Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

"Ιάκωβος" του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου



Στον Ιάκωβο του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου κάποιος αφηγείται μια ιστορία. Κι αυτή η ιστορία είναι τόσο παράδοξη που τελειώνει κανείς το βιβλίο και ακόμα δεν είναι σίγουρος τι έχει συμβεί, αν έχει όντως συμβεί κάτι. 

Από την πρώτη γραμμή μέχρι και την τελευταία όλα εκτυλίσσονται σε μια αδιατάραχτη ατμόσφαιρα εφιάλτη. Όχι όμως τρομακτικού αλλά ενός εφιάλτη διαρκούς και απροσδιόριστης αγωνίας. Η δράση είναι τόσο περιορισμένη που φτάνει να είναι σχεδόν ανύπαρκτη, και τα πράγματα διαδραματίζονται σε ένα περίγραμμα κλειδωμένο, με βασικό χαρακτηριστικό τις καταλυτικές εναλλαγές φωτός. Όλο το κείμενο δίνει την εντύπωση σκηνικού ταινίας για εξωτερικές λήψεις χωρίς ηθοποιούς, ίσως μόνο τους κομπάρσους: αφήνει ένα πολύ περίεργο συναίσθημα. Ο χώρος, ο χρόνος και το προφίλ των ανθρώπων που τριγυρίζουν στις σελίδες παίζουν τον μικρότερο δυνατό ρόλο, σαν κάποιος να τους έβαλε εκεί να περιφέρονται χωρίς σκοπό, χωρίς συναισθήματα και χωρίς πολλές κουβέντες. Σαν το κέλυφος μιας ιστορίας που δεν ξεδιπλώθηκε ποτέ, ό,τι συμβαίνει στο βιβλίο αυτό μένει από την πρώτη στιγμή μέχρι και την τελευταία σε μια λυμφατική κατάσταση και σε μια παράλληλη πραγματικότητα κενού αέρος: σαν να υπάρχει το ντεκόρ μέσα στο οποίο θα διαδραματιζόταν κάτι αλλά να μην υπάρχει τίποτα να ειπωθεί. Ο αναγνώστης μένει με μια γεύση παράδοξου και ανοίκειου στο στόμα. 

Τα λίγα, τα ελάχιστα που συμβαίνουν στον Ιάκωβο, συντελούνται σε τετελεσμένο χρόνο, με τέτοιο τρόπο παγιωμένα ώστε η όποια αντίδραση, από όποια πλευρά και αν θα μπορούσε να προέρχεται, να αυτοαναιρείται. Η βιαιότητα που υπολανθάνει (με αρκετή επιτυχία ομολογώ) στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην αδράνεια της κίνησης και της σκέψης, στον ρεαλιστικό και συναισθηματικό εγκλεισμό, στην στατικότητα των πάντων.

Οι μόνοι που έχουν όνομα είναι ο Ιάκωβος, τα μέλη της οικογένειάς του και μια γυναίκα που δουλεύει στον οίκο ανοχής του χωριού, κανείς άλλος από όσους εμφανίζονται κατά διαστήματα στις σελίδες του έργου. Συνειδητοποίησα λοιπόν εξαιτίας αυτού ότι φάντασμα δεν είναι μόνο αυτό που δεν έχει σώμα, ύλη δηλαδή, αλλά και αυτό που δεν έχει όνομα. Κυρίως εκείνο: χωρίς ταυτότητα, χωρίς κανενός είδους περίγραμμα, χωρίς ειδικό βάρος.

Οι σκόρπιες λέξεις στην αρχή κάθε κεφαλαίου που υποτίθεται επικεντρώνουν το βλέμμα του αναγνώστη στα σημαντικά σημεία που έπονται είναι μάλλον μια άστοχη κίνηση, όπως επίσης και η αναφορά στο τέλος κάθε κεφαλαίου ότι το κεφάλαιο... τελείωσε. Υποθέτω ότι είναι σχετικά εύκολο να το καταλάβει κανείς, ιδιαίτερα από τη στιγμή που στην επόμενη σελίδα αρχίζει το επόμενο. Αν είναι ένα είδος αυλαίας που πέφτει μένει να αποσαφηνιστεί, και σε κάθε περίπτωση η χρησιμότητά του παραμένει σκοτεινή. 

Ο Ιάκωβος είναι ένα κείμενο που διαβάζεται με περιέργεια, και δεν έχει ισχυρές ελλείψεις. Ούτε προτερήματα βέβαια, αλλά στον αντίποδα αυτού είναι γεγονός ότι η αίσθηση του παγωμένου χρόνου είναι αποτελεσματικά δοσμένη και καταλήγει να είναι ένας ενδιαφέρων άξονας ελλείψει άλλων.

Έγραφα και στην αρχή ότι είναι ένα πραγματικά περίεργο βιβλίο, μετά το τέλος της ανάγνωσης δεν έχω καταλήξει αν μου αρέσει. Δεν έχω καν καταλήξει για το αντίθετο. 

Κρις Λιβανίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου