Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

Θεατρική ανθολογία από το περιοδικό "Ομπρέλα"

Η ΟΜΠΡΕΛΑ, πρωτοποριακό περιοδικό για τα γράμματα, τις τέχνες, τον πολιτισμό, όργανο της ΕΠΟΣ (ενωτικής πορείας συγγραφέων), ιδρύθηκε από τον αξέχαστο Μάκη Αποστολάτο, Ποιητή – δοκιμιογράφο (1948-2010). Κυκλοφόρησε, σε 3μηνη έκδοση από το 1981 έως του 2011. Το τελευταίο τεύχος, 2011, ήταν αφιερωμένο στην μνήμη του εκδότη Μάκη Αποστολάτου.

Η θεματογραφία του περιοδικού, όπως αναφέρει και ο υπότιτλος, δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε θέματα ποίησης ή λογοτεχνίας, αλλά καλύπτει και το χώρο του πολιτισμού με την ευρύτερη έννοια του όρου. Η θεατρική δημιουργία κίνησε το ενδιαφέρον του εκδότη και των συνεργατών του, από τα πρώτα τεύχη του περιοδικού, με μικρά αφιερώματα ή αναφορές στο νεοελληνικό και στο αρχαίο θέατρο (τραγωδία – κωμωδία) σε μικρότερη έκταση.

Αναφορές στο επτανησιακό θέατρο προφανώς, λόγω επτανησιακής καταγωγής του εκδότη, περιστρέφονται γύρω από τους επτανησίους ονομαστούς θεατρικούς συγγραφείς Μάτεση, Γουζέλη και τον πολυγραφότατο Γρ. Ξενόπουλο. Θαυμάσιες είναι οι αναλύσεις πανεπιστημιακών των νεοϊδρυθέντων τμημάτων θεατρολογίας των πανεπιστημίων Αθηνών και Ιονίων νήσων για τις επιδράσεις των κοινωνικών ρευμάτων της εποχής στο Επτανησιακό Θέατρο, καθώς και η συμβολή του τελευταίου στην ανανέωση του νεοελληνικού θεάτρου, μετά την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα. Θα ήταν άδικο να παραλείψουμε τις εύστοχες κριτικές και τις συνεντεύξεις από τις σελίδες του περιοδικού, για την ποιότητα των παραστάσεων του αρχαίου δράματος, στο Ηρώδειο Αθηνών, στην αρχαία Επίδαυρο ή σε άλλα αρχαία θέατρα της επαρχίας κατά τους θερινούς μήνες. Ας θυμηθούμε ονόματα σπουδαίων κριτικών θεάτρου, σκηνοθετών, ηθοποιών, όπως Κ.Ρουγγέρη, Ν. Κατσέλη, Ελένη Βαροπούλου, Βαγ. Θεοδωρόπουλο, Κ. Γεωργουσόπουλο, Ηρακλή Λογοθέτη κ.ά.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 παρατηρείται μια αλλαγή στην ύλη του περιοδικού, με εκτενή αφιερώματα σε πρωτοπόρους Έλληνες και ξένους συγγραφείς, αλλά και σε ανανεωτικά κινήματα στο χώρο των τεχνών. Η τέχνη του θεάτρου έχει την τιμητική της σε αρκετά τεύχη του περιοδικού. Σε τεύχος της άνοιξης του 1998, που είναι αφιερωμένο στον μεγάλο βάρδο της νεοελληνικής ποίησης Κωστή Παλαμά, γίνεται εκτεταμένη αναφορά στο μοναδικό θεατρικό έργο του την γνωστή μας «Τρισεύγενη». Ο εκδότης παρατηρεί επιδράσεις σε αυτό το δράμα του Παλαμά από τον κορυφαίο Νορβηγό θεατρικό συγγραφέα Ίψεν. Ένα δράμα έξω από την προγονοπληξία και την ήθογραφία της εποχής, ένα έργο, που αντέχει στο χρόνο. Στο ίδιο τεύχος δημοσιεύεται μια εξαίρετη ανάλυση από την Αθηνά Κορώνη, πανεπιστημιακό, θεατρολόγο για το θέατρο στην Αμερική κατά την τελευταία 20ετία του 20ού αιώνα. Η Αθηνά Κορώνη παρατηρεί «πολλοί είναι πλέον οι κριτικοί στις Ηνωμένες Πολιτείες που ομιλούν για μία αναγέννηση του Αμερικανικού Θεάτρου και, χωρίς αμφιβολία, στην αναγέννηση αυτή έχουν συμβάλει νέες δημιουργίες, όπως το έργο «Τρεις ψηλές γυναίκες» του Έντουαρντ Άλμπυ, καθώς και η εκ νέου εμφάνιση έργων όπως «Ο θάνατος του Εμποράκου» του Άρθουρ Μίλλερ.

Ακολουθεί το 2001 το αφιέρωμα στον Άγγελο Σικελιανό: «Άγγελος Σικελιανός 50 χρόνια απουσίας». Σελίδες του περιοδικού αφιερώνονται στην μεγάλη στροφή του Σικελιανού στις τραγωδίες, στα κρίσιμα για την Ελλάδα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Η στροφή αυτή με τις τραγωδίες «Σίβυλλα», «Ο Χριστός στη Ρώμη», «Ο θάνατος του Διγενή» δείχνει ότι η σκέψη του Σικελιανού είναι επίκαιρη και κινείται στα πλαίσια του νέου οράματος της ρωμιοσύνης.

Δύο τεύχη της ΟΜΠΡΕΛΑΣ (2004) είναι αφιερωμένα στο «Έτος Τσέχωφ». 100 χρόνια από το θάνατο του μεγάλου Ρώσου θεατρικού συγγραφέα και διηγηματογράφου. Ένα από τα καλύτερα αφιερώματα για τον κορυφαίο θεατρικό συγγραφέα. Το αφιέρωμα αρχίζει με μία σύντομη αναφορά στο έργο του Τσέχωφ, από τον μελετητή και μεταφραστή του Ρώσου συγγραφέα, Βασίλη Ντινόπουλο. Διακρίνεται ένα σπάνιο μακροσκελές άρθρο του ηθοποιού, μεταφραστή, σκηνοθέτη και βουλευτή Λυκούργου Καλλέργη, όπου μεταξύ άλλων τονίζει: «Ο Τσέχωφ, με τη ζωή του και το έργο του, στέκει σαν μία παγκόσμια συνείδηση. Ελέγχει τον άνθρωπο, και προπαντός τον πνευματικό άνθρωπο, αν έπραξε καθώς πρέπει το χρέος, αν είναι γνήσιος, καθαρός, ωφέλιμος στον συνάνθρωπό του, αν δικαίωσε το πέρασμά του από τον πρόσκαιρο τούτο βίο. Ο γιατρός Τσέχωφ ασκεί την ιατρική του με την τέχνη του θεάτρου. Το νυστέρι του, που το χειρίζεται με λεπτότητα και γνώση, φθάνει ως τα έγκατα της ψυχής του ανθρώπου, για να τον γιατρέψει από τις αρρώστιες μιας παράλογης και βασανισμένης ζωής, προκαλώντας του τη μικρότερη δυνατή οδύνη. Με μία μέθοδο επαγωγική, πασχίζει να οδηγήσει τον άνθρωπο στη γνώση μέσα από το αίσθημα και το λυτρωμό, μέσα από την αυτοσυνείδηση. Σε θεατές, ακροατές και αναγνώστες σκορπάει θάρρος και καλοσύνη, δικαιοσύνη και αισιοδοξία. Για αυτό είναι πάντα τόσο οικείος, αγαπητός, πολύτιμος και απαραίτητος».

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το δοκίμιο του ομότιμου καθηγητή πανεπιστημίου-θεατρολόγου Δημ. Σπάθη, με τίτλο: «Κάρολος Κουν και η καθιέρωση του Τσέχωφ στην Ελλάδα», όπου ο πανεπιστημιακός καθηγητής μας εξηγεί γιατί ο Τσέχωφ έμεινε άγνωστος στην Ελλάδα έως τα τέλη της δεκαετίας του ’30. Τον δρόμο για την καθιέρωση του Ρώσου θεατρικού συγγραφέα ανοίγει ο νεαρός Κάρολος Κουν, το 1939 με τον «Βυσσινόκηπο» στο θέατρο του κολεγίου Αθηνών, και συνεχίζει στο «θέατρο τέχνης», μεταπολεμικά, το 1945, με τον «Θείο Βάνια». Τον μιμείται στην δεκαετία του ’50 το Εθνικό θέατρο με τις «Τρεις αδελφές». Ακολουθούν το «Θέατρο της άνοιξης» και το «Θέατρο Ποταμίτη» αργότερα. Ο συγγραφέας καταλήγει: «Η νεοελληνική σκηνή σήμερα, συνεχίζει να δοκιμάζει τις δυνάμεις της και να πλουτίζεται στην αναμέτρηση με τα μεγάλα δράματα του Τσέχωφ, ωριμάζει με το βάθεμα της θεατρικής παιδείας που αυτά τα έργα προϋποθέτουν και επιβάλλουν».

Στο τεύχος αφιέρωμα στον Ιρλανδό συγγραφέα Όσκαρ Ουάιλντ (1854-1900), γίνεται αναφορά στην θεατρική παραγωγή του πρωτοπόρου και αμφισβητία Ιρλανδού συγγραφέα. Αξιολογούνται οι κωμωδίες του «Η Βεντάλια της Λαίδης Ουϊντερμερ», «Μία γυναίκα χωρίς σημασία», «Ένας ιδανικός σύζυγος», έργα τα οποία έχουν ενθουσιώδη ανταπόκριση στο Αγγλικό κοινό. Ενώ το έργο του «Η σημασία του να είναι κανείς σοβαρός» (1895) είναι ένα από τα πιο πολυπαιγμένα έργα της αγγλικής γλώσσας μετά τον «Άμλετ» του Σαίξπηρ. Όπως σημειώνει η συνεργάτης του περιοδικού Κατερίνα Τσιτσεκλή: «Στο κέντρο των έργων υπάρχει πάντα ένας ήρωας που ξεφεύγει από τις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής και τα διαπερνά μία ευαισθησία βαθιά ανθρώπινη που καταργεί βεβαιότητες και τις αντικαθιστά με τις ανάγκες της ψυχής».

«Το θέατρο του Παραλόγου: μύθος ή πραγματικότητα», με επιμέλεια του Μάκη Αποστολάτου και της αρχαιολόγου-μεταφράστριας Κατερίνας Δήμου, επιχειρεί να μας δώσει νέα στοιχεία για το θέατρο του παραλόγου, έξω από αυτά που γνωρίζουμε από το πασίγνωστο βιβλίο του Μάρτιν Έσσλιν. Σε πολυσέλιδη αναφορά του, ο Γιώργος Γιάνναρης, καθηγητής Πανεπιστημίου και συγγραφέας, υποστηρίζει ότι το «Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι» είναι το προδρομικό έργο του θεάτρου του παραλόγου. Επιλέξαμε να διαβάσουμε ένα «αιρετικό» κείμενο του αφιερώματος, γραμμένο από τον καθιερωμένο κριτικό του θεάτρου Κώστα Γεωργουσόπουλο, που απομυθοποιεί το λεγόμενο «Θέατρο του Παραλόγου», γράφοντας: «Το Θέατρο του Παραλόγου, είναι ένα θεατρολογικό κατασκεύασμα, μία τεχνητή, αντιεπιστημονική και αυθαίρετη θεωρητική μηχανή που έστησε ο Άγγλος ιστορικός του θεάτρου Μ. Έσσλιν. Τσουβάλιασε μέσα σε αυτή την κατηγοριοποίηση ανόμοιους συγγραφείς, ανόμοια έργα, ανόμοιες αισθητικές, ιδεολογικές και φιλοσοφικές συγγραφικές προτάσεις. Από μόνο του το γεγονός ότι οι συγγραφείς που ομαδοποίησε είναι μεταπολεμικοί και ανδρώθηκαν μέσα στο κλίμα της υπαρξιστικής φιλοσοφίας, αλλά και στο έγκλημα της Χιροσίμα, δεν αρκεί να δημιουργήσει σχολή, ομάδα ή κίνημα. Καμία σχέση δεν έχει η δημιουργία του Μπέκετ με τον Ιονέσκο, του Αντάμωβ με του Πίντερ και του Άλμπυ με τον Μπρόξεκ, αλλά το Παράλογο του ανιχνεύει κανείς στα έργα τους δεν είναι διαφορετικό, από εκείνο του Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου, τον Δον Κιχώτη του Θερβάντες, του Βασιλιά Αμπύ του Ζαρρύ ή των έργων του Γκόγκολ, του Οστρόφσκι, του Βιτράκ, του Βίτσκεβιτς και του Ντε Φίλιππο. Σαράντα χρόνια μετά την θεωρητική πεπονόφλουδα του Έσσλιν καιρός είναι να απογαλακτισθούμε από αυτό τον πλαστό τον θεατρολογικό μαστό».

Ο Σουηδός δραματουργός του περασμένου αιώνα Αύγουστος Στρίντμπεργκ (1847-1912), που αγαπήθηκε νωρίς από το ελληνικό θεατρικό κοινό, για τα αριστουργήματά του «Ο Πατέρας» «Οι δανειστές», «Δεσποινίς Τζούλια» δεν είναι δυνατόν να απουσιάσει από τις στήλες του περιοδικού. Δημοσιεύονται κείμενα κορυφαίων του θεάτρου, όπως του Λιγνάδη, του Αλέξη Σολωμού και του Μάριου Πλωρίτη. Ο τελευταίος τον συγκρίνει με τον γείτονά του Νορβηγό Ίψεν τονίζοντας: «Εκεί όπου ο Ίψεν, εξελίσσεται ομαλά, ο Στρίντμπεργκ αλλάζει ολοένα μάσκες, με πυρετική φρενίτιδα, χιμάει προς τα εμπρός, γυρίζει πίσω, κάνει άλματα προς το άγνωστο». Με μία θαυμάσια κοινωνιολογική ανάλυση, επιχειρεί η κοινωνιολόγος Άννα Μαυρολέων, να εξηγήσει τη θετική υποδοχή του Στρίντμπεργκ στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα γράφει: «Η επιρροή του Στρίνμπεργκ δείχνει στους Έλληνες θεατράνθρωπους τον δρόμο προς το κοινωνικό δράμα. Όπου η οικογένεια, η χειραφέτηση της γυναίκας, οι ταξικές σχέσεις, ο συναισθηματισμός των ηρώων κυριαρχούν. Το νεοελληνικό θέατρο αρχίζει σιγά-σιγά να ξεπερνά τα κωμειδύλλια, τις βουκολικές ιστορίες, τις δόξεις και τα πάθη των αρχαίων και βυζαντινών προγόνων». Ένα σπάνιο κείμενο του Δρ. Θεατρολογίας, σχολικού συμβούλου Μιχ. Δήμου με τίτλο: «Η δραματουργία του Στρίντμπεργκ και η σχέση της με την αρχαία τραγωδία», μας αποκαλύπτει την δημιουργική σκέψη του Σουηδού δραματουργού με την αρχαία τραγωδία. Όπως τονίζει ο Μιχ. Δήμου, ο Στρίντμπεργκ ενέταξε τις αντιλήψεις για την αρχαία τραγωδία στα ευρύτερα πλαίσια του ρεαλισμού. Η Λάουρα, η Αλίκη, η Γκέρντα, η Τζούλια, εμβληματικές ηρωίδες στα έργα του συναντούν την Κλυταιμνήστρα, την Μήδεια, την Φαίδρα. Τα πρόσωπα των θρησκευτικής έμπνευσης δραμάτων «Ονειρόδραμα», «Πάσχα», «Ο δρόμος προς την Δαμασκό», που γράφτηκαν τα τελευταία χρόνια της ζωής του, αντιστοιχούν με τους ήρωες της θρησκευτικής έμπνευσης και προβληματισμού τελευταίας τραγωδίας του Ευριπίδη «Οι Βάκχες» «αναδύονται μέσα από τα ζεστά και ρευστά χρώματα του νατουραλισμού στο σκληρό και αμείλικτο φως της τραγωδίας».

Ο Νομπελίστας Γάλλος συγγραφέας Αλμπέρ Καμύ (1913-1960) έγραψε 4 δράματα, αν εξαιρέσουμε τις θεατρικές διασκευές μυθιστορημάτων μεγάλων συγγραφέων, όπως τους «Δαιμονισμένους» του Ντοστογιέφσκυ. Πρόκειται για τα δράματα «Οι Δίκαιοι», «Κατάσταση Πολιορκίας», «Καλιγούλας», ή η «Παρανόηση». Η Χαρά Μπακονικόλα, καθηγήτρια θεατρολογίας στο πανεπιστήμιο Αθηνών και Δρ. της Σορβόνης, στο αφιέρωμα της ΟΜΠΡΕΛΑΣ (Σεπτ. 2010) σε κείμενό της με τίτλο: «Η προβληματική του φόνου στο θέατρο του Αλμπέρ Καμύ» αναφέρει: «Στα έργα αυτά, όπως και σε άλλα ο θάνατος είναι παρών, αλλά ιδωμένος από την οπτική του φόνου. Κάθε φορά όμως, πρόκειται για μια εντελώς ξεχωριστή ματιά πάνω στο θέμα αυτό. Για το λόγο αυτό τα 4 αυτά έργα του Καμύ δεν μοιάζουν σχεδόν καθόλου μεταξύ τους, από φιλοσοφική άποψη. Στην "Παρανόηση", ο φόνος προκύπτει από μία πραγματική θεώρηση της ζωής, στον "Kαλιγούλα" και τους "Δίκαιους" από μία οντολογική και κοινωνική ιδεολογία αντίστοιχα, ενώ στην "Κατάσταση πολιορκίας" από την μισαλλόδοξη βία μίας εγκόσμιας εξουσίας που συμβολίζεται με τον ίδιο το θάνατο, ως αυθαίρετο διανομέα μιας επιδημικής μάστιγας».

Ο Νικολάι Γκόγκολ (1809-1852), ο μεγάλος ουκρανός μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας, η ρώσικη γραφίδα της ουκρανικής λαογραφίας, ο πιστός χριστιανός, ο χίππυ, ο ταξιδιώτης, παραμυθάς κατά τους ιστορικούς της λογοτεχνίας. Ο γνωστός στην Ελλάδα με τις αριστουργηματικές κωμωδίες «Επιθεωρητής», «Παίχτες» και άλλα διηγήματά του. Η θεατροποιημένη νουβέλα του «Το ημερολόγιο ενός τρελού» είχε μεγάλη απήχηση στο θεατρικό κοινό, κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Το τεύχος της ΟΜΠΡΕΛΑΣ (Καλοκαίρι 2009), δημοσιεύει δύο παρεμβάσεις για το έργο αυτό, του γιατρού – Λογοτέχνη Γερ. Ρηγάτου και του γνωστού μας Βασ. Φίλια, καθηγητή κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ο Γερ. Ρηγάτος συμφωνεί σε γενικές γραμμές με την άποψη του Νίκου Καζαντζάκη, άριστου γνώστη της ρωσικής λογοτεχνίας. Ο Γερ. Ρηγάτος γράφει: «Ο Γκόγκολ δεν βλέπει αξιοθρήνητους ήρωες, δεν είναι μαριονέτες του οποιουδήποτε εστέτ, που τους γελοιοποιεί για να δώσει ένα κάποιο αδιέξοδο στην πλήξη και στη ρουτίνα του. Ο Γκόγκολ πονά ο ίδιος και ο πόνος είναι αυτός ακριβώς που γεννά την ευαισθησία και την ανθρωπιά του, αυτό και όλο το έργο διαχέεται από βαθύ οίκτο και μοναδική τρυφερότητα για τον καθημερινό άνθρωπο». Πολιτικοκοινωνική είναι η άποψη του Βασ. Φίλια, τη διαβάζουμε: «Ο Γκόγκολ είναι θεμελιακά συντηρητικός, όμως η πνευματική συνέπεια και εντιμότητα, είναι τέτοια ώστε να στηλιτεύει τα κακώς κείμενα με μία οξύτητα, που ελάχιστοι πριν και μετά από αυτόν έκαναν και ως προς τούτο υπάρχει μία σαφέστατη ομοιότητα προς τον βασιλόφρονα Μπαλζάκ που έδωσε με το έργο του την σκληρότερη και ρεαλιστικότερη κριτική της ανερχόμενης γαλλικής καπιταλιστικής κοινωνίας της εποχής».

Τελειώνοντας, δεν είναι σωστό να παραλείψουμε, όχι μόνο για λόγους ιστορικούς, ένα αφιέρωμα του περιοδικού για την κυπριακή λογοτεχνία και το θέατρο το 2004 – 30 χρόνια από την Τουρκική εισβολή. Ο Κύπριος ηθοποιός-σκηνοθέτης Νίκος Χαράλαμπος αφιερώνει αρκετές σελίδες για την ιστορική διαδρομή του Κυπριακού θεάτρου από το 1960 (έτος της Κυπριακής Ανεξαρτησίας) έως το 2004. Όπου μας αποκαλύπτει μία έκρηξη της θεατρικής ζωής στην 15ετία 74-90. Σήμερα το θέατρο της Κύπρου παύει να είναι ένα επαρχιακό θέατρο εξαρτημένο από το Εθνικό των Αθηνών ή το Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Με τις παραστάσεις του και τις περιοδείες του με το αρχαίο δράμα συναγωνίζεται επάξια τα Ελλαδικά και Ευρωπαϊκά θέατρα, τιμώντας τον Ελληνικό πολιτισμό σε διεθνή κλίμακα.

 Λουκάς Θεοχαρόπουλος



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου