Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Σφηνάκια του Φλεβάρη


"Τραμπάλα" του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου

Επίκαιρη, γρήγορη γραφή και ευθεία ματιά από τη μια μεριά, απουσία πρωτοτυπίας από την άλλη, κάπως έτσι θα περιέγραφα την Τραμπάλα του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου. Δέκα διηγήματα με ένα πολύ ενεργό αφηγητή που εκθέτει πράγματα και συγκινήσεις, αλλάζοντας αδιάκοπα οπτική σε μια προσπάθεια να δημιουργήσει ατμόσφαιρα εγκλεισμού και πλήρους απουσίας ορίων ταυτόχρονα.

Η συλλογή έχει συνοχή στο σύνολό της, και μάλιστα όχι μόνο θεματική (που θα ήταν και η πιθανότερη) αλλά και στιλιστική: τον αναγνώστη τον συντροφεύει σταθερά η ίδια φωνή. Τα διηγήματα κατά το μεγαλύτερο μέρος τους διαδραματίζονται στο μυαλό του αφηγητή, άυλες σκέψεις σε περιορισμένη, σχεδόν ανύπαρκτη δράση: ο αφηγητής μιλάει στον εαυτό του ή στην απέναντι παρουσία (πραγματική ή προϊόν της φαντασίας του) χωρίς ήχο, με λέξεις που κατά ένα περίεργο και συχνά ανησυχητικό τρόπο παρέμειναν στην ενδιάμεση κατάσταση της μη-ομολογημένης πραγματικότητας. Σαν η φωνή του να ξεκινάει για τον έξω κόσμο και να προσκρούει στο γυάλινο διαχωριστικό του δέρματος. Υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις, το διήγημα «Καρδιές για φάγωμα» είναι μια από αυτές για παράδειγμα.

Σε όσα από τα διηγήματα η δράση δεν βρίσκεται στο πρώτο πλάνο ή δεν υπάρχει καν, η ατμόσφαιρα είναι αγωνιώδης και τα όρια ρευστά, τόσο σε ό,τι αφορά την αφήγηση όσο και την δομή των κειμένων. Η απουσία κίνησης και εξωτερικών αλλαγών σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη καταιγιστική παραγωγή σκέψεων δημιουργεί μια αίσθηση σταματημένου χρόνου και εφιάλτη σε εξέλιξη, εκεί νομίζω έγκειται το θετικό στοιχείο αυτής της συλλογής. Ψηλαφούνται οι ρωγμές μιας ζωής στον αυτόματο πιλότο, και περιγράφεται μια καθημερινότητα διαβρωμένη από κάτι, δεν είναι όμως σαφές τι ακριβώς.

Έχω διαβάσει και την Λάσπη πριν από καιρό, την ξεφύλλισα για να δω τι συνέβαινε τότε (έχει εκδοθεί το 2014) και είναι γεγονός ότι υπάρχει εξέλιξη και ταυτόχρονα εδραίωση της ταυτότητας του συγγραφέα. Ακουμπάει την ίδια ματιά στους ανθρώπους και στα συμβαίνοντα, και φαίνεται πως έχει κατά κάποιο τρόπο καταλήξει στο σχήμα γραφής του: προφορικός λόγος σε περιορισμένη στίξη, γρήγορη αλληλουχία σκέψεων και προτάσεων, αναμφισβήτητη ακρίβεια στις λέξεις.

Δεν είναι η πρωτοτυπία, η καινούρια ματιά πάνω στα πράγματα αυτό που κάνει τα κείμενα του Γκέζου να ξεχωρίζουν, θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι η ατμόσφαιρά τους όμως, βαριά και ομιχλώδης, τόσο επαναλαμβανόμενη που καταλήγει εκτός χρόνου. Μένει να αποδειχτεί στο μέλλον.


Κρις Λιβανίου


"Η λιτανεία" του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη

Έχω ξαναδιαβάσει τον Ελπιδοφόρο, στη μία και μοναδική ποιητική του συλλογή Ημερολόγιο μιας μικρής απουσίας. Με χαρά έπιασα τώρα να διαβάσω και τη Λιτανεία του, μια νουβέλα στην οποία ξεδιπλώνονται δύο ιστορίες αγάπης: μια ατυχής, που διαδραματίζεται στις αρχές του 20ού αιώνα, και μία ευτυχής, σύγχρονη. Οι ιστορίες αυτές είναι ένα εύρημα του συγγραφέα που επιτρέπει μια διεισδυτική ματιά στην ιστορία αφενός της Άρτας, όπου εκτυλίσσονται και τα δύο ειδύλλια, και αφετέρου της Ηπείρου γενικότερα. Επομένως, εκτός από δύο πλοκές που αλληλοσυνδέονται, η νουβέλα έχει και δύο σκέλη: ένα φανταστικό και ένα ιστορικό. Όλα μαζί δίνουν ένα ενδιαφέρον σύνολο.

Αν έχει κάποια αδυναμία το βιβλίο, αυτή είναι ότι γίνεται εκτενής περιγραφή καταστάσεων στις οποίες ο συγγραφέας θα ήταν καλύτερο να άφηνε λίγο χώρο για τη φαντασία του αναγνώστη. Ούτως ή άλλως, η λογοτεχνία αυτό υποτίθεται ότι υποκινεί: τη φαντασία του αναγνώστη προς μέρη που και ο ίδιος πρώτη φορά ανακαλύπτει. Νομίζω αυτό οφείλεται στην αμήχανη μεταχείρισή του των δύο ειδυλλίων που εξιστορεί, τη στιγμή που εκείνο που πραγματικά επιθυμούσε εξαρχής ήταν να μιλήσει τεκμηριωμένα για τα κακώς κείμενα στον τόπο - τότε και τώρα. Είναι μια καλή προσπάθεια, προσωπικά όμως ψηφίζω υπέρ της ποιητικής συνιστώσας του Ελπιδοφόρου.


"Ελύτης-Αναγνωστάκης: Δύο ξένοι(;) στην ίδια πόλη" του Γιάννη Κουβαρά

Τον Γιάννη Κουβαρά τον γνώρισα από τον κύκλο της "Ομπρέλας", την πρώτη-πρώτη φορά που με κάλεσαν να μιλήσω σε παρουσίαση βιβλίου πριν από 20 χρόνια περίπου. Είχα μιλήσει πρώτη, θυμάμαι, και όταν πήρε τον λόγο σχολίασε το πόσο αναλυτική ήμουν. Πρέπει να ψήλωσα κάμποσους πόντους τότε.
Ο Γιάννης Κουβαράς είναι εμβριθής θεωρητικός της λογοτεχνίας και έχει γράψει πολλές κριτικές βιβλίων. Ποιητής και ο ίδιος, έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. Το πιο πρόσφατο βιβλιο του εκδόθηκε με αφορμή τη συμπλήρωση 10 ετών από τον θάνατο του Μανόλη Αναγνωστάκη και 20 από εκείνον του Οδυσσέα Ελύτη.

Το αν οι δύο ποιητές ήταν όντως ξένοι μεταξύ τους δεν απαντάται στο βιβλίο, το οποίο είναι μια ανακεφαλαίωση άρθρων του Κουβαρά που δημοσιεύθηκαν στον τύπο, είναι επομένως μια συνοίκηση που έχει την υποβολή της, όπως μας ενημερώνει στον πρόλογο ο συγγραφέας, στην εγγραφή του Αναγνωστάκη από το ΥΓ: "Ο Κάλβος και ο Σολωμός έζησαν είκοσι χρόνια στην ίδια πόλη χωρίς ποτέ να συναντηθούν". Το βιβλίο δίνει στον αναγνώστη την αφορμή - και την ευκαιρία - να μπει ξανά κάτω από τη σκέπη των δύο μεγάλων μας αυτών ποιητών - και αυτό από μόνο του δεν είναι λίγο.

Χριστίνα Λιναρδάκη


2 σχόλια:

  1. Καλλιόπη Δημάκη30 Μαρτίου 2017 - 7:59 π.μ.

    Ε σίγουρα Χριστίνα, πώς να ξεπεράσεις τα ρίγη που προκαλεί σε κάθε στοχαστικό έφηβο η στιλπνότητα στίχων του Ελπιδοφόρου όπως οι παρακάτω: «Αναπολώ τις στιγμές της κουβέντας μας δίπλα στη θάλασσα.
    Ζωγραφίζω καράβια μα η θάλασσα είναι μακριά μου.» Και εξίσου στοχαστική ούσα κι εσύ –σαν έφηβη στα μονοπάτια του PR-, δεν μπορείς να παραβλέψεις την παρουσία του Ελπιδοφόρου στο Διάστιχο! Εύγε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αγαπητή κα Δημάκη, ευτυχώς που είμαι έφηβη του PR γιατί αλλιώς δεν θα είχα την επαναστατικότητα να υπογράψω αναρτήσεις για τις οποίες απειλήθηκα μέχρι και με μήνυση. Όσο για το αν και πού γράφει ο κ. Ιντζέμπελης, σας διαβεβαιώ ότι δεν με αφορά διόλου. Δεν αναθεωρώ τη γνώμη μου για τη συλλογή του, επειδή ορισμένοι στίχοι είναι πιο άτεχνοι ή λιγότερο σφικτοί από πλευράς νοήματος. Η συνολική εντύπωση που μου άφησε ήταν εξαιρετική και, όπως πάντα, γράφω τη γνώμη μου - τίποτε άλλο. Ευχαριστώ για τον χρόνο που αφιερώσατε για να αφήσετε το σχόλιό σας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή