Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

Μερικές καταληκτικές σκέψεις για τα "Τέσσερα Κουαρτέτα" του T. S. Eliot

Τα "Τέσσερα Κουαρτέτα" του Eliot ανήκουν, αναμφίβολα, στα μείζονα έργα του, και η θεματική τους επεκτείνεται με ένα τρόπο σχεδόν πρωτόγνωρο, -αν και όχι ασυνήθιστο για τα στοχαστικά standards του ποιητή-, προς ένα είδος ποιητικο-φιλοσοφικής σκέψης που διεκπεραιώνεται από έναν σχεδόν προσωκρατικής υφής (αλλά και ινδουιστικής ως προς ορισμένες εκλεκτικές “συγγένειες”, μάλλον, και όχι τόσον άμεσες αναφορικές “επιδράσεις”) λόγο, με αφορμή, ασφαλώς, το μετέωρο βήμα του δυτικού πολιτισμού μπροστά στην άβυσσο που άνοιγε τότε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος.

Κατά τη γνώμη μου, σε αυτήν την ποιητική τετραλογία, ο Εliot καταδεικνύει με τρόπο κρίσιμο για την ποίηση του 20ού αιώνα, το πώς ένας ποιητής μπορεί να μετέρχεται με μεγάλη ευρηματική άνεση και εκφραστική ευκολία το “κοινωνικό” sub specie aeternitatis αλλά και το “μεταφυσικό” sub specie societatis.

Σε αυτό το κείμενο, δεν θα επιχειρήσουμε μια ανάλυση του έργου, αλλά μια καταληκτική διεξακρίβωση μερικών “ουσιών” του.

Οι φημισμένοι εναρκτήριοι στίχοι, άλλωστε, του “Burnt Norton”, του πρώτου ποιήματος-κουαρτέτου, δηλώνουν με εκφραστικώς κάθετο όσον και συνοπτικό τρόπο, την απόλυτη κυριαρχία του αιωνίου επί του μεμερισμένου στην ανθρώπινη εμπειρία και πρόσληψη:

Time present and time past
Are both perhaps present in time future,
And time future contained in time past.
If all time is eternally present
All time is unredeemable.

Εάν όλος ο χρόνος είναι “αιώνια παρών”, τότε , το “ανεξαργύρωτό” του, δεν μπορεί παρά να παραπέμπει σε ένα είδος “προ-ορισμού” του, και εδώ, μάλλον εντοπίζεται η καρδιά των γηίνων προβλημάτων (“In my beginning is my end”, θα επαναλάβει ο ποιητής στο δεύτερο κουαρτέτο, το “East Coker”).

Ή αλλιώς, αν ο χρόνος είναι προκαθορισμένος, “προ-ορισμένος”, τότε η ερώτηση του ποιητή όπως διατυπώνεται λίγο πιο κάτω, πάλι στο πρώτο μέρος του Burnt Norton, δεν απέχει και πολύ από το να κατρακυλήσει στο κενό:

Footfalls echo in the memory
Down the passage which we did not take
Towards the door we never opened
Into the rose-garden. My words echo
Thus, in your mind.

Ενώ στο τρίτο “κουαρτέτο”, το “Dry Salvages”, ο ποιητής θα δει χωρίς αυταπάτες το στυγνό “μήνυμα” του Χρόνου:

We cannot think of a time that is oceanless
Or of an ocean not littered with wastage
Or of a future that is not liable
Like the past, to have no destination.

Κατά συνέπεια, λοιπόν, όλα εμμένουν και εκρεμμούν σε μια “perpetual possibility”, όπως την διατυπώνει ο ίδιος, και περαιτέρω, στο τετελεσμένο και μη αναστρέψιμο της στιγμής. Αναπόφευκτα κάτι τέτοιο δεν μπορεί παρά να τελείται μέσα, σε μια γενικευμένη από την πλευρά των ανθρώπων αγνωσία του Χρόνου, και εδώ εντοπίζεται η πλέον εφιαλτική διάσταση της Ιστορίας, μιας και τα πάντα μπορούν να προκύψουν ανά πάσα στιγμή μέσα από τις σκοτεινές ατραπούς της. Το “ορισμένο”, το “προκαθορισμένο” δεν είναι εκ των προτέρων γνωστό στον άνθρωπο, έτσι κι αλλιώς, όσον και αν η ποίηση κάποτε το προαισθάνεται, και όσον αν, ακόμα, η Φιλοσοφία της Ιστορίας αποπειράται κάποτε να το προ-εγγίσει θεωρητικώς ή εννοιολογικώς.

Επειδή είναι αλήθεια, πως αυτό που θα μπορούσε να είναι ή να φαντάζει ως “παράδεισια” λήψη στο έδαφος του ιστορικού, δεν είναι καθόλου τέτοιο και δεν ορίζει τίποτε άλλο από τον τρόμο της επόμενης στιγμής. Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος εξ άλλου, προ και εντός της δίνης του οποίου, συνέγραψε ο ποιητής τα “Τέσσερα Κουαρτέτα”, το απέδειξε με τρόπο αναντίρρητο.

Κανείς δεν ξέρει πότε και ποιο αλλόκοτο ον της Ιστορίας θα ανοίξει ανά πάσα στιγμή την πόρτα για να μπει μέσα στο σπίτι, και πότε ο ένοικος αυτού του σπιτιού θα δρασκελίσει το κατώφλι έξω προς την άβυσσο.

Η Ιστορία, σίγουρα, -και αυτό ως ανθρωπότητα το μάθαμε με πολύ επώδυνο τρόπο-, δεν είναι μια ευθύγραμμη πορεία αλλά, μάλλον, μια ασυνέχεια, όπως επίσης και μια διαρκής ησιόδεια τερατογονία που ανακύπτει σπασμωδικώς μέσα από αυτήν την ασυνέχεια και συνωθείται-”προετοιμάζεται” κρυφά πίσω από εποχιακές στάχτες στα μάτια. “Στάχτες στα μάτια” σε αυτήν την περίπτωση, τουτέστιν, τα χρονικά “μεσοδιαστήματα” φαινομενικής η πραγματικής ευημερίας και ευφορίας. Η Belle Époque για παράδειγμα, υπήρξε μια τέτοια στάχτη στα μάτια που την προφύσηξε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος από το μέλλον.

Ο Β Παγκόσμιος Πόλεμος, από την άλλη, δεν έπιασε τον ποιητή “εξ απήνης”, σίγουρα, μιας και τα προμηνύματά του, τα διαισθανόταν αρκετά χρόνια πρωτύτερα, όπως και τόσος κόσμος, όμως του αφήρεσε πλήρως τις “μεσοπολεμικές στάχτες” από τα μάτια του, ή όσες είχαν απομείνει.

Τα “Τέσσερα Κουαρτέτα” είναι μάλλον ένα έργο “απόσπασης” από τον βίαιο καιρό του, όμως για να καταστεί δυνατόν το ακριβώς αντίθετο. Να μπορέσει, δηλαδή, ο ποιητής να έλθει “εγγύτερα” στον κρυμμένο “πυρήνα” του καιρού του και να τον συλλάβει με όσον το δυνατόν πληρέστερο ποιητικό-φιλοσοφικό τρόπο. Και απ' αυτήν την άποψη, τα “Τέσσερα Κουαρτέτα” εμμένουν ως ένα εξαιρετικά φιλόδοξο έργο, όχι όμως αδικαιολόγητα φιλόδοξο για το ποιητικό διαμέτρημα του Eliot.

Απομακρύνεται, λοιπόν, κανείς από εκείνο που επιθυμεί ώστε να μπορέσει να δει “πανοραμικότερα” και σε πληρέστερη θέαση. Τοιουτοτρόπως η απομάκρυνση καθίσταται εγγύτητα. Ο ποιητής, υποχωρώντας από την φαινομενολογία του πολέμου, δεν έχει να πάει πουθενά αλλού, δεν θα μπορούσε να προσφύγει σε κάτι άλλο πέρα από το να καταλήξει να αντικρύζει το μέγα continuum του Χρόνου σε μιαν απορητική-επιβεβαιωτική θέα.

Προσωκρατικός, χριστιανός με ινδουιστικές αφορμές ή αφετηρίες κάποτε, καταλήγει αναπάντεχα ή όχι τόσον αναπάντεχα να “βλέπει” τον Χρόνο μέσα από μιαν ηρακλείτεια-παρμενίδεια θέα.

Αυτό θα μπορούσε να είναι εκλεκτισμός, και σίγουρα είναι όταν προκύπτει ως αρχική πρόθεση, όμως, είναι, κυρίως, κάτι πολυτιμότερο: μια “σύνθεση” ετεροκλήτων ή ανομοιογενών την οποία μονάχα ένας προικισμένος ποιητής μπορεί να φέρει εις πέρας εξ ανάγκης των πνευματικών αναζητήσεών του.

Το “όλον” είναι “ακίνητο” sub specie aeternitatis, πλήρως παρμενίδειο και δοσμένο “εξ αρχής”. Όμως η ηρακλείτεια “ροή” είναι εκείνη που εμμένει στην μεμερισμένη εμπειρία του ανθρώπου. Χωρίς τέλος, πιθανώς χωρίς “ανταμοιβή” (έστω και αν μια τέτοια υπόθεση αντιβαίνει ευθέως προς την χριστιανική εσχατολογία την οποία ο Eliot υπολήπτεται μεγάλως), όπως, άλλωστε, δηλώνει αναρωτώμενος στο δεύτερο “κουαρτέτο” (East Coker, V) :

But perhaps neither gain nor loss,
For us, there is only the trying,
The rest is not our business.

Νύξεις σημαντικές για μιαν ηρακλείτια-παρμενίδεια (στην διατύπωσή της) διαλεκτική ανάμεσα στο έγχρονο-κοινωνικό και αιώνιο-μεταφυσικό είχαμε βέβαια και στο " The Waste Land", ωστόσο, θα έλεγε κανείς πως στα "Τέσσερα Κουαρτέτα", ο σχεδόν προσωκρατικής υφής λόγος αποκαθιστά στην τελειότητά του το μέγα δίλημμα των ημερών:

Houses live and die: there is a time for building
And a time for living and for generation
And a time for the wind to break the loosened pane
And to shake the wainscot where the field-mouse trots
And to shake the tattered arras woven with a silent motto.

Αν ο πολιτισμός μπορεί να εκτρέφει ασυνέχειες ή και θηριωδίες όπως αυτές του Β΄Παγκοσμίου Πoλέμου, τότε μπορεί κάλλιστα να ωθήσει την ίδια την κρίση του, εν είδει διαφυγής και αυτολυτρώσεως, προς τις έσχατες φιλοσοφικές και θρησκευτικές αφετηρίες του Αγνώστου και της Ζωής και να επανακαθορίσει τη μοίρα του.

Βέβαια, αξίζει να λεχθεί για τον Eliot, ειδικώτερα και συγκεκριμένα, πως η ουσία μιας τέτοιας αναζήτησης δεν μπορεί παρά να είναι ο Ιησούς καθώς και τα γεγονότα της σταυρώσεως και αναστάσεώς Του, και κατά συνέπεια, ο δυτικός πολιτισμός αποκτά πραγματικό νόημα μόνον όταν είναι "χριστιανικός" (οι εκλεκτικές συγγένειες με τον Coleridge, ως προς αυτήν την οπτική, δεν θα έπρεπε ίσως να αγνοηθούν).

Κάτι τέτοιο, σίγουρα, όταν εκφέρεται από την πέννα ενός μεγάλου ποιητή, όπως υπήρξε ο Eliot, δεν είναι κάτι που προσπερνάται εύκολα μέσα σε όλες, βέβαια, τις “ιδιορρυθμίες” που μπορεί να επιφέρει μια “θρησκευτικότερη” οπτική στην ποίηση.

Όμως, έχει σημασία σε αυτές τις περιπτώσεις να γίνεται κατανοητό πως η ποίηση πάντα ήταν και είναι -τουλάχιστον για τους πλέον σημαντικούς εκφραστές της-, όχι τόσον ένα παράθυρο ανοιχτό προς μια “κοινωνική μεταρρύθμιση” (αυτό είναι δουλειά της πολιτικής και μονάχα ο κακός πολιτικός πιστεύει πως είναι ποιητής, και καταλήγει γι' αυτό ακόμα πιο κακός ως ποιητής), αλλά, κυρίως, αν όχι κατά συντριπτική πλειοψηφία, προς μιαν εξωιστορική δύναμη που "απειλεί" πάντοτε να κλέψει την παράσταση του χρόνου...

Είναι λογικό, λοιπόν, πως ο χριστιανικών πεποιθήσεων Eliot δεν μπορούσε παρά να επιτυπώσει την δική του πιστοποίηση της αιωνιότητας μέσω του θρησκευτικού συμβολισμού που ήταν πλέον προσφιλής σε αυτόν, και μάλιστα με έναν, ομολογουμένως, sui generis τρόπο, μιας και εδώ οι μίξεις της χριστιανικής σκέψης με την ινδική Μπαγκαβάτ Γκίτα, αποτρέπουν ολοσχερώς το ενδεχόμενο μιας στείρας και μονολιθικής "πίστης" που απλά επαφίεται στο τετελεσμένο κάποιων γραφών δοσμένων άπαξ και δια παντός .

Θα πρέπει, ωστόσο, να επισημάνει κάποιος, πως στα μέσα του 20ού αιώνα, όταν οι ιδεολογίες και οι παγκόσμιες αξίες είχαν κατακουρελιαστεί και εν πολλοίς μεταμορφωθεί από παραδείσια μελλοντολογικά όνειρα σε στυγνούς παροντικούς εφιάλτες, και για να το δούμε ειδικώτερα και επί παραδείγμασι, καθώς οι ολοκληρωτισμοί του φασισμού και του ναζισμού αποκαλύπτονταν στην πλήρη συνέπειά τους και κατέρρεαν μαζί με το όνειρο για μια ανάγεννηση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ή ενός Τρίτου Ράιχ, ενώ ο σταλινισμός από την άλλη γινόταν ο εν τη πράξει απολυταρχικός αρνητής των πρώτων χρόνων της Οκτωβριανής Επανάστασης και του ελευθεριακού πνεύματος που αυτή προσέκομισε στην ανθρωπότητα.

Σε αυτήν την δίνη λοιπόν, δεν ήταν και τόσο απίθανο ένας ποιητής, και μάλιστα πολύ σημαντικός, να στραφεί προς ένα είδος “θρησκευτικής φιλοσοφίας του πολιτισμού” (αν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την κίνηση του Eliot με αυτόν τον τρόπο), και, ταυτόχρονα, σε έναν ιδιότυπο προσωπικό μυστικισμό που συγκεράζει με εξόχως εκλεκτικό τρόπο κάθε είδος πνευματικού νέκταρ που εμπεριέχουν οι θρησκείες πίσω από τις ιερατικές γραφειοκρατίες και τους δογματικούς μονολιθισμούς τους.

Στον Eliot, εξ άλλου, επανέρχεται συχνά ή όχι σπάνια το ζήτημα μιας "Civitas Dei", ως ένα είδος αντιδότου στον έξαλλο και φονικότατο ιρρασιοναλισμό της εποχής. Ο ιρρασιοναλισμός της θρησκείας και δη της χριστιανικής έναντι του ιρρασιοναλισμού του "πολέμου όλων έναντίον όλων" που γνωστοποίησε με αμείλικτα ρεαλιστικό τρόπο μετά τον Hobbes o Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, αφήνει ωστόσο από την άλλη και μια “ποιητική γεύση αναμονής” έναντι στα μεγάλα που μπορεί να κατορθώσει μια ανθρωπότητα όταν στηρίζεται σε ηθικές αξίες, αλώβητες από το κοινωνικό γίγνεσθαι και τις πολιτικές μεταβολές. Σε αυτό το “αιώνιο” που φαντάζει μιας πιο αδιαπράγματευτης αξίας, στράφηκε ο Eliot μέσα σε καιρούς που τα πάντα φάνταζαν χωρίς αξία πλέον.

Από τη μια η Civitas Dei του ιερού Αυγουστίνου (του πρώτου ίσως "φιλοσόφου" της Ιστορίας) και από την άλλη ο bellum omnium contra omnes του Thomas Hobbes, ο άκρατος σπιριτουαλισμός από την μια μεριά και o πιο κυνικός πραγματισμός από την άλλη, ανοίγουν ένα χάσμα ανάμεσά τους που κάποτε μόνο η ποιητική ιδιοφυία μπορεί να επιλύσει.

Τα "Τέσσερα Κουαρτέττα" θα μπορούσαν να είναι ένα ποιητικό δοκίμιο για τον Χρόνο, αν δεν ήταν κατι πολυτιμότερο:

ένας γάμος του υπερβατικού με την κοινωνία, ένα όραμα παγκόσμιας λύτρωσης που όσο διαρκεί η ζωή και η ποίηση δεν θα πάψει και αυτό να υφίσταται, οποιαδήποτε και αν είναι η μορφή που μπορεί να πάρει, ανά ποιητή, περίσταση και εποχή.

Διονύσιος Πλατανιάς




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου