Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Περί διακειμενικότητας

" ...η Διακειμενικότητα, πολύ περισσότερο από μια επιλογή, υπήρξε ανέκαθεν μία αναπόφευκτη, άρα εν πολλοίς φυσιολογική και οπωσδήποτε αναμενόμενη, κατάσταση των πραγμάτων (ειδικά αν ως κείμενο δεν θεωρήσουμε μόνον το γραπτό). Κάποιοι ασχολήθηκαν μαζί της περισσότερο και κάποιοι λιγότερο, κάποιοι σηματοδότησαν τα δάνειά τους και κάποιοι όχι, ορισμένους, επίσης, τους απασχόλησε και θεωρητικά. Τα οφέλη από την πλευρά του αναγνώστη, όταν πρόκειται, συγκεκριμένα, για τη Διακειμενικότητα στον χώρο της Λογοτεχνίας, μπορεί να είναι σημαντικά. Πράγματι. Όταν ο ίδιος είναι ικανός να κατανοήσει ένα κείμενο, συμπεριλαμβανομένων και των διακειμένων του, τότε η πνευματική ικανοποίησή του είναι μεγάλη. Του ανοίγονται, δε, καινούργιοι δρόμοι και ο αναγνωστικός εθισμός του αυξάνει. Όσο πολυπλοκότερη, μάλιστα, είναι η διακειμενική δικτύωση, τόσο πιο σίγουρος αισθάνεται για τις πνευματικές του δυνάμεις, όταν την αποκωδικοποιεί.

Ωστόσο, η Διακειμενικότητα δεν υπάρχει για να αποκωδικοποιείται αναγκαστικά. Συνυφαίνεται (στο) και αποτελεί τον πλούτο του κειμένου, ο οποίος μπορεί και πρέπει να είναι αξιοποιήσιμος από το μεγαλύτερο μέρος των αναγνωστών. Όπως γράφουν και οι Still και Worton: "Είναι αποφασιστικής σημασίας [...] να αναγνωρίσουμε μαζί με τον Rifaterre ότι αυτό το τελικά προσδιορίσιμο διακείμενο δεν χρειάζεται κατ' ανάγκην να εντοπιστεί από τον αναγνώστη, ο οποίος για λόγους παιδείας, χρόνου κ.λπ., μπορεί να μην το μάθει ή να μην το βρει ποτέ". Ο κίνδυνος εδώ, όμως, είναι να θεωρηθεί από τους άλλους ή ο ίδιος ο αναγνώστης να υποχρεωθεί να θεωρήσει ότι στερείται των απαραίτητων ικανοτήτων ή γνώσεων και άρα πρέπει να ανατρέξει σε άλλα βιβλία προκειμένου να μπορέσει να απολαύσει τελικά εκείνο το οποίο ξεκίνησε αρχικά να διαβάζει.

[...] "Και βέβαια μ'  αρέσουν τα παιχνίδια και οι αναφορές σε άλλα βιβλία", είχε βάλει κάποτε ο Αλέξης Πανσέληνος τον Σταντάλ να του απαντά σε μία ψευδεπιστολή. "Οι σύγχρονοί σας τα ονομάζουν intertextualitè (τι φρίκη!). Εμείς τα ονομάζαμε κουλτούρα". [...] Στην ψευδεπιστολή του ο Σταντάλ συνέχιζε ως εξής: "Οι ιδέες είναι ένας τομέας επικίνδυνος. Θαύμασα, νέος, πολλούς συγγραφείς έμπλεους ιδεών, αλλά και γρήγορα απογοητεύτηκα από αυτούς. Χρειάστηκαν δεκαετίες για να καταλήξω: οι πιο πειστικές ιδέες περιέχονται στα έργα αυτών που περισσότερο έζησαν και λιγότερο διάβασαν. Οι ιδέες που προσλαμβάνουμε από βιβλία ποτέ δεν περνούν στο αίμα μας και ό,τι δεν έχει περάσει στο αίμα του συγγραφέα δεν μπορεί να διαποτίσει τα κείμενά του - μόνο να πασπαλίσει το ύφος του".

Σταυρούλα Τσούπρου


Σημ.: Απόσπασμα από ομότιτλο κείμενο που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 10 (Ιούλ.-Σεπτ. 2016) του περιοδικού "Το κοράλλι".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου