Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Η ποίηση του Λεωνίδα Κακάρογλου

Η ποίηση του Λεωνίδα Κακάρογλου* μπορεί να κατοικηθεί: μπορεί κάποιος να βρει σ’ αυτήν καταφύγιο και στέγη, μπορεί να πει ότι ανήκει σ’ αυτήν όπως ανήκει στο γένος των ανθρώπων ή ίσως ακριβώς επειδή ανήκει σ’ αυτό. Τελικά, ανήκουμε κάπου; Ή δεν ανήκουμε; Είμαστε οικείοι ή αν-οίκειοι; Είμαστε ανέστιοι; Ή μπορούμε να επιλέξουμε ως εστία την ποίηση;

Η ποίηση του Λεωνίδα είναι ποίηση που ταξιδεύεται, επειδή ταξιδεύει. Πού όμως οδηγεί; Σε τι είδους τοπία; Όχι τόσο σε τοπία του έξω κόσμου, αλλά σε εκείνα τα άλλα, τα τοπία που μας αφήνουν ξύπνιους τα βράδια, που μας κρατούν αιχμάλωτους και στ΄όνομά τους μένουμε για πάντα τρωτοί.

Η ποίηση του Λεωνίδα είναι ποίηση του νερού και της υγρασίας. «Υγρασία, το υλικό των ονείρων», όπως λέει ο ίδιος. Και νερό, η μυστηριώδης ύλη που συνέχει ζωή και θάνατο, μνήμη και λήθη, που εξαγνίζει, που παίρνει μακριά, που καθαίρει: «το νερό πάντα νερό συναντάει». Είναι όμως ποίηση του μικρού νερού κυρίως, όχι τόσο των θαλασσών και των μεγάλων υδάτινων τοπίων (πράγμα παράξενο για έναν ποιητή που ζει σε μια πόλη-λιμάνι), αλλά να, ας πούμε, της βροχής. Της βροχής που όλα τα ξεπλένει, που φέρνει μελαγχολία και με τον ρυθμικό της βόμβο μοιάζει με νανούρισμα: «κοιμήσου αγόρι μου, κοιμήσου/ο ήχος της βροχής να ’ναι μαζί σου». Η ροή του νερού μοιάζει με τη ροή της ζωής, τη ροή του χρόνου, αλλά και τη ροή των αναμνήσεων που αναιρεί τη ροή του χρόνου. Τέλος και αρχή συμπίπτουν, όλα είναι ροή, όλα είναι ρευστά, τίποτε δεν μένει σταθερό, θυμίζοντάς μας το «τα πάντα ρει» του Ηράκλειτου.

Η ποίηση του Λεωνίδα είναι πρωτίστως ποίηση της μνήμης. Της μνήμης που ξεφλουδίζει ανάμνηση την ανάμνηση, που πονάει, μια ποίηση γεμάτη αγκάθια, μα την ίδια στιγμή τρυφερή, απαλή και παράξενα γαλήνια. Ποίηση χαμηλόφωνη, σιγανή, ακόμα κι όταν ουρλιάζει. Της μνήμης που συναντά το όνειρο, άλλωστε «όνειρα και μνήμες το ίδιο ζυγίζουνε/στην ανοικτή καταπακτή του ύπνου». Και του έρωτα που ορίζεται σε σχέση με τη μνήμη: «ο έρωτας θέλει μνήμη/να καθρεφτίζεται εντός της/να γεννά τις αντωνυμίες/τα ρήματα στους δύσκολους καιρούς». Ποίηση της μνήμης, άρα και της νοσταλγίας, που χαρτογραφείται ως «χώρα του πουθενά».

Η ποίηση του Λεωνίδα είναι ακόμα ποίηση της χαρακιάς. «Γεμάτο χαρακιές το παρόν και το παρελθόν/από μέσα τους γλιστρούν τα χρόνια, οι μνήμες, τα όνειρα». Μα και χαρακιάς στο συνεχές του σώματος, του πάντοτε ποθητού ωστόσο απρόσφορου τις περισσότερες ώρες: «Όλο ρωγμές το ορυχείο του κορμιού σου».

Η ποίηση του Λεωνίδα είναι ποίηση του χρόνου: «ο χρόνος είναι η ελάχιστη απόσταση των ονείρων μας». Μόνο που μέσα στην ποίησή του ο χρόνος κυλά διαφορετικά. Ο Νοέμβρης μπορεί να είναι οποιοσδήποτε μήνας, αφού δεν έχει καμιά σημασία αν ήταν Νοέμβρης τότε που διαπράχθηκε το έγκλημα ενάντια στην αγάπη ή ενάντια στη ζωή. Αντίθετα, όμως, εκείνη η μία Τετάρτη μπορεί να σημαδέψει όλες τις Τετάρτες για πάντα: «Την Τετάρτη/θα την ονομάζω “μέρα που άδειασε η πόλη/μέρα που ξύπνησα και δεν ξανακοιμήθηκα/μέρα που λιγόστεψε τις μέρες μου”».

Η ποίηση του Λεωνίδα είναι ακόμη ποίηση του φεγγαριού. Τόσα και τόσα συμβαίνουν κάτω απ’ το φως του, τόσα και τόσα κρύβονται στη σκιά του κι ένας «λαχειοπώλης κόβει το χέρι του στη λεπίδα του φεγγαριού/κι από τότε την τύχη του ιστορεί/όπως άλλοι τις μέρες στον στρατό».

Η ποίηση του Λεωνίδα είναι ποίηση απαρηγόρητη: ένας λυγμός, ένα παράπονο χωρίς παραμυθία. Πηγάζει από την επίγνωση ότι είμαστε μόνοι και μόνοι πορευόμαστε, ότι μόνοι παίρνουμε αποφάσεις, μόνοι ζούμε, εμείς και οι αναμνήσεις μας, και «ζαρώνουν οι μέρες στην υπομονή». «Τα μονοπάτια χορταριάζουν/τα δέντρα κλείνουν τα περάσματα».

Η ποίησή του, τέλος, είναι ποίηση της απουσίας. Εκείνης. Που έφυγε για πάντα: «Τα βράδια/τρίζουν τα σκαλοπάτια/ Όμως η σκάλα άδεια/Τα σκαλοπάτια τρίζουν μόνα τους/συνήθισαν το βάρος της απουσίας». Όχι μόνο εκείνης, αλλά και όλων όσων δεν βλέπουμε πια, όσων πήρε μακριά το νερό.

Ο Λεωνίδας έγραψε και ένα μυθιστόρημα, αρκετά ποιητικό ομολογουμένως. Και σ’ αυτό διηγείται ιστορίες του νερού, μόνο που τώρα η θάλασσα μπαίνει στο πλάνο δυναμικά και η αναφορά σε αυτήν είναι συχνή. Σα να μην της έφτανε η μικρή φόρμα του ποιήματος και χρειαζόταν μεγαλύτερη έκταση για να χωρέσει. «Και τώρα εδώ, σ’ αυτό το λιμάνι. Εγώ η υγρασία κι εσύ ένα μακρινό μετέωρο στην αστρική νύχτα». Το λιμάνι, η παραλία, τα υπόγεια περάσματα απ’ όπου ακούγεται το νερό.

Διηγείται ακόμη κι άλλες ιστορίες ο Λεωνίδας, όπως την ιστορία της ηχούς και την ιστορία του σπασμένου καθρέφτη: «οι λέξεις εκείνα τα βράδια του καλοκαιριού δεν γυρνούσαν πίσω. Χάνονταν σ’ εκατομμύρια σπασμένα λόγια, γκρεμίζονταν σ’ ένα βάραθρο γεμάτο καθρέφτες, που τις πολλαπλασίαζαν και τις παραμόρφωναν, κι αυτό που γυρνούσε πίσω ήταν ένας κοφτός, υπόκωφος ήχος. Σαν γκρέμισμα βράχου ή σαν βροντή. Οι λέξεις που χάθηκαν στη νύχτα. Οι λέξεις που δραπέτευσαν στη νύχτα κι από τότε τραυλίζουν τους ήχους της. Μαζί με τα πεφταστέρια και τους ψίθυρους των ξωτικών».

Και άλλες ακόμη ιστορίες πολλές: την ιστορία της μουσικής και την ιστορία του ουρανού, την ιστορία των αστεριών σε πολλές παραλλαγές, κυρίως όμως την ιστορία του παιγνιδιού ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Και, φυσικά, της κυρίαρχης παντού, της αφέντρας μνήμης. Της μνήμης που διαπερνά τα πάντα και τα καθορίζει, τα νοηματοδοτεί, τα αναιρεί ή τα επανεφεύρει. «Η μνήμη είναι η ζωή σου. Ζεις για να μπορείς να θυμάσαι: αυτό είναι το δράμα σου».

Όμως με την ποίηση ξεκίνησα, με την ποίηση θα τελειώσω, παραφράζοντας λίγο τον Σ.Ν. Φιλιππίδη, καθηγητή νεοελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, ο οποίος είχε γράψει το 2008 ότι ο χώρος στα ποιήματα του Λεωνίδα είναι ασφυκτικά πλήρης: οι ζωντανοί ζούνε και ονειρεύονται δίπλα στους νεκρούς και τους χαμένους στον χρόνο. Κυλάμε όλοι, εμποτισμένοι σε μια σιγαλή λύπη, προς ένα αδιάγνωστο τέλος ή προς μιαν αρχή. Καμιά φορά έχω την εντύπωση πως ζούμε σε παράλληλα σύμπαντα, όπου κάποιοι έχουν επιλέξει να κουβαλούν στους ώμους τους τον πόνο της ανθρωπότητας. Ένας από αυτούς είναι και ο Λεωνίδας Κακάρογλου.


Χριστίνα Λιναρδάκη



* Ο Λεωνίδας Κακάρογλου έχει εκδώσει οκτώ ποιητικά βιβλία. Το πιο πρόσφατο από αυτά, Μνήμη σχεδόν πλήρης, ήταν υποψήφιο για το κρατικό βραβείο ποίησης. Έχει επίσης γράψει ένα, πολύ καλό και σε πολλά σημεία αρκούντως ποιητικό ομολογουμένως, μυθιστόρημα και έχει επίσης συμμετάσχει με κείμενα και ποιήματά του σε ζωγραφικά λευκώματα και οδηγούς για το φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Το κείμενο προέρχεται από την ομιλία της Χ.Λ. στο Φίλιον στις 13.3.2017, όπου έγινε η παρουσίαση του έργου του Λ.Κ. στο πλαίσιο του κύκλου εκδηλώσεων "Φίλοι στο Φίλιον".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου