Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Μικρές ανθολογίες: Δημήτρης Τρωαδίτης

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης δεν είναι μόνο γνωστός στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, είναι και εξαιρετικά αγαπητός. Διατηρώντας το ιστολόγιο tokoskino.me παρακολουθεί εντατικά τα ελληνικά ποιητικά πράγματα από τη μακρινή Αυστραλία και πρόσφατα δημοσίευσε και δύο δικές του ποιητικές συλλογές, από τις οποίες και η σημερινή μικρή ανθολογία:

απόπειρα δωδέκατη

στις καταποντισμένες
αυτές στιγμές
η κάθε ευχή μοιάζει
επαναστατικό μανιφέστο
η κάθε αύρα
ανοίγει το δρόμο...
άλλωστε δεν πεθαίνει κανείς
από ασάφεια
αλλά από κρύο
και μοναξιά


απόπειρα εικοστή δεύτερη

ο ήλιος βασανιστικός
η γραφή θραυσματική
σκοτώνει η πρώτη ανάγνωση
η τρυφερότητα είναι απόγνωση
η χαρά λύπη
ο πόνος λύτρωση
κι η συνύπαρξη
είδος πολυτελείας
συνηθισμένο βότσαλο
στις αμμουδιές της μνήμης

(από την ποιητική συλλογή Η μοναξιά του χρόνου)


Η ΣΙΩΠΗ

Η σιωπή είναι
ο υπέρτατος
τρόπος επικοινωνίας
καθώς όλα ελέχθησαν
κι όλα τα μελλούμενα
ξεπέζεψαν μπροστά μας
μετά βαΐων και κλάδων

η μόνη αληθινή κίνηση
είναι αυτή των ματιών
όταν αντικαθιστούν
το άγγιγμα της παλάμης.


ΟΤΑΝ ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΠΟΙΗΣΗ

Όταν γράφουμε ποίηση
απόμακρο το βλέμμα ταξιδεύει ως πέρα
πλανιέται στους σκουπιδότοπους
της σύγχρονης κομπορρημοσύνης
και μένουν ξωπίσω εκείνα τα ταξίδια
στο κατάξερο αίμα της νύχτας

όταν γράφουμε ποίηση
τ' αποκαμωμένα βήματά μας
σεργιανούν στο άπειρο
η αγάπη είναι στο μεταίχμιο
ορφανή, πεντάρφανη στους πέντε αγέρηδες
στα συνωστισμένα λεωφορεία
των πληβείων της εργασίας

όταν γράφουμε ποίηση
ξερνάμε με κλάματα και κατάρες
μ' επικλήσεις στον αγύριστο
που κατακρημνίζονται με πάταγο
στο κανναβάτσο της κοινωνικής αδικίας
ζεστά χέρια, ροζιασμένα
ζωγραφίζουν πολιτισμό κι οικοδομήματα

όταν γράφουμε ποίηση
επέρχεται η θαμπάδα στα μάτια
αλλά και το σίγουρο κοίταγμα
η σίγουρη σκέψη σαν ατσάλι
σκυρόδεμα έτοιμο να δέσει
την κοινωνική επανάσταση

όταν γράφουμε ποίηση
τ' απογεύματα είναι ασπρόμαυρα
πιο σκούρα τα βράδια
ορειχάλκινες οπτασίες
με αποχρώσεις θανάτου
πριν ξεψυχήσουν κι οι οιμωγές
ξομπλιαστές στη λάβα
του σύγχρονου δράματος

όταν γράφουμε ποίηση
οι σκάλες δεν οδηγούν πουθενά
κυματίζουν τα μεσημέρια
στην αχλή της ζέστης
σαν τρικυμισμένα μαλλιά
στα πέπλα τα γκρεμισμένα
τα κατακρεουργημένα από θύελλες άλγους
και κυλώνεια άγη
έρμαια στα χτυπήματα των μπράβων
της κρατικής εξουσίας

όταν γράφουμε ποίηση
το κάνουμε για να ξορκίσουμε
τους πρότερους εφιάλτες μας.

(από τη συλλογή Με μια κόκκινη ανάταση)



Επιλογή: Χριστίνα Λιναρδάκη
για το στίγμαΛόγου



Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Νυν πάντα πεπλήρωνται φως (Πάσχα στο Βυζάντιο)

Το Πάσχα ήταν η σημαντικότερη γιορτή στο Βυζάντιο. Το βράδυ της Ανάστασης ο αυτοκράτορας με την ακολουθία του μετέβαιναν στην Αγία Σοφία και σε όλη την διαδρομή η βασιλική πομπή επευφημούνταν από τους δήμους των Πράσινων και των Βένετων που τοποθετούνταν εναλλάξ σε διαφορετικά σημεία.

Όλο το πλήρωμα των πιστών παρακολουθούσε τη λειτουργία μέχρι την τρίτη και τέταρτη ώρα μετά τα μεσάνυχτα, έξω από την κλειστή θύρα της Αγίας Σοφίας και μόλις ψαλλόταν το "Αναστάσεως η μέρα λαμπρυνθώμεν λαοί!" από τον πρωτοπαπά των ανακτόρων οι πιστοί εισέρχονταν στον μεγαλοπρεπή ναό για να ακούσουν τα τροπάρια που εκφράζουν μια πραγματική φωτοπλημμύρα χαράς για το κοσμοϊστορικό γεγονός:

Νυν πάντα πεπλήρωνται φωτός, ουρανός τε και γη και τα
καταχθόνια, εορταζέτω γουν πάσα κτίσις την έγερσιν Χριστού…

Και:

Φωτίζου, φωτίζου, η νέα Ιερουσαλήμ, η γαρ δόξα Κυρίου επί σε ανέτειλε.
Χόρευε νυν και αγάλλου, Σιών συ δε αγνή τερπου θεοτόκε…

Οι έξοχοι αυτοί ύμνοι αποδίδονται στον Ιωάννη τον Δαμασκηνό, διανοούμενο και θεολόγο εξαιρετικά υψηλής παιδείας, που κατά τους ειδικούς είχε γνώση των μετρικών συστημάτων και των δομών που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι ποιητές. Σ’ αυτές τις ωδές χρησιμοποιεί στοιχεία των προφητειών του Ησαΐα, τα οποία συνθέτει με τρόπο που απηχούν τη Σαπφώ και τον Αρχίλοχο. Κατά την παράδοση, οι "καταβασίες" αυτές παρουσιάστηκαν στο εκκλησιαστικό κοινό μέσα από μια διαδικασία ακρόασης για την επιλογή του καλύτερου ύμνου, διαδικασία που συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, και σκόρπισαν ενθουσιασμό απίστευτο όταν ακούστηκαν πρώτη φορά.

Σύμφωνα με το τυπικό της Μεγάλης Εβδομάδας, που διαμορφώθηκε στη διάρκεια των αιώνων μέσα από άπειρες τροποποιήσεις, οι ακολουθίες ξεκινούσαν από την Κυριακή των Βαΐων. Στο δοξαστικό της ημέρας περιγράφεται μια εικόνα θαυμάσια, παρμένη από το ευαγγέλιο του Ιωάννη :

Προ εξ ημερων του Πάσχα ήλθεν Ιησούς εις Βηθανίαν·
και προσήλθον αυτώ οι μαθηταί αυτού λέγοντες αυτώ· 
Κύριε, πού θέλεις ετοιμάσωμεν σοι φαγείν το Πάσχα; 
ο δε απέστειλεν αυτούς · Απέλθετε εις την απέναντι κώμην και
ευρήσεται άνθρωπον κεράμιον ύδατος βαστάζοντα· ακολουθήσατε 
αυτω και τω οικοδεσπότη είπατε· Ο διδάσκαλος λέγει, προς σε 
ποιώ το Πάσχα μετά των μαθητών μου.

Το βυζαντινό τυπικό σε γενικές γραμμές τηρείται μέχρι σήμερα. Τη Μεγάλη Δευτέρα, σύμφωνα με το συναξάρι, γίνεται μνεία της παραβολής των δέκα παρθένων και υπογραμμίζεται το γεγονός της εγρήγορσης και της προνοητικότητας, ώστε να μείνουν οι πιστοί μαζί με τον νυμφίο Χριστό, ψάλλεται δε το θαυμάσιο στιχηρό:

Eν ταις λαμπρότησι των αγίων σου πώς εισελεύσομαι ο
ανάξιος; εάν γαρ τολμήσω συνεισελθείν εις τον νυμφώνα,
ο χιτών με ελέγχει, ότι ουκ έστι του γάμου, και δέσμιος
εκβαλούμαι υπό των αγγέλων. Καθάρισον, Κύριε, τον ρύπον
της ψυχής μου και σώσον με ως φιλάνθρωπος.

Για το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης έχει γραφτεί η πιο δύσκολη και πιο σύνθετη ακολουθία όπου συντελείται η κορύφωση του δράματος μ’ εκείνο το φοβερό:

Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι
την γην κρεμάσας…
Ψευδή πορφύραν περιβάλλεται 
ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις…
Ήλοις προσηλώθη ο
νυμφίος της εκκλησίας..

Και το εξίσου μεγαλειώδες και συνταρακτικό με την εκπληκτική κατάληξη:

Εξέδυσάν με τα ιμάτιά μου και ενέδυσάν με χλαμύδα κοκκίνην· έθηκαν επί την
κεφαλήν μου στέφανον εξ ακανθών και επί την δεξιάν μου χείρα έδωκαν κάλαμον, 
ίνα συντρίψω αυτούς ως σκεύη κεραμέως.

Ακολουθεί μια πτώση, μια περισυλλογή κι ένας θρήνος που χαρακτηρίζουν την Μεγάλη Παρασκευή, κατά την οποία ψάλλονται μερικά από τα ωραιότερα κομμάτια της ορθόδοξης λατρείας, όπως αυτό που προέρχεται από τον εσπερινό της ημέρας:

Πάσα η κτίσις ηλοιούτο φόβω θεωρούσα σε εν σταυρώ κρεμαμενον, 
Χριστέ· ο ήλιος εσκοτίζετο και γης τα θεμέλια συνεταράττετο· 
τα πάντα συνέπασχον τω τα πάντα κτίσαντι...

Η αποκαθήλωση του σώματος του Χριστού είναι μια από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της χριστιανικής θρησκείας, γεγονός που φαίνεται σ’ αυτό το απόστιχο:

Ότε εκ του ξύλου σε νεκρόν ο Αριμαθαίας καθείλε, την των απάντων ζωήν,
σμύρνη και σινδόνι σε, Χριστέ, εκήδευσε· και τω πόθω ηπείγετο καρδία και χείλει,
σώμα το ακήρατόν σου περιπτύξασθαι…

Το χαρακτηριστικό αυτών των στιγμών είναι η έκπληξη ολόκληρης της φύσης από το απόκοσμο γεγονός του θανάτου του Ιησού, έκπληξη που μπορεί να δει κανείς στα λεγόμενα "ευλογητάρια" που ψάλλονται το βράδυ της μεγάλης Παρασκευής με πιο χαρακτηριστικό το πρώτο:

Των αγγέλων ο δήμος κατεπλάγη, ορών σε εν νεκροίς λογισθέντα, του θανατου
δε, Σωτήρ την ισχύν καθελόντα και συν εαυτώ τον Αδάμ εγείραντα και εξ Άδου
πάντας ελευθερώσαντα.

Με τρόπο εξαιρετικά παραστατικό απεικονίζονται αυτές ο στιγμές και στο τροπάριο που αποδίδεται στον Γεώργιο Ακροπολίτη, έναν από τους πιο μορφωμένους διανοούμενους της εποχής του ύστερου Βυζαντίου που κατέλιπε, εκτός των άλλων, σπουδαίο ιστορικό έργο. Το τροπάριο όπου δραματοποιείται η έκκληση του Ιωσήφ από την Αριμαθαία προς τον Πιλάτο ψάλλεται σε πολλές περιοχές μέχρι σήμερα κατά την περιφορά του Επιταφίου:

Τον ήλιον κρύψαντα τας ιδίας ακτίνας και το καταπέτασμα του ναού διαρραγέν 
τω του Σωτήρος θανάτω, ο Ιωσήφ θεασάμενος, προσήλθε τω Πιλατω 
και καθικετεύει, λέγων· δος μοι τούτον τον ξένον, τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν
κόσμω· δος μοι τούτον τον ξένον, ον ομόφυλοι μισούντες, θανατούσιν ως ξένον·
δος μοι τούτον τον ξένον, ον ξενίζομαι βλέπων του θανάτου το ξένον· δος μοι τούτον
τον ξένον, όστις είδε ξενίζειν τους πτωχούς και τους ξένους· δος μοι τούτον τον ξένον,
ον Εβραίοι τω φθόνω αποξένωσαν κόσμω· δος μοι τούτον τον ξένον, ίνα κρύψω εν
τάφω, ος ως ξένος ουκ έχει την κεφαλήν πού κλίνη...

Το πρωινό του Μεγάλου Σαββάτου ίσως είναι η πιο παράξενη φάση της Μεγάλης Εβδομάδας, καθώς ο Χριστός κατεβαίνει στον Άδη, όμως παντού πλανιέται η παρουσία του, κάτι που φαίνεται με πολύ ωραίο τρόπο σ’ αυτό το κομμάτι το οποίο ψάλλεται αντί χερουβικού:

Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία και στήτω μετά φόβου και τρόμου και μηδέν γήινον
εν αυτή λογιζέσθω· ο γαρ Βασιλεύς των βασιλευόντων και Κύριος των κυριευόντων 
προσέρχεται σφαγιασθήναι… Προηγούνται δε τούτου οι χοροί των αγγέλων μετά πάσης αρχής 
και εξουσίας, τα πολυόμματα Χερουβείμ και τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ τας όψεις καλύπτοντα...

Η γιορτή του Πάσχα εξακολουθεί να είναι η πιο μεγάλη πανήγυρις των ορθόδοξων της Ανατολής και, αν τη μελετήσει κανείς σε βάθος, μπορεί αν βρει ίχνη των παλιών εποχών, τότε που μεσουρανούσε η αυτοκρατορία των Ρωμιών. Η Κυριακή του Πάσχα ήταν, κατά τους Βυζαντινούς, η λαμπρότερη μέρα του χρόνου. Στο παλάτι λάμβανε χώρα μεγαλοπρεπής τελετή στο επιβλητικότατο των διαμερισμάτων, το Χρυσοτρίκλινο, όπου τοποθετούταν η χρυσή τράπεζα και το πενταπύργιο, ένα είδος μπουφέ με πέντε πυργίσκους στον οποίο τοποθετούνταν τα πολύτιμα βασιλικά κοσμήματα και στέμματα. Κατά την πέμπτη μέρα μετά το Πάσχα προσκαλούνταν στο τραπέζι ο πατριάρχης μαζί με τους μητροπολίτες και τους πρεσβυτέρους του παλατιού, καθώς και τους ηγουμένους δώδεκα μοναστηριών. Μέχρι την Κυριακή της Πεντηκοστής οι ναοί αντηχούσαν από τους στίχους που θυμίζουν αρχαίους παιάνες:

Αύτη η μέρα ην εποίησεν ο Κύριος αγαλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτή.
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού και φυγέτωσαν από προσώπου 
αυτού, οι μισούντες αυτόν.  Ως εκλείπει καπνός εκλιπέτωσαν, ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός.


Απόστολος Σπυράκης


Πηγές: 
1. Φαίδων Κουκουλές "Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός".
2. http://vizantinaistorika.blogspot.gr/2014/04/blog-post_5994.html
3. http://analogion.com/forum/showthread.php?t=31533


Καλό Πάσχα! Καλή Ανάσταση! Ραντεβού στις 24 Απριλίου.


Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

"Η Μετακόμιση" της Φωτεινής Τσαλίκογλου



Η μνήμη, οι μνήμες, το μνημονικό, οι μαίανδροι και οι απρόβλεπτες πορείες είναι το πρωτογενές υλικό της Μετακόμισης της Φωτεινής Τσαλίκογλου. Η πρώτη προσέγγιση θα μπορούσε να ήταν ότι πρόκειται για ένα ταξίδι από το παρελθόν της ηλικιωμένης πλέον ηρωίδας στο παρόν και το άμεσο μέλλον που της επιφυλάσσει η μετακόμισή της στο γηροκομείο, όμως γρήγορα τα πράγματα χάνουν την γραμμική τους πορεία. 

Σε αρχικό στάδιο άνοιας, το μυαλό και οι αναμνήσεις της κυρίας Ευρυδίκης κινούνται σε απρόβλεπτες τροχιές και πιθανότατα σε αντισυμβατικές πραγματικότητες. Το αντικείμενο του μυθιστορήματος είναι όχι να τις «τακτοποιήσει» σε περισσότερο αποδεκτά πλαίσια, αλλά μάλλον να τις χαϊδέψει για να τις αποχαιρετήσει και να προσπαθήσει να δει αν υπάρχει κάποια ζωή, οποιαδήποτε ζωή, μακριά τους. Είναι ένα σχεδόν επικίνδυνο εγχείρημα, γιατί τα όρια, όταν δεν ελέγχονται πλήρως από το μυαλό, τείνουν να κάνουν τα δικά τους. 

Η τρυφερότητα της συγγραφέα επικεντρώνεται στο πώς η ζωή της κυρίας Ευρυδίκης φυραίνει και γλιστρά ανάμεσα από τα δάχτυλά της, στις προσπάθειες που καταβάλει για να κρατηθεί από ό,τι την οριοθέτησε σαν άνθρωπο και κατά κάποιο τρόπο της εξασφάλισε την επιβίωση. Η αγωνιώδης αφήγηση είναι σε αρμονία με το θέμα και με την συνολική κατάσταση του κεντρικού προσώπου, η αίσθηση που αποκόμισα είναι ενός ανθρώπου που σταδιακά εξαχνώνεται.
Στα αρνητικά θα κατατάξω κάποια τυπογραφικά (αρκετά για να αφήσουν την ενοχλητική αίσθηση ότι έλειπε η απαιτούμενη προσοχή στην λεπτομέρεια) και τον μεγάλο αριθμό κεφαλαίων (το κείμενο χωρίζεται σε κεφάλαια με την μορφή ωρών). Κατά τη γνώμη μου αντί να ενισχύσουν την δομή του κειμένου συνολικά, πέρασαν στο άλλο άκρο με αποτέλεσμα να το κατακερματίσουν. Παρόλα αυτά η γραφή της Φωτεινής Τσαλίκογλου πετυχαίνει να αποδώσει με ακρίβεια τις διακυμάνσεις και κυρίως να αγγίξει τις ανατροπές, που είναι και το βασικό στοιχείο του βιβλίου. Και δεν αναφέρομαι απαραίτητα στις ηχηρές και εκτυφλωτικές αλλά περισσότερο στις άλλες, αυτές που συμβαίνουν κάθε μέρα. Το να πεθαίνει η αδελφή σου από αδέσποτη σφαίρα στο τέλος του Εμφυλίου. Το να βλέπεις τη ζωή σου να προχωράει ερήμην σου. Το να πηγαίνεις ένα σύντομο ταξίδι αναψυχής στην Πόλη και να γυρίζεις με ένα νεογέννητο στην αγκαλιά και να γίνεται η κόρη σου για πάντα. Ανατροπές. Μικροί λόξυγγες στην κατ’ επίφαση στρωτή πορεία της αναπνοής. 

Αυτές οι άηχες ανατροπές που τα σημάδεψαν όλα, κυνηγούσαν την πλέον γηραιά ηρωίδα σε όλη τη διάρκεια της ζωής της, είχαν τον απόλυτο έλεγχο και οριοθετούσαν κάθε έκφανση. Η τελική ανατροπή όμως θα είναι δική της: κοντοστέκεται για να κοιτάξει το παρελθόν της χωρίς υπεκφυγές, κατατρομαγμένη βέβαια μπροστά στην εικόνα του κενού, αλλά με ευθεία ματιά απέναντι στα γεγονότα. Στο τέλος, πριν φύγει για το γηροκομείο, παίρνει ένα άδειο τετράδιο για να γράψει ό,τι της απομένει να ζήσει. Αυτό θα είναι το τρίτο και τελευταίο βιβλίο που θα την ακολουθήσει: η τελευταία ανατροπή είναι ένας άγνωστος δρόμος, ανοιχτός μπροστά της. 

Κρις Λιβανίου

Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

"Γράμμα στην πατρίδα" του Τανέρ Μπαϊμπάρς

Ο Τουρκοκύπριος ποιητής Τανέρ Μπαϊμπάρς γεννήθηκε το 1936 στη Λευκωσία, μετανάστευσε στη Μ. Βρετανία σε ηλικία 20 ετών και αργότερα στη Γαλλία, όπου και πέθανε το 2010. Δεν επέστρεψε ποτέ στην Κύπρο για να ζήσει και έτσι το νησί όπου γεννήθηκε παρέμεινε η για πάντα χαμένη του πατρίδα. Οι μετεγκαταστάσεις του καθόρισαν το γλωσσικό του ιδίωμα, το οποίο δεν είναι ενιαίο. Ξεκίνησε να γράφει στα τουρκικά, στη συνέχεια έγραψε στα αγγλικά και έπειτα στα γαλλικά, για να υιοθετήσει εντέλει πολυγλωσσικά σχήματα έκφρασης που αντικατόπτρισαν το παζλ της γεωγραφίας της ζωής του.

Η μεταφράστριά του, ποιήτρια Αγγελική Δημουλή, εξ αφορμής αυτής της πολυγλωσσίας, μιλά στην εισαγωγή για «πολιτισμικό υβριδισμό», θα μπορούσαμε ωστόσο να μιλήσουμε και για «κοσμοπολιτισμό» της ποίησής του, καθώς τo γλωσσικό είναι απλώς ένα μέρος των πολυπολιτισμικών στοιχείων που επικαλείται ο ποιητής. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι στα ποιήματά του συντελείται μια ταλάντωση ανάμεσα στην οικειοποίηση του Άλλου, σε ένα έργο που – ακριβώς λόγω των πολλών γλωσσών και πολιτισμικών αναφορών που χρησιμοποιεί ο ποιητής – ανοικειώνει παράξενα τον αναγνώστη. Και είναι ακριβώς εκεί, ανάμεσα στην ανοικείωση και την οικειοποίηση, όπου κτίζονται οι πολλαπλές ταυτότητες (ή η κατακερματισμένη μία) που υιοθετεί ο ποιητής για τον εαυτό του. Εκεί επίσης δομείται και ο καθολικός χαρακτήρας της απεύθυνσης της ποίησής του: πρόκειται για ποίηση που αντιστέκεται στους χαρακτηρισμούς εντοπιότητας και απευθύνεται σε όλους τους αναγνώστες, Έλληνες, Τούρκους ή Ευρωπαίους. Τα θέματά της είναι πανανθρώπινα.

Σημαντικό στοιχείο της ανθολογίας και νήμα που συνδέει τα επιμέρους μέρη μεταξύ τους σε ένα λειτουργικό σύνολο είναι η μνήμη. Περασμένες αυτούσιες μέσα στην καθημερινή εμπειρία που περιγράφει στην ποίησή του ο Μπαϊμπάρς, οι μνήμες υφαίνουν έναν ισχυρό ιστό που, χωρίς να καθορίζει τον ποιητή, αποτελεί καίριο σημείο αναφοράς της απάτριδος ζωής του.

Εκατόν τριάντα ποιήματα είναι η πλούσια συγκομιδή της ανθολόγησης σε αυτό το βιβλίο, το οποίο χωρίζεται σε τρεις ενότητες: στην πρώτη κυριαρχεί το θέμα του ταξιδιού σε αντιδιαστολή προς τη στατικότητα της παραμονής σε έναν τόπο. Εδώ συναντάμε και τη θεματική της νοσταλγίας της πατρίδας της παιδικής ηλικίας, που συνιστά επαναλαμβανόμενο μοτίβο στο έργο του ποιητή. Στη δεύτερη ενότητα, η παιδικότητα αναδεικνύεται σε κυρίαρχο στοιχείο, πότε σε μια αυτοβιογραφική κίνηση και πότε με απεύθυνση την κόρη του ποιητή. Στην τρίτη και τελευταία ενότητα, τον πρώτο λόγο έχει η καθημερινότητα – αν και μισά περίπου από τα ποιήματα που την απαρτίζουν συνθέτουν ένα ενιαίο ποίημα με τίτλο «21 χριστουγεννιάτικες μέρες».

Είναι το δεύτερο βιβλίο τουρκοκυπριακής ποίησης που δημοσιεύουν οι εκδόσεις Βακχικόν. Είναι σημαντικό να έρθει το ελληνικό κοινό σε επαφή με τη λογοτεχνική δημιουργία της άλλης πλευράς – μιας πλευράς που αποδεικνύεται εξίσου ανθρώπινη και ευαίσθητη με τη δική μας.

Ακολουθεί ένα απόσπασμα από το ομότιτλο με τη συλλογή ποίημα «Γράμμα στην πατρίδα»:

«Αγαπητέ πατέρα, ρωτάς στο γράμμα σου
γιατί τόσο καιρό δεν έγραψα ούτε λέξη.
Σε σένα δεν μπορώ να εξομολογηθώ
περισσότερα απ’ όσα μπορώ ν’ αντέξω.

[...]

Νοσταλγός;
Δεν είμαι γιατί ποτέ δεν είχα ένα σπίτι
αλλά δεν είσαι εσύ υπεύθυνος γι’ αυτό.
Ακόμα θυμάμαι τη θάλασσα και το βουνό
μαζί, τη νύχτα τελείως χωριστά,
και το χώρο μεταξύ τους το λίκνο μου.
Δεν πρέπει να έχω παρεκτροπές σ’ ένα γράμμα
Σταματάω λοιπόν να ζω σ’ αυτό το ξένο παρελθόν.
Επί του παρόντος, εννοώ ακριβώς τώρα,
η καλοκαιρινή βροχή χτυπάει τα παραθυρόφυλλα
και ένας ματαιόδοξος ήλιος αντανακλάται στον καθρέφτη.
Πολύ, πολύ περίεργο.
Παρόλα αυτά πρέπει να έχω αναμμένη φωτιά τον Ιούνιο
έχει τόσο κρύο
αν και δεν πάει κάτι στραβά με την ισημερία.

[...]

Δυστυχής;
Πατέρα είσαι επίμονος.
Είπα ότι δεν είμαι δυστυχισμένος
αν και ξέρω ότι θα ξέθαβα τη δυστυχία
σε κάθε τι
αν το άγγιζα».
Χριστίνα Λιναρδάκη



Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στις 6.3.2017 στο frear.gr.