Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

"Το κλαρινέτο" του Βασίλη Αλεξάκη



Είναι εμφανές αρκετά γρήγορα αυτό που συμβαίνει με Το κλαρινέτο: πρόκειται για ένα πολύ δυνατό κείμενο γραμμένο από έναν ιδιαίτερα έμπειρο συγγραφέα. Συμπέρασμα ήδη από την αρχή: δεν υπάρχουν λάθη, ελλείψεις, ανισορροπίες. Πρόκειται για ένα βιβλίο που θα αποφύγω επιμελώς να κατατάξω γιατί αισθάνομαι πως ό,τι και να γράψω σχετικά θα είναι στην καλύτερη περίπτωση ανακριβές, και είναι γεγονός ότι τελικά οι ετικέτες δεν βοηθούν πάντα. 

Ο αφηγητής ψάχνει τον φίλο του μέσα στο βαθύ σκοτάδι που αποτελεί την νέα τους πραγματικότητα μετά τον θάνατό του, και αυτό ήδη από τις πρώτες σελίδες και ενώ είναι ακόμα ζωντανός. Ο αναγνώστης γίνεται αμέσως αποδέκτης μιας έντασης που τουλάχιστον αρχικά υποβόσκει, για να γίνει στην συνέχεια το καίριο χαρακτηριστικό ενός κειμένου που συνολικά αλλάζει πολλές «ιδιοσυγκρασίες» για να καταλήξει σε μια ιδιάζουσα και πολύπλευρη ταυτότητα την οποία και θα υποστηρίξει εξαιρετικά μέχρι το τέλος. 

Η καταλυτική τρυφερότητα και η γρήγορη αποδοχή του τετελεσμένου είναι υποθέτω οι βάσεις για ολόκληρο το κείμενο: ο αφηγητής επαναοριοθετεί την φωνή του και τις λέξεις του σύμφωνα με αυτή την καινούρια κατάσταση που θα αποτελέσει από εδώ και στο εξής τη νέα του πραγματικότητα: εκ πρώτης όψεως ίδια με την προηγούμενη, και επί της ουσίας ριζικά, τρομακτικά διαφορετική. Η τρυφερότητα αυτή είναι τόσο ενδιαφέρον στοιχείο γιατί μεταλλάσσεται για να αγγίξει όλους όσους κυκλοφορούν στο Κλαρινέτο. Ο επικείμενος θάνατος του φίλου του, κάνει τον αφηγητή να δείξει όλη του την τρυφερότητα και στους δυο τους παρόλο που εκ προοιμίου ξέρει ότι δεν θα υπάρξει τίποτα να τον παρηγορήσει. Η αφήγηση στο δεύτερο ενικό είναι αυτή η κραυγή σε κενό αέρος, η προσπάθεια, απέλπιδα, είναι γνωστό εξαρχής, εκείνου που είναι ζωντανός να επικοινωνήσει με εκείνον που έχει πάψει να είναι αλλά που δεν μπορεί να χαθεί στην λήθη. 

Το κλαρινέτο είναι ένα κείμενο γραμμένο με ακρίβεια τέτοια που δεν ξεφεύγει ούτε κόμμα, ο Αλεξάκης είναι ο απόλυτος κύριος ακόμα και της τελευταίας ανάσας: στα χέρια του οι λέξεις κάνουν ακριβώς αυτό που τους λέει. Θυμάμαι τον Guy Saunier, καθηγητή μου στη σχολή κάποιους αιώνες πίσω, να σχολιάζει τον Γλαύκο Θρασάκη του Βασιλικού, και να λέει ότι είναι τόσο απίθανα δύσκολο να αναλύσει κανείς ένα κείμενο που αυτοαναλύεται μόνο του. Είχε, κατά τη συνήθειά του, δίκιο, και αυτό διαπίστωσα ότι ισχύει κι εδώ: ο αφηγητής δίνει την εντύπωση ότι εκθέτει τα πάντα, κάθε σκέψη και κάθε ανάμνηση, μόνο και μόνο για να κάνει τις λέξεις του όλο και καλύτερες κρυψώνες. Ο αναγνώστης βλέπει μόνο ό,τι ο συγγραφέας θέλει να δει και δεν έχει πρόσβαση σε απολύτως τίποτα άλλο, παρόλο που νομίζει το αντίθετο.
Η ελληνική επικαιρότητα που φαίνεται να είναι η αφορμή του βιβλίου πριν εξελιχθεί και αλλάξει τόσα πρόσωπα, είναι απογυμνωμένη από κάθε εμπάθεια: ο αφηγητής προσέχει να αφαιρέσει και το τελευταίο ίχνος της, για να μπορέσει να δώσει μια εικόνα που απεικονίζει ταυτόχρονα γνωστά γεγονότα και καταστάσεις αλλά και τον απόηχό τους στη μνήμη και στην ψυχή των ανθρώπων. Φαντάζομαι η δημοσιογραφική του ιδιότητα είναι αυτή που του δίνει την δυνατότητα της ταυτόχρονης εμπλοκής και αποστασιοποίησης, την ευχέρια να δίνει ονόματα αποφεύγοντας την ευθεία κριτική, πολλές φορές ακόμα και την έμμεση. Χωρίς κανείς να αμφιβάλλει για την προσωπική του τοποθέτηση, η οποία ακούγεται όσο ένας ψίθυρος.

Ο αφηγητής μιλάει στον φίλο του τώρα που είναι πια πεθαμένος όπως ακριβώς του μιλούσε όσο ήταν ζωντανός: σε απευθείας σύνδεση και σε ενεστώτα χρόνο. Ο θάνατός του ήταν τελικά μια φρικτή διακοπή, και μετά το σοκ η επικοινωνία τους συνεχίζει από το σημείο που σταμάτησε χωρίς αξιόλογες διαφοροποιήσεις εκτός από την μοναξιά. Πέρα από αυτό, θα έλεγα ότι προσπαθεί να παρηγορήσει τις ίδιες του τις σκέψεις, σκέψεις ερημιάς τελικά, και ξενιτεμού. Πεθαίνοντας, ο φίλος του πήρε μαζί του και μέρος της «επίκτητης» ταυτότητας του αφηγητή, που είναι τώρα αναγκασμένος είτε να την ξαναδημιουργήσει, είτε να φτιάξει μια εντελώς καινούρια: επιστροφή στα πάτρια λοιπόν, με ό,τι μπορεί να συνεπάγεται αυτό. Υπάρχουν τουλάχιστον οι αναμνήσεις. Η τρυφερότητα που σχεδόν αυθαίρετα πάει και γατζώνεται στις πιο αθόρυβες σκέψεις είναι αυτή που τελικά θα αποτελέσει το άνοιγμα: ο αφηγητής παίρνει όλες του τις αναμνήσεις μαζί του και στέκεται μπροστά στη θάλασσα της Τήνου για να ονειρευτεί την σκιά του πύργου του Άιφελ. Και πρέπει να πω ότι ξέρω πολύ καλά για ποιο πράγμα μιλάει.  

Κρις Λιβανίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου