Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

"Εν δυνάμει πραγματικότητα" της Μαρίας Λάτσαρη




            Η μνήμη ξεγυμνώνει τη φαντασία[1]

Η Μαρία Λάτσαρη γράφει στην Εν δυνάμει πραγματικότητα σαράντα δύο ποιήματα με ιδιάζοντα χαρακτήρα και πολύπλευρη «προσωπικότητα». Η πρώτη εντύπωση θα μπορούσε να είναι μια στακάτη γραφή και μια προσπάθεια να αποτυπωθεί η πραγματικότητα, συνδέοντας μεταξύ τους μεμονωμένα σύντομα περιστατικά με τις αναμνήσεις που είχαν προκύψει σε παλαιότερο χρόνο κι έμειναν παγωμένες εκεί. Η δεύτερη εντύπωση θα ήταν ότι βρίσκεται κανείς μπροστά σε μια ποίηση περισσότερο του βλέμματος, παρά του ήχου: οι λέξεις έρχονται και κάθονται εκεί που σταματάει κάθε φορά το βλέμμα της ποιήτριας, και σαν να προσαρμόζονται στο περίγραμμα των σκέψεων και των πραγμάτων. Το αποτέλεσμα είναι μια φρέσκια και ευπρόσδεκτη αντίθεση ανάμεσα στον ήχο της λέξης και το φως της εικόνας, με φόντο την κοινή ανάμνηση που αποτέλεσε το ερέθισμα της γραφής: 

             όταν ο ήχος της φωνής σου
έχει τη γεύση των σύκων
που τρώγαμε μαζί κάτω απ’ την κληματαριά[2]
 
Υπάρχουν πρόσωπα, όπως οι γονείς για παράδειγμα, που εμφανίζονται συχνά πότε σαν πρωταγωνιστές και πότε σαν «αθόρυβες» σκιές, για να λειτουργήσουν ως σταθερές σε μια ποίηση που γενικά δεν έχει πάρα πολλές. Η Μαρία Λάτσαρη προσπαθεί με διακριτικότητα να ψηλαφήσει τις «ρυτίδες» της ανάμνησης και τα μονοπάτια που ακολουθεί στο πέρασμα του χρόνου, και το κάνει αυτό με ένα ερευνητικό βλέμμα απαλλαγμένο από την βιαιότητα της ευθείας ερώτησης: το κέρδος είναι αναμφισβήτητο. Η αβίαστη πυκνότητα του λόγου έρχεται σε αντιδιαστολή με ένα παιχνίδι αποστάσεων, με αποτέλεσμα η πραγματικότητα να διαχέεται στην φαντασία και τελικά να καταλαμβάνει τον χώρο.  

Έγραφα πιο πάνω για τον τρόπο που ο ήχος ή μάλλον η σιωπή και η απουσία φθόγγων επιδρά στο σύνολο της συλλογής. Η πιο ενδιαφέρουσα παράμετρος αυτού είναι η σχέση που σταδιακά εδραιώνεται ανάμεσα στους ήχους και τον έρωτα. Τι ακούγεται, ποιες λέξεις βρίσκουν τον δρόμο τους και φτάνουν να αγγίξουν τον Άλλον, πότε είναι απαραίτητο να καταλυθεί η σιωπή για να γλυτώσουν και οι δύο από την μοναξιά που αντικαθιστά την κοινή τους υπόσταση;

            ΕΚΤΗ ΑΙΣΘΗΣΗ
Η αίσθηση ότι
σε γεύεται
σε αγγίζει
σε ακούει
σε βλέπει
σε αναπνέει

μόνο εκείνος[3]

Η Μαρία Λάτσαρη χρειάστηκε 15 λέξεις για να γράψει ένα καταλυτικά ερωτικό ποίημα και να το τοποθετήσει μέσα στην απόλυτη ησυχία: δεν ακούγεται ο παραμικρός ήχος εκτός από την αναπνοή. Αν η αρμονία ανάμεσα σε δύο ανθρώπους εδραιώνεται την στιγμή που οι λέξεις εξαϋλώνονται, τότε εδώ ο κύκλος έχει κλείσει και ο χρόνος έχει καταλυθεί: το παρελθόν και το μέλλον έχασαν την ιδιότητά τους να οριοθετούν το πέρασμά του, και αυτοί οι δύο άνθρωποι θα ακολουθήσουν μια πορεία έξω από τις χρονικές συντεταγμένες
.
Προσωπικά απόλαυσα το γεγονός ότι σ’ αυτή τη συλλογή υπάρχει μια καλή ισορροπία ανάμεσα στο προσωπικό και στο εξωστρεφές. Η Μαρία Λάτσαρη διατηρεί τα ανοίγματα προς τον αναγνώστη, κρατάει τις πιθανότητες ενεργές. Άλλωστε η χαρακτηριστικά ερευνητική ματιά που ακουμπάει στα πράγματα, χωρίς ίχνος βιασύνης, συνεργεί στην ενίσχυση του διαύλου επικοινωνίας, και η σχέση της με τον αναγνώστη όσο προχωράει η ανάγνωση εδραιώνεται. Υπάρχει αυτή η απαραίτητη διαύγεια πνεύματος εκείνου που ενώ δεν αμφισβητεί την επαφή του με την πραγματικότητα, συνεχίζει να αναζητά πιθανότητες ευτυχίας: είναι μια ματιά γεμάτη ελπίδα και ταυτόχρονα χωρίς αυταπάτες, γενναία τελικά απέναντι σντα συμβαίνοντα. 

ΣΤΙΣ ΜΥΤΕΣ
Μέσα στο σπιρτόκουτό μας
το περιφραγμένο
από σύρματα
απεριόριστης επικοινωνίας
(...)[4]

Οι αντιθέσεις βρίσκονται στο νόημα των λέξεων αλλά και στην σύνθεση του στίχου με το ένα να υποστηρίζει το άλλο, έτσι έχουμε ένα αρμονικό σύνολο και μια αίσθηση αβίαστης αρτιότητας:
(...)
έρωτα γήινο
με φαρέτρα γεμάτη
αντιασφυξιογόνους μάσκες
να διυλίζουν
την ατμόσφαιρα δηλητήριο

θα συναντηθούμε στην κραυγή
και στο σώμα
η ντοπαμίνη θα πλημμυρίσερι
τα Κύθηρα του εγκεφάλου[5]

Ο έρωτας είναι λοιπόν ταυτόχρονα χώμα και οξυγόνο, γη και αέρας. Η κραυγή που ως ήχος πηγαίνει προς τα πάνω και το σώμα ως «χους», τραβάει τον έρωτα πίσω στη γη, εκεί όπου ανήκει. Είναι η ένωση των δύο διαστάσεων και γι αυτό η μόνη σωτηρία των ανθρώπων. Παρόλη την ένταση των συναισθημάτων και των συγκινήσεων, η ποιήτρια πλησιάζει τις σκέψεις, τις δικές της και των άλλων, με σεβασμό, σχεδόν με ευγένεια. Και παραμένει σε ένα διαρκές κυνήγι του φευγαλέου, τελικά του άπιαστου.

Παρακάτω δύο από τα ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:

ΣΤΟΝ ΒΥΘΟ
Κάθισε στην ανάστροφη καρίνα
η μπλούζα ασήμιζε από τα λέπια
χαμογελούσε με επιφύλαξη
μην είχε φύκια
ανάμεσα στα δόντια
(πού να ψάχνει τώρα
Τον μπόγο της για νήμα)
Βρίσκεται ινσαλάχ
μίλια μακριά από τη φρίκη της πατρίδας
πολλές οργιές κάτω απ’ την επιφάνεια του Αιγαίου[6]


ΠΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΕΛΟΥΣ
Λίγο πριν το τέλος
ο αέρας αραίωσε
η ανάσα ρηχή
ρουφάει τις φράσεις
ο φόβος στα μάτια σου
(δε θα γίνω καλά, ε;)
Έγινε τρυφεράδα
δύο ακριβές λεξούλες
ψίθυροι δαχτύλων στα μαλλιά σου
χώρεσα στου καρυδιού το τσόφλι
τη λιπόσαρκη αγκαλιά σου
μητέρα
η συγγνώμη έγινε ενσυναίσθηση
«θα μου πεις ένα παραμύθι;»
όπως λένε στα παιδιά καληνύχτα
πριν κοιμηθούν[7]


Κρις Λιβανίου

[1] στ.3, σελ. 51
[2] στ. 8-10, σελ 22
[3] σελ. 33.
[4] στ. 1-4, σελ. 34
[5] στ. 9-17, σελ.34
[6] σελ. 45
[7] σελ. 47

2 σχόλια:

  1. κυρία Λιβανίου, σας ευχαριστώ από καρδιάς.
    Σαν με ενδοσκόπιο να είδατε μέσα μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ήταν χαρά μου να διαβάσω την συλλογή σας κυρία Λάτσαρη, περιμένω τη συνέχεια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή