Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

«Μυστικά του συρταριού» της Κατερίνας Σχινά

Μια ανθολόγηση ημερολογιακών καταγραφών, χωρισμένων σε θεματικές ενότητες. Πώς μπορεί ένα τέτοιο βιβλίο να διαφέρει; Ή απλώς να ενδιαφέρει τον σύγχρονο αναγνώστη;

Τα Μυστικά του συρταριού της Κατερίνας Σχινά είναι ένα βιβλίο που διαφέρει. Και διαφέρει επειδή δεν συνιστά δύναμη κατά μόνας: αντλεί από το συλλογικό συνειδητό, επικαλείται τη μνήμη και τη μεταχειρίζεται σαν μία ακόμη εκδοχή ενός άχρονου κατά βάση εαυτού που γράφει στο παρόν για το παρελθόν, προχωρώντας αμετάκλητα προς ένα άγνωστο αύριο.

Επίσης, τα Μυστικά του συρταριού είναι ένα βιβλίο που ενδιαφέρει κάθε αναγνώστη, γιατί τον βοηθά να αντιληφθεί τους μηχανισμούς με τους οποίους δομείται το εγώ του: είναι σαν ένα παλίμψηστο το οποίο η μνήμη γράφει και ξαναγράφει, αλλοιώνοντας, εξιδανικεύοντας, καταβαραθρώνοντας και μετουσιώνοντας στιγμές. Το εγώ αναδύεται έτσι ως ένα σύνολο από κατακερματισμένες στιγμές που μεταφράζονται κατά το δοκούν από τη μνήμη, που θρυμματίζονται πάνω στο σκληρό εσωτερικό στρώμα το οποίο χωρίζει το συνειδητό από το ασυνείδητο και ανασυντίθενται με περισσή αυθαιρεσία. Το εγώ είναι το υποκείμενο που μιλά αναπόδραστα σε χρόνο ενεστώτα, ακόμη κι όταν πιστεύει ακράδαντα ότι αφηγείται γεγονότα του παρελθόντος. Όπως γράφει η Κ. Σχινά στον πρόλογό της: «Είναι ολοφάνερα ψευδής η πεποίθηση πως η διαφορά του ημερολογίου από το απομνημόνευμα είναι η επί τόπου αντίδραση – λες και στο πρώτο παγιδεύεται η αλήθεια του συγγραφέα όπως την αισθάνεται και όχι όπως την έχει αισθανθεί, λες και η αυθημερόν εγγραφή εγγυάται τον οριστικό χαρακτήρα της αμεσότητας. Η στιγμή είναι παρελθούσα, όσο κοντά στην καταγραφή της κι αν βρίσκεται· τη θερμοκρασία της την έχει αναπόφευκτα ψυχράνει το κύλισμα του λεπτοδείκτη. Όσο για το ίδιο το συμβάν, η πράξη της γραφής το μεταμορφώνει».

Κάτι συμβαίνει λοιπόν, μια αλχημιστική διαδικασία παρεμβαίνει, όταν κάποιος παίρνει μολύβι και χαρτί για να καταγράψει κάτι που του συνέβη. «Γράφω ημερολόγιο δεν σημαίνει εκμυστηρεύομαι απλώς στη σελίδα τις στίλβουσες στιγμές μιας ζωής που αναβλύζει αδιάκριτα· σημαίνει, κυρίως, ανακατασκευάζω τον εαυτό μου, ξαναφτιάχνω από το πρώτο πρόσωπο ένα καθαρό σημαίνον (εγώ)», γράφει η Κ. Σχινά. Γράφοντας ένα ημερολόγιο, επομένως, ωθούμαστε σε μια παραμορφωτική κατασκευή που φορά τη μάσκα της πραγματικότητας. Διαβάζοντας ένα ημερολόγιο, δεχόμαστε ότι κοιτάζουμε μια επίφαση της πραγματικότητας – και αυτό ακριβώς, δηλαδή η ψηλάφηση της απόστασης ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη εσκεμμένη ερμηνεία (τον εξωραϊσμό ή την απομάγευση) ενός συμβάντος, είναι από μόνη του συνταρακτικό.

Η Κ. Σχινά μας δίνει ορισμένα ιστορικά στοιχεία για την τήρηση ημερολογίων, η οποία όπως λέει αποτελεί «λογοτεχνική ανωμαλία»: «Η μακρινή καταγωγή των δυτικών ημερολογίων είναι τα εμπορικά κατάστιχα, τα βιβλία εσόδων-εξόδων και εμπορικών συναλλαγών, τα ημερολόγια καταστρώματος στην Ευρώπη του 16ου και του 17ου αιώνα. Κι αυτά ονομάζονταν diaries ή journaux, ακόμη και πριν αρχίσουν δειλά-δειλά να αποκτούν προσωπικό χαρακτήρα μέσω μιας μικρής παρατήρησης πλάι στους αριθμούς, μιας υπόμνησης εις εαυτόν («να μην ξεχάσω»), ενός ψήγματος στοχασμού. […] Στον 16ο αιώνα [όπως σημειώνει ο Ρ. Μπαρτ], όταν άρχισαν να γράφουν ημερολόγιο, χωρίς απέχθεια το ονόμαζαν diaire: diarrhée και glaire (διάρροια και βλέννα). Διάρροια των λέξεων, απέκκριση του εαυτού, απαλλαγή από το βάρος της ύπαρξης μέσω της αποδελτίωσης της προσωπικής περιπέτειας. Ωστόσο, βρισκόμαστε ακόμη στην εποχή που το Εγώ, αν δεν είναι μισητό […], είναι οπωσδήποτε αμελητέο».

Και συνεχίζει: «Το απαιτητικό Εγώ θα εμφανιστεί στο προσκήνιο λίγο αργότερα. Το πρόσωπο θα αποσπαστεί από το πλήθος, ο εαυτός θα διεκδικήσει την αποκλειστική του επικράτεια και την αισθητική του δικαίωση, και τα προσωπικά ημερολόγια θα πολλαπλασιαστούν στη Δύση με ρυθμούς καταιγιστικούς». Για να παρατηρήσει: «η ημερολογιογραφία δεν υποχώρησε ποτέ, ούτε στις πιο “σκληρές” της εποχές […]. Η απώλεια του υπερβατικού, η απομάγευση του κόσμου, η εξάχνωση της ηρωικής διάστασης της ζωής, που σφραγίζουν τη νεωτερικότητα, έκαναν το άτομο να στραφεί στη μοναξιά της καρδιάς του, να αναπτύξει την ιδέα της πραγμάτωσης του εαυτού, να εξωτερικεύσει το εσωτερικό βάθος, να διατρανώσει την ιδιαιτερότητά του, να διεκδικήσει την αναγνώρισή της – ακόμη και ως εγγραφή σε ένα μυστικό τετράδιο».

Όσο για σήμερα: «ο χρήστης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης που σπεύδει να μετακενώσει στον τοίχο του Facebook το αίσθημα της στιγμής, νομίζει μεν ότι μιλάει με τους άλλους, στην πραγματικότητα, όμως, μιλάει με τον εαυτό του. Προς τι λοιπόν μια ανθολογία ημερολογιακών εγγραφών σε καιρούς που ο εαυτός γίνεται διάφανος, εκτίθεται, επανεπινοείται, κατασκευάζεται, επιβεβαιώνεται μέσα από την άγρα όσο το δυνατόν περισσότερων like; Ίσως για να δούμε πώς συνδιαλεγόταν κανείς με τα φαντάσματα και τους καημούς του, πριν αποφασίσει να κατοικήσει σε γυάλινο σπίτι· τι αποσιωπούσε δημοσίως και τι εκμυστηρευόταν ιδιωτικώς προτού τα όρια ανάμεσα στη δημόσια και την ιδιωτική σφαίρα, στο μέσα και το έξω, στο υποκείμενο και το αντικείμενο γίνουν ρευστά και ανταλλάξιμα. Και σίγουρα προς συνηγορία του αινίγματος – αυτού που είναι ο ανθρώπινος βίος». Πόσο πιο όμορφα και εύστοχα μπορεί κάποιος να το διατυπώσει;


Χριστίνα Λιναρδάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου