Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

"Κωλοδουλειά" του Γιάννη Μαυριτσάκη




Το μόνο που επιθυμώ είναι η ησυχία μου αλλά η ησυχία είναι τάφος και η ώρα μου ακόμα δεν έχει έρθει. Μέχρι τότε κάτι πρέπει να επιδιώκω.[1]
 
Ένα θεατρικό έργο γεμάτο εκπλήξεις, αυτό είναι η Κωλοδουλειά του Γιάννη Μαυριτσάκη. Ένας μονόλογος, (ή έστω κατ’ επίφαση διάλογος, δεδομένου η δεύτερη φωνή που ακούγεται προέρχεται από μηχάνημα) που κινείται μεταξύ ενδόμυχων σκέψεων και εκφερόμενων λέξεων σε μια παράδοξη ισορροπία ονείρου. 

Ένα κείμενο σκοτεινό και βίαιο στις λέξεις, ή μάλλον ακριβέστερα στις σκέψεις που γεννιούνται και αποκτούν περίγραμμα σε μια ομίχλη επανάληψης, η Κωλοδουλειά φαίνεται αρκετά νωρίς ότι θα οδηγήσει τον αναγνώστη-θεατή σε δρόμους που συνήθως έχουμε την τάση να αποφεύγουμε. Υπάρχει βία στις εικόνες και ακόμα περισσότερο στις επιθυμίες και πιο συγκεκριμένα στις ζωτικές, και όχι τυχαία: ο συγγραφέας επικεντρώνεται στην τροφή του σώματος μέσω του φαγητού και της σεξουαλικής επαφής. Τόσο η μία ανάγκη όσο και η άλλη συναντιούνται σε ένα κοινό φάσμα που οριοθετείται από το τρίπτυχο ταχύτητα/αποτελεσματικότητα/αποδοτικότητα. Τόσο το φαγητό όσο και το σεξ απεικονίζονται σαν εισβολή στο σώμα που ένω αναγνωρίζει την βιαιότητα, κατά μια έννοια την αποδέχεται και κατά μια άλλη οριακά την αποζητά: τότε η παθογένεια αλλάζει ροπή και οι σχέσεις ισχύος αντιστρέφονται. 

Ο παραλληλισμός ανάμεσα στην πείνα για γρήγορο φαγητό και την πείνα για γρήγορο και αποτελεσματικό σεξ είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρων γιατί μεταξύ άλλων λειτουργεί σε περισσότερα από ένα επίπεδα: σε ένα ταχυφαγείο οι ανάγκες του σώματος καλύπτονται όσο πιο γρήγορα γίνεται αλλιώς η αποδοτικότητα δέχεται πλήγμα. Σ’ αυτό το σημείο εισβάλλει μια σεξουαλικότητα «στοχευμένη», απογυμνωμένη από ανθρώπινη επαφή, μια σεξουαλικότητα με γάντια όπως αυτά που είναι υποχρεωμένη να φοράει η βοηθός όταν αγγίζει τρόφιμα, και οι δύο «πείνες» συναντιούνται για να διαγράψουν παραλληλες πορείες. 

Η απουσία συμβατικών σκηνικών επεξηγήσεων (δεν υπάρχουν κοψίματα με σκηνές και πράξεις) αναγκάζει τον θεατρικό χώρο και χρόνο σε μια μη-αναμενόμενη «διαρρύθμιση» που όμως λειτουργεί πολύ καλά. Από την πρώτη λέξη μέχρι την τελευταία, το κείμενο κινείται σε απόλυτα άκρα σαν ένα εκκρεμές χωρίς τριβή: μέσα στο όνειρο ή πιο σωστά μέσα στον εφιάλτη, η ηρωίδα καλείται να δώσει όνομα σε πράγματα που κινούνται ανάμεσα στην πραγματικότητα της κάθε μέρας και στο παράλληλο σύμπαν των ενδόμυχων σκέψεων. Το εξωτερικό περιβάλλον είναι κλειστό και αποκομμένο από τους άλλους ανθρώπους (πράγμα παράδοξο και σίγουρα ευφυές αν σκεφτεί κανείς ότι το σκηνικό είναι ένα φαστφουντάδικο), όπου όλοι κατασπαράζουν αλλήλους, όχι μέχρι να μείνει μόνο ένας όπως νομίζουν, αλλά τελικά μέχρι να μην μείνει κανείς. 

Τα όρια του χρόνου, του χώρου και της πραγματικότητας ρευστοποιούνται και το συναίσθημα της αγωνίας εγκαθίσταται για την ηρωίδα αλλά και για τον θεατή, συντριπτικό και αδυσώπητο. Δεν θα χαλαρώσει μέχρι το τέλος, αντίθετα, πριν το πάρει κανείς χαμπάρι θα μετατραπεί σε μια αίσθηση εγκλωβισμού που έχει όλα τα χαρακτηριστικά του τετελεσμένου. Η βοηθός αλλά και όσοι άλλοι αναφέρονται στο κείμενο, από συναδέλφους μέχρι πελάτες, είναι καταδικασμένοι να επιστρέφουν ξανά και ξανά στον τόπο του εγκλήματος χωρίς καμία δυνατότητα διαφυγής. Η επανάληψη των κινήσεων στη δουλειά και των σκέψεων που ξετυλίγονται στο μυαλό της ηρωίδας σαν σπιράλ είναι τόσο ακριβής που κατορθώνει να μηδενίσει τον χρόνο γιατί –έστω και συμβολικά- καταλύει τα σημεία εκείνα που θα οριοθετούσαν το πέρασμά του: όπως συχνά συμβαίνει στους εφιάλτες, ο χρόνος παγώνει, και μαζί του παγώνει και η όποια αντίδραση θα μπορούσε να έχει το άτομο, το σπιράλ των σκέψεων γίνεται σπιράλ του χωρόχρονου χωρίς αρχή και τέλος. Η αποδοτικότητα και η αποτελεσματικότητα στην παροχή των υπηρεσιών κέρδισαν τον αγώνα. 

Κρις Λιβανίου

ΥΓ. Η εξαιρετική εισαγωγή του Γιώργου Πεφάνη θα άξιζε ξεχωριστή ανάρτηση. Ας όψεται η έλλειψη χρόνου που στο τέλος θα μας φάει όλους ζωντανούς.


[1] σελ. 31.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου