Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

"Σκοτεινή συγκατοίκηση" της Φροσούλας Κολοσιάτου

Οι ποιητές μπορούν να δουν σε μια σταγόνα βροχής ένα δάκρυ, ένα διαμάντι, ολόκληρο τον κόσμο. Με ένα τέτοιο διευρυμένο δάκρυ η Φροσούλα Κολοσιάτου προσεγγίζει τον κόσμο, φτιάχνει το υλικό της ποίησης της, ταυτίζει τη μοίρα της με την ανθρώπινη μοίρα.

Πηγή της είναι οι παράξενες μικρές αναμνήσεις που άφησαν πίσω οι αγαπημένοι που έφυγαν… Έρχονται σαν απρόσκλητοι επισκέπτες/ ίσκιοι της μεταμόρφωσης/ κρατούν στα χέρια τους/ συμβολικούς θανάτους/ φέρνει τα μέλλοντα/ να μοιάζουν με τα παρελθόντα/ το μετέωρο βλέμμα τους.

Ο καημός της πατρίδας, ο πόλεμος, η προσφυγιά, ένα καράβι που απομακρύνεται στο βάθος και η αγωνία της ερώτησης, πόσο μακρυά μας πάει; Τι περιμένεις να γυρίσεις; Για εμάς που έχουμε φτιάξει τη ζωή μας αλλού, θα πει, την επιστρέφει ο αντίλαλος/ από όλες τις λύπες/ η πιο λυπημένη.

Οι λέξεις της εφοδιάζονται με μνήμες, μιλούν με τις φωνές άλλων ανθρώπων για το παρόν: όπου και να πας/ θα βρεις ανθρώπους/ πάντα να μετακινούνται/ γράφει, τυλιγμένα στον ύπνο/ μυριάδες χέρια/ υπνοβατούν/ με κύκλους του θανάτου. Οι λέξεις της εφοδιασμένες με ένα περίσσεμα αγάπης κυλούν σαν το νερό, ακουμπούν τη θάλασσα, σε λιμάνια, σε ακτές, όπου συνωστίζονται άνθρωποι σε ανάγκη, ντύνονται την ανθρωπιά τους.

…Εκεί περνούν τα τρένα 
παιδιά με κλάματα
μην κοιμηθείς…

Ο κόσμος μετατρέπεται σε μια παγκόσμια σκηνή, καθώς στις φλόγες του Δεκέμβρη καίγεται η γεωγραφία μιας είδησης… Εικόνες υπερρεαλιστικές διαδέχονται εικόνες ωμού ρεαλισμού, σαν έκτακτα δελτία ειδήσεων, μας ταξιδεύουν στις ανοιχτές πληγές του πλανήτη, στην καρδιά του πολέμου. Φρεγάδες αναχώρησαν/ φέραν μικρά εμπόδια/ τενεκεδένιες σημαδούρες/ στη Μεσόγειο/ Γιουγκοσλαβία/ Αφγανιστάν/ Ιράκ/ Λιβύη/ Συρία… Ο τόπος διαρκώς αλλάζει. Ξεχείλωσαν οι εικόνες/ μέσα από ματωμένες σελίδες/ σε λίγο ξεχασμένες ειδήσεις/... Ζωή να ξαναδώσει/ ποιος μπορεί;…

Ο ποιητικός της φακός καταγράφει την προέλαση ενός αδυσώπητου κακού σε όλο τον πλανήτη, μια κοινότητα πόνου που διαρκώς αυξάνει.

Ο Μινώταυρος της παγκόσμιας οικονομίας αφήνει πίσω του τόσα ξερά στόματα… Νοικοκυριά εύθραυστα/ σαν πορσελάνη/ καταρρέουν χωρίς όνομα/... Ένα πλήθος αστέγων, προσφύγων και μεταναστών πλημμυρίζει τις πόλεις. Ολόκληρη η γεωγραφία αλλάζει…

Μια αγέλη πεινασμένων ανθρώπων
μεταμορφώθηκε
και εγκαταστάθηκε στην πόλη... 
Έκαψα στα γρήγορα
όλες τις μέρες μου
τις χάρισα
σε ένα θίασο περιπλανώμενο
Μέσα ο Μινώταυρος
με πολλά ξερά στόματα
και μια θλίψη άηχη
Έπλυνα τα λόγια του
Στο ψέμα….

Στις φτωχογειτονιές του κόσμου, ένα παιδάκι νηστικό/ στα μικρά του γόνατα/ γράφει ιστορία/ στις καταπακτές της φτώχειας. 

Σε φονικό ρεαλισμό
η Φουκουσίμα
ανελέητα φιλοτεχνεί
τη μεγάλη πληγή του πλανήτη... 
Μέχρι τις θυρίδες της ασφυξίας
εξαντλεί τον ίλιγγο της ζωής… 

Χρηματολάτρες και αργυραμοιβοί με ρούχα ραδιενεργά δημοπρατούν την αγωνία και το φόβο, εξαντλούν ακόμα και το θάνατο…

…Αν δεν αλλάξει ο κόσμος, οι πιθανότητες είναι με το μέρος τους…

Η Σκοτεινή συγκατοίκηση είναι η συνύπαρξη του ανθρώπου με τη διττή φύση του, τον εγωιστικό εαυτό του, εκείνον που προκαλεί τόσα δεινά. Όταν ο άνθρωπος ξεχνάει τη θνητότητά του, και γίνεται αλαζονικός απέναντι στη φύση και στον συνάνθρωπο.

Η Φροσούλα Κολοσιάτου νιώθει την κάθε γωνιά του πλανήτη γειτονιά της, ό,τι συμβαίνει εκεί την αφορά. Μαζεύτηκαν πολλά, θα πει, τα καταθέτει στα πρόσωπα του πλήθους, σε ένα δημόσιο μονόλογο… Στις σελίδες της δίνει φωνή στη σιωπή του ανθρώπου σε μια κοινότητα πόνου, όπου ακόμα και οι άγγελοι κοιμούνται…, εκφράζει την αγωνία της για το μέλλον, όταν τα παιδιά μας θα ζήσουν ερήμην μας…

Η ποιήτρια αφηγείται, γιατί όπως μας λέει, όταν αφηγείσαι αντιστέκεσαι, μια διαρκής αντίσταση είναι η αφήγηση…

Κατερίνα Τσιτσεκλή

Ακολουθούν δύο ποιήματα από τη συλλογή:

Δε χάνονται οι χορευτές
Σε ανοιχτές πλατείες
Προσεγγίζουν το φως
Και ό,τι κρύβεται πίσω του
Συνδέονται με τη γιορτή
Μέχρι το άπειρο
Μα όσα συνοψίζονται μέσα στο χορό
Μένουν αθέατα
Στη χαραμάδα
Της τελευταίας εξάντλησης
Γέμισε η πόλη ευαισθησία
Ας γίνει ο χορός
Ανυπακοής γιορτή

../..

Όταν οι ουρανοί της πόλης
Χειροκροτούν σε πάμφωτο ελεγκτήριο
Άνθρωποι φοβούνται τους ανθρώπους
Παραμένουν στα όνειρα σκοτεινοί
Σαν τις καταιγίδες
Παγωμένοι από αρχαία λάβα
Και σιωπές
Έχουν την γκριμάτσα του πόνου
Όπως ελέφαντες
Κάνουν μερικά βήματα πίσω
Και βγάζουν κραυγή
Σαν να κλαίνε

Όσοι ξέμειναν από κόσμο

Κινδυνεύουν


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου