα -εφόσον αυτά υπάρχουν- από επίδοξους ενδιαφερόμενους και τελικά χάνει την κοινωνική της θέση και ταυτότητα: είναι πλέον χήρα, δεν είναι τίποτα άλλο παρά απομεινάρι της προϊούσης κατάστασης και το χειρότερο, εν δυνάμει απειλή για όσες ακόμα δεν έχουν παντρευτεί. Και αν ο κανόνας λέει ότι «ένας άντρας σου πέφτει», υπάρχουν πάντα οι εξαιρέσεις: η χήρα που θα παντρευτεί δύο φορές στερεί από κάποια άλλη την πρώτη της ευκαιρία για αποκατάσταση σε μια κοινωνία όπου οι άντρες μπορεί να είναι δυσεύρετοι λόγω ξενιτιάς, πολέμου και άλλων δεινών. Σε κοινωνικό επίπεδο λοιπόν τα πράγματα είναι μαύρα και οριστικά χαμένα. 

Επιστρέφω όμως στην εικόνα. Το ένα δέντρο πέθανε, πάει, ό,τι έγινε, έγινε. Το άλλο όμως, που ενώ κάηκε κι αυτό όπως φαίνεται εξίσου, δεν έχει την πολυτέλεια του τάφου, του οριστικού θανάτου, της λύτρωσης αν μη τι άλλο. Αντίθετα, μένει πίσω αν και επί της ουσίας νεκρό, για να αντιμετωπίσει μια καινούρια πραγματικότητα που θυμίζει αρκετά ένα καθημερινό θάνατο. Το δεύτερο καμένο δέντρο είναι καταδικασμένο να στέκει γιατί ο θάνατος στα δημοτικά τραγούδια δεν κάνει μισές δουλειές: σε μια άλλη ομάδα μοιρολογιών άλλωστε, ο Χάρος «οπό ‘βρει τρεις παίρνει τους δυό, κι οπό βρει δυό τον ένα, κι’ οπό ‘βρει κ’ ένα μοναχό, κι εκείνονε τον παίρνει.»[2] Απλώς σ’ αυτή την περίπτωση το θέμα είναι το άμεσο συμβάν και όχι η εικόνα. Η πραγματικότητα όμως είναι κατά βάση η ίδια: κάνει ό,τι μπορεί για να αυξήσει τις απώλειες. 

Δεν θα βρεθεί δημοτικό τραγούδι που να θεωρεί τον θάνατο ως λύτρωση. Η μυθολογία πάνω σ’ αυτό είναι σαφής και σταθερή ανά τους αιώνες: ο θάνατος μόνο εχθρός μπορεί να είναι, εγκληματίας, φονιάς, «αδικητής». Από την άλλη μεριά όμως είναι δύσκολο να αγνοήσει κανείς το συντριπτικό βάρος που θα βιώσει από τούδε και στο εξής το δεύτερο δέντρο, αυτό που αν και εξίσου καμένο με τον νεκρό, θα συνεχίσει να στέκεται. Υπάρχει δηλαδή και θάνατος εν ζωή και αυτό είναι μια απολύτως τραγική εικόνα, πόσο μάλλον όταν δεν ακούγονται οι λέξεις που θα μπορούσαν να τον εξημερώσουν, να του δώσουν ένα περίγραμμα στο τέλος της γραφής, αλλά δίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε όσοι ακούν το τραγούδι να βιώνουν τον πόνο και την απόγνωση χωρίς να έχει ακουστεί κουβέντα. Είναι όμως όλα εκεί: το καμένο δέντρο συνεχίζει να στέκεται. 

Υπάρχουν εικόνες που δείχνουν ρημαγμένους ανθρώπους μετά την έλευση του Χάρου, υπάρχουν όμως και εικόνες αποτροπιασμού και φρίκης:

Τίποτις δεν εσκιάχτηκα μόνο το πρώτο βράδυ
πού ‘ταν τα φίδια σταυρωτά και οι οχιές πλεγμένες
κι ένα φιδάκι κολοβό στα μάτια με κυττάει.
-          Τι με κυττάς φιδάκι μου άγρια και κακιωμένα;
Και μου μιλάει το στόμα του λόγια φαρμακεμένα:
-          Εγώ θα φάω τα μάτια σου και τη γλυκειά σου γλώσσα
Και στα ξανθά σου τα μαλλιά θα φτειάξω τη φωλιά μου.[3]
                                               
                                                                                                Άργος. Λαογραφία Γ΄ 266.8.

Αν σκεφτεί κανείς ότι αυτό το τραγούδι μπορεί να το ακούει ή ακόμα χειρότερα, να το λέει η μάνα για το παιδί της (υπάρχουν παραλλαγές του θέματος όπου η μάνα αναφέρεται ευθέως), είναι σαφές ότι περνάμε σε άλλη διάσταση σε ό,τι αφορά την βιαιότητα και τον τρόμο που φέρνει ο θάνατος όχι μόνο σ’ αυτόν που έφυγε αλλά κυρίως σε όσους μένουν πίσω. Σε εκείνους που ελλείψει άλλης πραγματικότητας, φαντάζονται τα μάτια του αγαπημένου τους που μέχρι χθες τα κοιτούσαν με αγάπη, να τα τρώνε φίδια. 

Στις εικόνες που συναντά κανείς στα μοιρολόγια είναι απολύτως σαφές ότι ο θάνατος αφορά εξίσου ζωντανούς και νεκρούς. Η απώλεια της ζωής είναι το τέλος για όσους θα μπουν στον τάφο, αλλά και η αρχή μιας ζωής ουσιαστικά πεθαμένου για τους εναπομείναντες: η νίκη του Χάρου είναι ολοκληρωτική και το τίμημα ανάλογο της απώλειας.
Η κοινωνική ομάδα όμως που θα αναρρώσει από αυτή την καταστροφή, θα του έχει καταφέρει το ισχυρότερο χτύπημα: την εξασφάλιση της συνέχειας. 

Κρις Λιβανίου


[1] Guy Saunier, Ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Τα μοιρολόγια., εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1999, σελ. 458.
[2] op. cit. στ. 6-7, σελ. 386.
[3] op. cit. σελ. 458.

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

«Πρωσικό μπλε» της Φωτεινής Βασιλοπούλου

Την πρώτη αυτή ποιητική συλλογή της Φωτεινής Βασιλοπούλου απαρτίζουν τριάντα ποιήματα, χωρισμένα σε πέντε ενότητες με τη βοήθεια τεσσάρων εικαστικών έργων, δημιουργία της Μαργαρίτας Βασιλάκου, που λειτουργούν ως διαχωριστικά. Είμαι της γνώμης ότι τα διαχωριστικά ανάμεσα στα ποιήματα αποσυντονίζουν. Είναι ωραίο που υπάρχουν ως εικαστικά στη συλλογή, θα μπορούσαν όμως να μην έχουν τίτλους – γιατί την κατακερματίζουν. Ούτως ή άλλως όλες οι θεματικές είναι διάσπαρτες, από την αρχή μέχρι το τέλος. Το βασικότερο χαρακτηριστικό της συλλογής ωστόσο (και το μεγάλο ατού της) είναι η αδιόρατη ειρωνεία, που σε ορισμένα σημεία γίνεται απροκάλυπτη. Στο πλαίσιο αυτό είδα και τις ομοιοκαταληξίες που υπάρχουν στα ποιήματα (όπου υπάρχουν).

Η πρώτη ενότητα (άτιτλη) έχει θέση άτυπου προλόγου, στον οποίο διατυπώνονται προβληματισμοί-απόψεις για την ποίηση. Το πρώτο ποίημα της δεύτερης ενότητας (Κατάδυση στη γη), με τίτλο «Η γέννηση του ποιητή» λειτουργεί ως γέφυρα που εξασφαλίζει την ομαλή μετάβαση από τη μία ενότητα στην άλλη, διερευνώντας ξανά το ζήτημα της ποίησης με επίκεντρο αυτή τη φορά τον ποιητή και τις εκλεκτικές του συγγένειες, και με το δίστιχο-κατακλείδα: «Γιατί ποιος ποιητής που σέβεται την τέχνη του/δεν έχει για πατέρα του έναν νεκρό;». Τα υπόλοιπα έξι ποιήματα της ενότητας πραγματεύονται τα θέματα της μνήμης, της σκόνης (μεταφορά για τον θάνατο) και του υγρού στοιχείου (μεταφορά για τη ζωή). Το ποίημα «Οδηγίες εντίμου βίου» θυμίζει έντονα Καβάφη, τόσο μορφικά όσο και στο πλαίσιο της περίφημης ειρωνείας του.

Η τρίτη ενότητα (Ημισέληνος θλίψη) πραγματεύεται ένα θέμα ταμπού: την ασθένεια. Στα επτά ποιήματά της ξεδιπλώνονται αδιαθεσίες, από τις πιο ελαφριές μέχρι τις πιο εναγώνιες, συνταιριασμένες με ετυμολογικές/λεξιλογικές συσχετίσεις. Το ποίημα «πομφολυγώδης επιδερμόλυση» συνιστά ειρωνεία για τις πομπώδεις λέξεις οι οποίες θεωρούνταν απαραίτητο καλολογικό στοιχείο της ποίησης παλαιότερων εποχών, στοιχείο που αναμασήθηκε άγαρμπα στους νεότερους χρόνους.

Στην τέταρτη ενότητα (Τρικυμία εντός), τη μεγαλύτερη της συλλογής, βρίσκουμε εννέα ποιήματα που κινούνται σαν εκκρεμές ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη. Στο μεταξύ τους διάστημα βρίσκουμε μοναξιά, φόβο και θλίψη. Η τελευταία ενότητα (Έρωτας στο βάθος) περιλαμβάνει πέντε μόνο ποιήματα που μιλούν για τον έρωτα αλλά αποστασιοποιημένα – σαν να πρόκειται για κάτι που δεν αφορά προσωπικά την ποιήτρια, ωστόσο δεν μπορεί και να παραβλέψει.

Η συλλογή στο σύνολό της αφήνει το αίσθημα της θλίψης στον αναγνώστη. Δεν είναι μόνο οι στίχοι που αποπνέουν αυτή τη θλίψη, είναι κυρίως το γεγονός ότι η ειρωνεία είναι τόσο αδιόρατα αιχμηρή που κινείται στα όρια του κυνισμού. Αυτό προκαλεί την περισσότερη θλίψη. Γιατί ο κυνισμός είναι ό,τι μένει, όταν πια δεν έχει μείνει καμία ελπίδα. Νομίζω ωστόσο ότι αυτή ήταν η επιδίωξη της ποιήτριας και έτσι δεν μπορεί παρά να κριθεί επιτυχημένη.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Δυο χαρακτηριστικά ποιήματα από τη συλλογή:


ΜΠΛΕ ΚΟΒΑΛΤΙΟΥ

Κοβάλτιο στάζουν τα μάτια σου.
Η απόγνωση ποτέ δεν ήτανε πιο μπλε.

Τον πόνο σου ξεπλένεις σε όχθες ποταμών.
Την αγωνία στρουφαλίζεις σε νεροσυρμές.
Σ’ ακόνες και νεροτριβές
τις πίκρες με μανία κοπανάς να μαλακώσουν.
Και στ’ άπειρο φωνάζεις, θλίψη, θλίψη

Πού θα βρεθεί τόσο νερό να σε συντρίψει;


ΣΚΟΝΗ

Ξόδεψε χρόνια ολόκληρα
τινάζοντας απ’ το μπαλκόνι χαλιά, κουβέρτες, αναμνήσεις.
Και από κάτω παιδάκι η ίδια να μαζεύει τ’ άνθη
της νύφης που ονειρεύτηκε να γίνει.
Τότε που ακόμα δεν το ήξερε
πως μια ζωή θα πάλευε με ήττες και με σκόνη
με αναμνήσεις και με όνειρα

που σκοτωμένα ένα ένα θα ‘ριχνε απ’ το μπαλκόνι.

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Επί της αρχής

[...] Σήμερα είναι προφανές ότι ο χαρακτήρας των τελευταίων δεκαετιών ήταν η εκρίζωση, αυτή η ειδεχθής αιτία της καταδίκης του ανθρώπου στο θόρυβο της ιστορίας. Αν η εξέγερση των μαζών αρχικά ταυτίστηκε με τη μυθική επέκταση της ανθρώπινης ύπαρξης, η τεχνολογία και οι νέες μορφές οικονομικής ισχύος, μετέτρεψαν τη μαζική δημοκρατία σε μία παγίδα που διά της κατανάλωσης αναπότρεπτα θα οδηγούσε στην πνευματική απίσχνανση, την τόσο απαραίτητη για να αναιρεθούν οι κοινωνικές κατακτήσεις του περασμένου αιώνα, όλα όσα η ιδιωτεία παραχώρησε από φόβο μπροστά στον επελαύνοντα κολλεκτιβισμό.

Σ’ έναν κόσμο όπου η καταστροφή ντύνεται ως αναδημιουργία, ο τρόμος ενώπιον του στοχασμού βαφτίζεται φιλοσοφία, η κοινοποίηση της ζωικής αδυναμίας λογοτεχνία, η πλανητικών διαστάσεων κοινοτοπία της σκέψης, της ομιλίας, της γραφής, με όχημα τον ολοκληρωτισμό της δημοσιότητας, γεννάει εν τέλει ένα καθεστώς παγκόσμιας δημοσιογραφίας όπου όλοι γράφουν, χωρίς έγνοια για το ιδιαίτερο γεγονός της γλώσσας, όπως θεωρούν ότι συμμετέχουν στη διακυβέρνηση επειδή ψηφίζουν. Η τέχνη, εξαντλημένη πια, δεν προσφέρει ούτε ηχομόνωση ούτε παραμυθία.

[…] Τώρα ο θόρυβος είναι αδιάκοπος, τόσο που δεν τον αντιλαμβάνεται κανένας πλέον. Η αθέατη απερήμωση αποδεικνύεται πολύ πιο εκτεταμένη από τις ορατές μεγάλες ιστορικές καταστροφές του παρελθόντος και ο νεωτερικός κόσμος γκρεμίζεται με θόρυβο, μετατρέπεται σε μια γιγαντιαία «πορνεία εν θορύβω», όπως θα σημείωνε κι ο Μ. Χάιντεγκερ. Και δεν είναι μόνο ο θόρυβος των μηχανών. Ο χειρότερος είναι ο θόρυβος των λέξεων, μια τεχνητή συγκόλληση, ένα κολάζ ιδεών και γεγονότων, όπου κάθε ομιλία και κάθε γραφή γίνεται θόρυβος. Αυτό το φαινόμενο είναι η τρανή απόδειξη της παρακμής. Και στην παρακμή, κάθε κοινοποίηση, κάθε ύβρις μα και κάθε εύφημος μνεία κινδυνεύει να αποβεί θορυβώδης ενίσχυση του ανούσιου.

Αν λοιπόν πράγματι επιθυμούμε μια διέξοδο, αυτή δεν θα γίνει δυνατή αν δεν κατανοήσουμε πως ο κόσμος μας, είναι προϊόν συγκάλυψης, είναι προϊόν ενός σκοτεινού τεχνάσθαι, μιας πληθωριστικής μα κατά βάθος μονιστικής παραγωγής εικόνων, κοσμοαντιλήψεων και τρόπων ζωής. Όταν κάθε ερώτηση είναι μία ακόμη ηδονή, κάθε απάντηση είναι μοιραία και μία ακόμη απώλεια. Ποιος ευθύνεται για τον εκτοπισμό στην ένδεια των απαντήσεων; Ποιος μας εκτοπίζει από την αυθεντική ιστορία του Είναι; [...] Κανείς θεσμός, αξία, έννοια της νεωτερικότητας δεν οδηγεί στην αλήθεια του Είναι. Και εκτός του Είναι ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα κτήνος που κατασκευάζει αξίες, που μεττρέπει την ουσία σε μετρήσιμο μέγεθος και παραδίδει όλη του τη ζωή στον υπολογισμό. Η τέχνη ως χόμπυ, οι ασχολίες χωρίς να συνδεόμαστε με τρόπο ουσιώδη με τα πράγματα για τα οποία ενδιαφερόμαστε, είναι απλώς μορφές προπαγάνδας. Αποφασιστικό και όχι "ενδιαφέρον"πρέπει να είναι το έργο τέχνης. 

Πώς θα φτάσουμε σ'αυτή την αποφασιστικότητα; Μόνο ένας τρόπος υπάρχει. [...] Να ξαναβρούμε τη λησμονημένη μα θεμελιώδη σχέση ανάμεσα στη λέξη, την αλήθεια και το Είναι. Γιατί κάτω από τη δικτατορία της τεχνικής, μία στέγη μόνο υπάρχει για την ουσία μας, η γλώσσα μας. Μόνο υπό τη σκέπη της μπορούμε να χτίσουμε και άρα να να σώσουμε το κατοικείν του μέλλοντός μας. [...]

Κώστας Χατζηαντωνίου


Σημ.: Απόσπασμα από το editorial του περιοδικού Το κοράλλι, τεύχος 11, Οκτ.-Δεκ. 2016.

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια: το πένθος ως απαρχή της ίασης. α' μέρος



Καράβι βγαίνει από τη γη, κι από τον κάτου κόσμο
φέρνει στην πρύμη γέροντες, στην πλώρη παλληκάρια,
κι απάνου στην κουβέρταν του, ούλο μικρά παιδάκια
Τρέχουν οι μάνες για παιδιά, κ’ οι αδερφές γι’ αδέρφια
Τρέχουν κ’ οι κακορρίζικες για τους νοικοκυραίους.
Μα φύσιξε κακός καιρός, κ’ έφυγε το καράβι
Μείναν οι μάνες σκούζοντα, οι αδερφές βρουχιώντα,
Μείναν κ’ οι κακορρίζικες τα χέρια σταυρωμένα.[1]
                                               
                                                                                                Τριφυλλία. ΔΙΕ Β’ 142, 6.

Λίγα πράγματα μπορεί να διαβάσει κανείς και να φέρουν στον κόσμο του τα πάνω κάτω όπως αυτό το κείμενο. Μοιρολόγι από τα αγαπημένα μου, και όχι τυχαία: είναι προφανές ότι μιλάει για την φρίκη και την καταστροφή που φέρνει ο θάνατος χωρίς να τον αναφέρει ούτε μια φορά. Ο λόγος που το διάλεξα για να ξεκινήσω την σημερινή ανάρτηση, το πρώτο μέρος της τουλάχιστον, είναι για την απόλυτη βιαιότητα της εικόνας. Η αλήθεια είναι ότι αν κανείς διαβάσει προσεκτικά τι ακριβώς λέει το κείμενο, θα διαπιστώσει ότι πρόκειται για μια σκηνή οριακά αποτρόπαιη. Η βασική αιτία που άρχισα να ασχολούμαι με τα δημοτικά τραγούδια τόσα χρόνια πριν είναι η καταλυτική σαφήνεια του λόγου: όλα ξεκάθαρα, εκτεθειμένα εδώ μπροστά μας. Ούτε σκοτεινοί και δυσανάγνωστοι συμβολισμοί, ούτε εκφραστικά τερτίπια στο όνομα ποιος ξέρει ποιου περίπλοκου νοήματος, ούτε αχρείαστες υπερβολές στις έννοιες. Τα πράγματα είναι απλά, η αφήγηση ευθεία και χωρίς περιστροφές, το αποτέλεσμα κατευθείαν στον στόχο. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ένας καθαρός εφιάλτης. 

Το συγκεκριμένο τραγούδι στηρίζει όλη του την αφηγηματική δύναμη στην εικόνα. Μια ωμή εικόνα σχεδόν όπως σε θρίλερ, που αναγκάζει την μοιρολογίστρα αλλά κυρίως τους άμεσα εμπλεκόμενους να δουν την πραγματικότητα θέλοντας και μη. Γιατί συχνά το πρόβλημα είναι ότι δεν θέλουν. Ή ότι νομίζουν πως δεν μπορούν.

Όσο παράλογη και αν είναι η οντότητα του θανάτου στα δημοτικά τραγούδια που είναι, κανείς δεν διαφωνεί επ’ αυτού, είναι απαραίτητο να ενταχθεί στο πλαίσιο της επιβίωσης και της συνέχισης της κοινωνικής ομάδας, διαφορετικά δεν μπορεί να υπάρξει η ζωτική εξασφάλιση της πορείας μέσα στο χρόνο. Έτσι λοιπόν επανερχόμαστε στην λειτουργία και τις ιδιότητες της εικόνας ως μέσου επικοινωνίας στον προφορικό λόγο: καταρχάς για να λειτουργήσει αποτελεσματικά (και άμεσα, γιατί η διαδικασία του πένθους όσο πιο γρήγορα αρχίσει, τόσο πιο σύντομα η κοινωνία θα επανακτήσει την σταθερότητά της) δεν πρέπει να είναι ακριβώς “ρεαλιστική”, χρειάζεται ένα ισχυρό μυθολογικό στοιχείο. Δηλαδή: ξεκινώντας μια προσέγγιση σε υπερθετικό βαθμό, η πραγματικότητα στην οποία καταλήγουν οι εναπομείναντες φαντάζει ελάχιστα καλύτερη και αυτό είναι ήδη μια πρώτη νίκη. Μια νίκη πάνω στην επίδραση που έχει ο θάνατος πάνω στην κοινωνική ομάδα. 

Κατά δεύτερο λόγο εμφανίζονται και ξεδιπλώνονται σε όλη τους την έκταση τα συνήθη κλισέ: από την μία μεριά υπάρχουν τα “απτά” στοιχεία που μπορούν να αποδοθούν φωτογραφικά όπως τα φίδια (κατεξοχήν χθόνιο στοιχείο σε πολλές μυθολογίες πέραν της δικής μας) και το σκοτάδι (ο ήλιος που δεν φτάνει ποτέ στον κάτω κόσμο αλλά και τα κεριά σε άλλες περιπτώσεις) και από την άλλη τα άυλα όπως η μοναξιά, η έλλειψη επικοινωνίας, η λησμονιά. Ο διάλογος είναι ένα βασικό στοιχείο με θεμελιώδη ρόλο τόσο στην πλοκή όσο και στην συγκινησιακή φόρτιση, που εισέρχεται τις περισσότερες φορές ως ενίσχυση της δύναμης της εικόνας. 

Κρις Λιβανίου


[1] Guy Saunier, Ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Τα μοιρολόγια., εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1999, σελ. 208.