Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

"Λίγος χώρος για τον ξένο" του Δημήτρη Αθηνάκη



Στο Λίγος χώρος για τον ξένο ο Δημήτρης Αθηνάκης δίνει δείγματα μιας πολύ ενδιαφέρουσας ποιητικής ματιάς. Και ο πρώτος –και ίσως ο σημαντικότερος- λόγος που το λέω αυτό είναι ότι έχει το θάρρος της δικής του φωνής ήδη από την πρώτη λέξη: γράφει εκτός ποιητικών κλισέ, και αυτό είναι κάτι που γεμίζει το χώρο φρεσκάδα.

Το θέμα της συλλογής μου είναι προσωπικά προσφιλές (και πώς αλλιώς;), όμως αισθάνομαι ότι αφορά ταυτόχρονα ανθρώπους με περισσότερες από μία οπτικές. Ξένος είναι κάποιος που αφήνει την χώρα του για να ζήσει σε μια άλλη (για τους όποιους λόγους), εκείνος που ενώ ζει στο ίδιο μέρος γεωγραφικά, λόγω περιθωριοποίησης δεν κινείται πλέον στους χώρους που κινούνταν στο παρελθόν αλλά σε καινούριους, άγνωστους και κατά συνέπεια τρομακτικούς, αλλά και εκείνος που είναι το «αποτέλεσμα» και το θύμα ισοπεδωτικών κοινωνικο-πολιτικών αλλαγών πάνω στις οποίες δεν έχει κανέναν έλεγχο.

Οι κεντρικοί πυλώνες αυτής της συλλογής είναι το πότε και το πού. Ο χρόνος και ο τόπος, στοιχεία συνεχώς μεταβαλλόμενα και εξ’ ορισμού ασταθή για τον ταξιδιώτη, είναι οι μόνες σταθερές, που φυσικά σταθερές είναι μόνο κατ’ όνομα. Το δύσκολο για μένα ήταν να εντοπίσω την φωνή που μιλάει στα ποιήματα, σε ποιον αντιστοιχεί, γιατί δεν έχει ορισμένο προφίλ: το Εγώ γίνεται Αυτός, που αργότερα δίνει τη θέση του σε ένα Εσύ που συνήθως κινείται αυτόνομα, εμφανίζεται απρόοπτα για να ξαναφύγει ξαφνικά, αφήνοντας τον αφηγητή με άδεια χέρια (και κάποιες φορές κρύα καρδιά). Το πιο σημαντικό φορτίο σε όλη αυτή την περιπέτεια που δεν δείχνει σημεία ανάπαυλας είναι οι αναμνήσεις. Ποιες και από πότε, με ποιους, από πού, ο χώρος, ο χρόνος και οι άνθρωποι, παγωμένοι σε μια μεμονωμένη στιγμή καταδικασμένη κι αυτή να ακολουθεί τον ταξιδιώτη στη αέναη περιήγηση. 

Η ισορροπία ανάμεσα στην ανασφάλεια του να μην έχεις ή να νομίζεις ότι δεν έχεις σταθερή βάση και στην εμπιστοσύνη που έχει η ματιά του Εγώ στα πράγματα και στους ανθρώπους, είναι για μένα μια από τις διακριτικότερες επιτυχίες αυτής της συλλογής, κι αυτό για δύο λόγους: πρώτον για την σχεδόν παιδική τρυφερότητα που βγαίνει από τους στίχους και δεύτερον για την ειλικρίνεια που δρα σαν καταλύτης στα πάθη που παρόλο που είναι εκεί παρόντα, λόγω έλλειψης χρόνου συχνά καταλήγουν ακρωτηριασμένα:

Έμαθες να βρίσκεις την ανατολή
από τον τρόπο που φορώ την ομορφιά σου. [1]

Ο ποιητής επικεντρώνεται στον απόηχο των πραγμάτων: ακόμα και τα συναισθήματα που εκθέτει, δεν τα απογυμνώνει, αλλά σαν να τα «φωτογραφίζει» ακριβώς την στιγμή που σβήνει η σκιά τους, που μένει η τελευταία γεύση. Συνήθως πικρή. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, αυτή αέναη κίνηση του ταξιδιώτη που τον κάνει να μην έχει πουθενά ένα μέρος να στεριώσει και τον τοποθετεί ουσιαστικά πέρα από τα σύνορα του χώρου και του χρόνου, τον κρατάει παράλληλα και εγκλωβισμένο σε μια πραγματικότητα όχι εντελώς «ρεαλιστική» αλλά και ούτε τετελεσμένα «της φαντασίας». Σε ένα παιχνίδι αντιθέσεων, σκέφτομαι ότι ο ποιητής κάνει τον ταξιδιώτη να φεύγει, αλλά τον βάζει να κινείται τελικά σε ένα στατικό σύμπαν που δεν καταγράφει τις μεταβολές: ό,τι συμβαίνει, λαμβάνει χώρα στις σκέψεις και στα συναισθήματα και μένει κλειδωμένο εκεί. Και στον αντίποδα μιας αναγκαστικής φυγής υπολανθάνει μια ενοχή που είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς, αλλά που σκάβει τον δρόμο της ανάμεσα στους στίχους:

            Θόρυβος
φορτώνεσαι ό,τι δεν υπάρχει για τους άλλους.
«Η φασαρία που κάνεις ποτέ δεν σ’ ενοχλεί».
Σωπαίνεις όταν πρέπει.

Από μικρός ήξερες να ζωγραφίζεις τις νύχτες
και να δαγκώνεις το ποτήρι με το γάλα
που δεν ήθελες να πιεις.
Μια μάνα όλη κι όλη ανάσαινε
στο προσκέφαλό σου,
κι εσύ δάμαζες ό,τι έβρισκες για χάρη
των τεράτων.[2]

Το Λίγος χώρος για τον ξένο είναι μια συλλογή που έχει αξιοσημείωτη συνοχή, όχι μόνο θεματολογικά αλλά δομικά, και τολμώ να πω και συγκινησιακά. Ο ποιητής είναι σε μια αναζήτηση, και το εκθέτει αυτό στα μάτια του αναγνώστη ευθέως παίρνοντας όλα τα ρίσκα. Αν θα υπήρχε κάποιο συμπέρασμα, θα ήταν ότι ίσως τελικά η μόνη πατρίδα να είναι ο άλλος άνθρωπος. Αυτός που βρέθηκε να σ’ αγαπάει. 

Παρακάτω ένα από τα ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:

Ακόμα προσπαθώ να καταλάβω τη διαφορά
Ανάμεσα στη διάψευση και στην ήττα

Ξοδεύεις το φως σου.
Ζεις τις εμπειρίες σου, ξεμένεις από γνώση.
Κρατάς σφιχτά μια πέτρα που σου πέταξαν –
«Δωσ’ μου μια θάλασσα να την πετάξω».
Δεν πετυχαίνεις.

Κοροϊδεύεις τις ελλείψεις των άλλων,
μήπως και χορτάσεις το μέσα τέρας.

Δεν είσαι εδώ – λέω.
Σβήνεις το «εδώ».[3]

Κρις Λιβανίου

[1] σελ. 70
[2] σελ. 85
[3] σελ. 49

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου