Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

"Τυρκουάζ" της Μαρίας Στρίγκου



 Κι έπεφταν απ’ τα μάτια μου όλες οι θάλασσες της γης. Καμμένες.[1]

Ιδού μια περίεργη συλλογή: το Τυρκουάζ. Τα κείμενα δείχνουν σαν πεζά, συμπεριφέρονται σαν ποιήματα, και συνολικά βασανίζονται από μια θαμπή θεματολογία, από την οποία όμως δεν λείπει η πρωτοτυπία, μέχρι και η φρεσκάδα μάλιστα. Η Μαρία Στρίγκου αφιερώνει μεγάλη προσοχή στην λεπτομέρεια και την ακρίβεια της σκέψης και της έκφρασης, μην πω ακόμα και της πρόθεσης, και αυτό έχει μια πολύ θετική επίδραση στο σύνολο της δουλειάς. 

Ο έρωτας είναι ο βασικός άξονας (εξ ου και η έλλειψη της έκπληξης) στα κείμενα, αλλά επειδή παράγει ένα σουρεαλιστικό πλαίσιο (η φρεσκάδα που έγραφα πιο πριν) και εντάσσεται σ’ αυτό πλήρως, οι σταθερές ανατρέπονται και οι πεπατημένες ξεθωριάζουν. Ο έρωτας σαν να μην είναι προϊόν αυτού του κόσμου (ή ίσως να είναι και το κύριο συστατικό του, όλα ισχύουν σε ένα μαγικό σύμπαν), σαν να ανήκει στον κόσμο του παραμυθιού και να είναι η μοναδική χαραμάδα, η μόνη ευκαιρία για μας να πάρουμε μια γεύση από αυτόν τον κόσμο: 

Δεν μεγαλώσαμε με παραμύθια μαθές, μα τα ‘χουμε ανάγκη. Πώς αλλιώς να ζεσταθεί το μέσα μας, πώς αλλιώς να ημερέψει η ψυχή μας;[2]

Όπως συμβαίνει συχνά σε ανάλογες θεματικές, υπάρχουν δύο άνθρωποι, το Εγώ που γεμίζει τον χώρο και το Εσύ που καλώς ή κακώς δεν παίρνει κεντρικό ρόλο στην περιπέτεια. Παρόλο που είναι το σημείο αναφοράς, το Εγώ δεν έχει καμία ναρκισσιστική συμπεριφορά, το αντίθετο μάλιστα: μαζεύει όση γενναιότητα του έχει απομείνει για να μηδενίσει τα κοντέρ και να πάρει ξανά τα ρίσκα. Το φορτίο που δείχνουν να έχουν οι δύο αυτοί άνθρωποι όταν συναντά ο ένας τον άλλον διαφαίνεται ως ο καταλυτικός παράγοντας, το στοιχείο εκείνο που θα γείρει την πλάστιγγα προς την ευτυχία ή προς μια ακόμα απομάκρυνση: το συναίσθημα της ανομολόγητης, της τόσο τρομακτικής ανασφάλειας που κανένα παραμύθι δεν μπορεί να ξορκίσει, υποθέτω πηγάζει από εκεί. Σαν αυτοί οι δύο να ζουν σ’ έναν παράλληλο κόσμο που να μοιάζει με τον δικό μας αλλά που στην πραγματικότητα όλα είναι διαφορετικά: σαν να αναπνέουν φυσιολογικά έναν αέρα χωρίς οξυγόνο. Και η φύση παίζει σημαντικό ρόλο, είναι πανταχού παρούσα αλλά στη μαγική διάστασή της, σχεδόν αυθύπαρκτη, με την δική της συνείδηση έμβιου όντος. 

Η σκοτεινή πλευρά που έχει ο έρωτας στο σύμπαν της Μαρίας Στρίγκου εντοπίζεται στη διαρκή προσπάθεια να καλυφθεί η απόσταση που χωρίσει τα δύο άκρα του νήματος. Είναι μια αέναη και αγχώδης διαδικασία, όχι μόνο λόγω της αμφιβολίας για την έκβασ,η αλλά κυρίως λόγω του φορτίου που ο καθένας τους κουβαλάει και που τον οριοθετεί: είναι ταυτόχρονα μια μάχη απέναντι στο κενό που πρέπει να καλυφθεί και στον εαυτό τους, που πολλές φορές κινδυνεύει να χαθεί στους μαιάνδρους της ανασφάλειας. 

Και δεν φοβάμαι την απόγνωση που μας τυλίγει σα σκοινί που όλο τελειώνει. Δεν φοβάμαι τη νύχτα. Φοβάμαι που δεν βλέπω τα μάτια σου. Ν’ ανάβουν σα χαμένες πολιτείες μες στο βράδυ, παρηγορώντας όλες μου τις απώλειες.
Όταν δεν σε βλέπω, φοβάμαι πολύ. [3]

Ό,τι διαδραματίζεται στο Τυρκουάζ της Μαρίας Στρίγκου, διαδραματίζεται εκτός χρόνου. Ή μάλλον για να είμαι πιο ακριβής, υπάρχει ένας πολύ καλά χτισμένος εσωτερικός χρόνος αφήγησης. Οι δύο αυτοί άνθρωποι στο τέλος τα καταφέρνουν και συναντιούνται. Μετά το τέλος και της τελευταίας περιπέτειας. Οι δύο άκρες του νήματος έχουν τελικά σχηματίσει κύκλο. 

Κρις Λιβανίου


[1] σελ. 13
[2] σελ. 18
[3] σελ. 37

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου