Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

"Έχων σώας τας φρένας & άλλες τρελές ιστορίες" του Αργύρη Χιόνη



Η συλλογή διηγημάτων του Αργύρη Χιόνη Έχων σώας τας φρένας εκδόθηκε μετά τον θάνατο του συγγραφέα και είναι, εκτός από πολύ προσεγμένη, γεμάτη τρυφερότητα. Καταρχάς απέναντι στον δημιουργό αλλά, και είναι εξίσου σημαντικό, απέναντι στα κείμενά του. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα όταν διάβασα τα πρώτα διηγήματα είναι ότι είναι τόσο... διασκεδαστικά. Χωρίς να είναι κωμικά, σατιρικά ή περιπαιχτικά, είναι κείμενα που σταδιακά αλλάζουν την διάθεση του αναγνώστη προς το καλύτερο, του φτιάχνουν το κέφι. Έχουν αυτή την διακριτική, συγκαλυμμένη αυτοβιογραφική πλευρά που φέρνει αμέσως συγγραφέα και αναγνώστη στο ίδιο τραπέζι μπροστά σε μια ρακή, και έναν αυτοσαρκασμό που συνήθως είναι εκεί προς χάρην αποστασιοποίησης και σπάνια πονάει (σπάνια αλλά όχι και ποτέ). 

Ένας από τους πιο αγαπημένους σύγχρονους ποιητές, ο Χιόνης αναθυμάται την ποιητική του ιδιότητα και αναπολεί στα διηγήματά του –με διακριτικότητα πάντα- δομές και ήχους, συχνά φτιάχνει προτάσεις που είναι σαν να χωρίζονται στα δύο με κόμμα ή άλλους συνδέσμους και βάζει στο τέλος τους ρήματα που ομοιοκαταληκτούν, γράφει μια πρόζα γεμάτη ρυθμό που σχεδόν απαγγέλλεται. Η ποιητικότητα αυτή ίσως είναι ο τόπος όπου ο Χιόνης βρίσκεται στο φυσικό του περιβάλλον, μια ιδιότητα που τον ακολουθεί σε ό,τι και αν γράψει, στο κάτω-κάτω δεν δείχνει φανατικός των συμβάσεων ούτε της κατηγοριοποίησης.

Δεν υπάρχει επιτήδευση ούτε υπερβολή, μόνο μια ελαφριά διάθεση για χιούμορ και μια απομάκρυνση από την πηγή της συγκίνησης μόνο και μόνο για να επανέλθει στο τέλος, συνήθως με ένα twist. Στο Έχων σώας τας φρένας ο Χιόνης είναι ένας αφηγητής έμπειρος και απελευθερωμένος από κλισέ και αναμενόμενες πορείες, το αποτέλεσμα είναι όχι μόνο φρέσκο αλλά και τελικά τόσο ανατρεπτικό: αγγίζει ακριβώς εκείνες τις χορδές που τον ενδιαφέρουν με ακρίβεια λέιζερ. Και υπάρχει και αυτή η ειρωνεία που αλλάζει το χρώμα των πραγμάτων και των σκέψεων για να τα κάνει όλα πιο πονηρά, πιο αστεία. 

Η αποστασιοποίηση και η «χαρούμενη» ειρωνεία φέρνουν όσο προχωράει η ανάγνωση μια θεατρικότητα που κανείς δεν περιμένει. Στην πραγματικότητα ο αγαπημένος ρόλος του Χιόνη δείχνει να είναι αυτός του αφηγητή: απολαμβάνει να διηγείται τις ιστορίες του μπροστά σε κοινό, να παίζει με τις αποστάσεις, με τις πραγματικές και φανταστικές αναμνήσεις και με την προσωπική εμπλοκή (η αυτοβιογραφική διάσταση που έλεγα πιο πριν), και όλα αυτά για να κεντρίσει και να διατηρήσει το ενδιαφέρον της πλατείας αμείωτο. Το πετυχαίνει απολύτως. Εκτίθεται ως αφηγητής, παίρνει θέση πρωταγωνιστή με όλα τα απαραίτητα κοστούμια φυσικά, και χρησιμοποιεί όλα τα εργαλεία που έχει στη διαθεσή του για να εδραιώσει αυτή την αλληλεπίδραση ανάμεσα στον δημιουργό και στον αποδέκτη. Μου άρεσε πολύ που είδα Το άρωμα του Ζίσκιντ και λίγο Καββαδία να περιφέρονται ανάμεσα στις σελίδες. Το μόνο που δεν συμβαίνει στα κείμενα αυτής της συλλογής είναι να κλείνονται στον εαυτό τους. Αντίθετα βγαίνουν εκεί έξω αναζητώντας αναγνώστες να κάνουν παρέα, και αυτό φέρνει έναν αέρα ανανέωσης που παρασύρει τα πάντα. 

Θα έλεγε κανείς ότι οι ιστορίες που διηγείται δεν είναι παρά μόνο το «σενάριο» αυτού που συμβαίνει στο βιβλίο, υπάρχουν κι άλλα στοιχεία, με σημαίνοντα ρόλο: ο τρόπος της αφήγησης, αυτός ο παράδοξος «διάλογος» με τον αναγνώστη –ελλείψει κοινού- το σασπένς. Και φυσικά τα twists στο τέλος κάθε ιστορίας: ο συγγραφέας δεν γράφει όλα όσα θέλει να καταλάβει ο αναγνώστης του αλλά περιορίζεται μόνο στα απαραίτητα. Τον αφήνει, αφού τον έχει καθοδηγήσει κατάλληλα στις προηγούμενες σελίδες, να φτάσει μόνος του στα τελικά συμπεράσματα, να νιώσει έξυπνος και πονηρός, και φυσικά να συνδεθεί με τον συγγραφέα με την χαρακτηριστική συνενοχή εκείνων που γελάνε με το ίδιο –κρυφό δήθεν- αστείο. 

Και βέβαια, το τελευταίο φως του προβολέα πέφτει σ’αυτόν τον περίεργο και διασκεδαστικό αφηγητή που φεύγει με μια υπόκλιση. Είναι κρίμα που στο κύκνειο άσμα του, το Έχων σώας τας φρένας & άλλες τρελές ιστορίες, έδωσε την τελευταία του παράσταση. 

Κρις Λιβανίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου