Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

"Φιλί της ζωής" του Θανάση Χατζόπουλου



Αυγή και ροδοπέταλο
Χάσμα και ύλη στα ρείθρα της κραυγής σου[1]

Μια ερωτική, καθαρά ερωτική συλλογή, αυτό είναι η πρώτη σκέψη και ο κεντρικός άξονας που εξελίσσεται και ξεδιπλώνεται στο σύνολο των ποιημάτων που αποτελούν το Φιλί της ζωής του Θανάση Χατζόπουλου. Και παρόλο που είμαι αναγκασμένη να σχολιάσω την εκ των πραγμάτων και σχεδόν νομοτελειακή έλλειψη πρωτοτυπίας, τα πράγματα στην πορεία αποδεικνύονται γεμάτα ενδιαφέρον. 

Αυτό που ο ποιητής επιδιώκει και στο τέλος επιτυγχάνει είναι να κοιτάξει τον εαυτό του μέσα από τα μάτια του Άλλου, πιο συγκεκριμένα τον καινούριο του εαυτό ως αποτέλεσμα της ύπαρξης του Άλλου. Το Εγώ που αφήνεται στο Εσύ δεν είναι πρωτότυπο, είναι γεγονός. Το Εγώ που αφήνεται στον εαυτό του όμως μπορεί κάλλιστα να είναι. Το ερωτικό στοιχείο λειτουργεί σαν κύριος μοχλός, είναι όμως διακριτικό και σε κάποια σημεία μέχρι και ντροπαλό ίσως κι έτσι, απογυμνωμένη από την οποιαδήποτε υποψία ωμής έκθεσης της ερωτικής επιθυμίας, η συλλογή διαγράφει μια πορεία προς τον Άλλο με την αποφασιστικότητα και το θάρρος του μη-αποτρέψιμου:

            Διασχίζεις την σκέψη μου
Και χωρίζεις το πριν
Απ’ το μετά των γεγονότων[2]
 
Τον ποιητή δείχνει να τον ενδιαφέρει ό,τι συμβαίνει στο μεταίχμιο της στιγμής και στις παρυφές της αγωνίας, το πώς επαναοριοθετούνται δύο άνθρωποι μετά από εκείνη την πρώτη επαφή που θα θέσει σε καινούρια τροχιά τις ζωές τους ακυρώνοντας τις προηγούμενες πορείες. Η αγωνία που φέρνει η συνειδητοποίηση πως ό,τι αποτελούσε την μέχρι τώρα ζωή δύο ανθρώπων έχει οριστικά κλειδωθεί στο παρελθόν, αποδίδεται συχνά στους τελευταίους στίχους που παραμένουν μετέωροι να ακροβατούν κάπου ανάμεσα στο πριν και στη νέα συνθήκη.
Ο Χατζόπουλος παίζει με την απόσταση των σωμάτων και το βάθος των συγκινήσεων, και επικεντρώνεται στην τομή ανάμεσα στο απολύτως ευάλωτο του έρωτα και το πανίσχυρο της καινούριας δυναμικής με επιτυχία. Δεν είναι ότι λείπουν τελείως κάποια κλισέ που θα περίμενε κανείς σε ανάλογη θεματολογία, το θετικό όμως είναι ότι δεν βαραίνουν ιδιαίτερα το σύνολο, και παρόλο που ενδεχομένως να μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί, σε κάποιες περιπτώσεις λειτουργούν και σαν σημεία αναφοράς για τον αναγνώστη. Το καίριο στοιχείο, και η μοναδική ίσως ανατροπή στην συλλογή αυτή είναι ότι η συνάντηση ανάμεσα στα δύο μέρη που συγκροτούν το Όλο έχει ήδη συντελεστεί, ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά στο αποτέλεσμά της:

            Εκεί όπου οι αναπνοές μας συντονίστηκαν
Στον βρυχηθμό των εκβολών[3]
 
Ένα ακόμα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι ο λόγος στο Φιλί της ζωής δεν αρθρώνεται, το μήνυμα σπάνια καταλήγει να είναι λεκτικό: περνάει όμως (με ευκολία και ομαλότητα) από άλλα κανάλια των αισθήσεων, της αφής κατά κύριο λόγο, και μετά της όρασης και της ακοής. Η σιωπή θρυμματίζεται από «άφωνους» ήχους, από το τοπίο, από την συγκίνηση. Το Εγώ κοιτάζει τον άλλο άνθρωπο που βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής ευθεία στα μάτια, το θάρρος των στίχων νομίζω ότι συμπυκνώνεται ακριβώς εκεί, στην ένταση της ανακάλυψης και της ακαριαίας αποδοχής.
Στον αντίποδα αυτού βέβαια βρίσκεται το γεγονός ότι το Εγώ του ποιητή αντλεί υπόσταση αποκλειστικά μέσα από το Εσύ και το μετατρέπει σε είδωλό του. Το περίγραμμα του χρόνου και το περίγραμμα του σώματος ταυτίζονται, για να δώσουν στη συνέχεια μια σχεδόν ανοίκεια αίσθηση αλληλεξάρτησης που εξισώνει τις διαφορές και ακυρώνει την όποια αναμέτρηση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους με –αναγκαστικά- διαφορετικό προσωπικό αποτύπωμα:


Ανάγκη να αναπνεύσω την όψη σου
Ανάγκη να αποπλεύσεις από τη μορφή μου[4]

Κανένα εξωτερικό ερέθισμα δεν διαταράσσει τις ισορροπίες ούτε καν ως αφορμή, κάτι που κάνει τον φόβο μιας ενδεχόμενης διάσπασης σχεδόν ισάξιο πρωταγωνιστή σ’ αυτό το έργο φαινομενικά γραμμένο για δύο. Ο αναγνώστης θα κληθεί να βρει μόνος του την θέση του σ’ αυτή τη συλλογή και πιστεύω ότι θα το επιτύχει, όμως παραμένει αναμφισβήτητο το γεγονός ότι τα περιθώρια αποστασιοποίησης είναι στενά και οι διαφυγές περιορισμένες. 
Ήταν αρκετά τα ποιήματα που τράβηξαν την προσοχή μου, παραθέτω δύο:

Καρφώθηκα μες στη ζωή μου
Προσμένοντας μέχρι νά ‘ρθεις. Και ήρθες

Καρφώθηκα μέσα στο σώμα μου
Και να ‘σαι σάρκα και οστά στην αγκαλιά μου

Καρφώθηκα μέσα στο σώμα σου
Για να ‘μαι ορατός μες στη σκιά σου

Καρφώθηκα μες στη σκιά σου
Για να ‘μαι πιο κοντά στο σώμα σου[5]




Οι ψυχές αποσύρονται
Μες στο μεδούλι των σωμάτων
Κι ησυχάζουν
Βαθιές ανάσες χρόνου
Απ’ το βυθό στην επιφάνεια

Εσχάτων μνήμη
Εγγεγραμμένη στο σώμα
Στα λειτουργικά κενά του
Τραυλίζοντας

Με τη διασπορά των γεγονότων
Σ’ ένα τραύμα
Ακόμα αιμορραγούν τα χείλη σου[6]


Κρις Λιβανίου


[1] στ. 12-13, σελ. 25
[2] στ. 1-3, σελ. 11
[3] στ. 1-2, σελ. 24
[4] στ. 1-2, σελ. 30
[5] σελ. 23
[6] σελ. 26

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου