Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

"Εγώ, απέναντι" της Νίκης Κωνσταντοπούλου

Ευαίσθητη, οξυδερκής γραφή, που αντανακλά πολλά επίπεδα πραγματικότητας. Αυτές οι λίγες λέξεις συνοψίζουν την ουσία της γραφής  της Νίκης Κωνσταντοπούλου στην ποιητική συλλογή Εγώ, απέναντι, την οποία προσωπικά θα τιτλοφορούσα Εγώ, από μέσα γιατί το ποιητικό υποκείμενο μιλά πάντα εκ των έσω και για τον τρόπο που παρατηρεί τον κόσμο. Πιθανώς το "απέναντι" του τίτλου να μιλά για τον τρόπο που το "εγώ" αντιπαραβάλλεται προς τον κόσμο, σε αντιδιαστολή αντί εν παραλλήλω.

Απέναντι στον κόσμο, λοιπόν, τον οποίο ατενίζει, η ποιητική φωνή είναι θαρραλέα. Με πλήρη επίγνωση της τρωτότητας της ύπαρξης και της ματαιότητας των μεγάλων αφηγήσεων περί έρωτα, θανάτου κ.λπ. από τη μία, αλλά και της έντασης που προκαλούν τα αιώνια ζητήματα, πορεύεται στη ζωή ανεξαρτήτως και υφιστάμενη. Ανεξαρτήτως τρωτότητας, ανεξαρτήτως ματαιότητας και ταυτόχρονα υφιστάμενη (όχι χωρίς διαμαρτυρία) την ένταση και την έμφαση με την οποία η ζωή της κλείνει το μάτι: κάθε φορά που την αναγκάζει να ανοιχτεί, να δεχτεί και να νιώσει οικειότητα, τις στιγμές δηλαδή που καλείται να κάνει την υπέρβαση.

Θέλει μεγάλο κουράγιο να αποδεχτεί κανείς αυτό που του συμβαίνει και ακόμη μεγαλύτερο να το καταθέσει εγγράφως, γιατί έτσι το παραδέχεται ανεπιστρεπτί. Είναι όμως και τεκμήριο γενναιότητας να μαρτυρεί κάποιος την (πότε φύσει πότε θέσει) αδυναμία του να κάνει την υπέρβαση ή να αρνηθεί να γίνει φυγάς ενός κόσμου που τον πληγώνει επειδή τον ξεπερνά. Το ποιητικό υποκείμενο της Κωνσταντοπούλου διαθέτει αυτή τη γενναιότητα.

Από πλευράς ύφους, η Νίκη Κωνσταντοπούλου φαίνεται να προτιμά τη λιτότητα. Τα σχήματα που μετέρχεται δεν είναι ούτε στομφώδη ούτε βαρύγδουπα. Λέει ό,τι έχει να πει απλά, όπως όταν κατονομάζουμε αυτό που έρχεται καταπάνω μας και δεν μπορούμε να το αποφύγουμε - η μετωπική σύγκρουση με το αναπόφευκτο σηκώνει μέσα της μια τρυφερότητα που περνάει στον στίχο:

Παλιά παλτά του πατέρα μου
που μύριζαν αλκοόλ και τσιγάρο
όπως τα νιάτα του.
Παλιές φούστες της μάνας μου
χρωματιστές με λουλούδια
που μύριζαν άκρατο ρομαντισμό.

ενώ νωρίτερα έχει πει:

Στην ντουλάπα του σπιτιού μου
βάζαμε άτακτα όλα μας τα ρούχα - όπως τις σκέψεις μας.

Πράγματα μικρά, της καθημερινότητας, που βαφτίζονται στην ευαισθησία της ποιητικής φωνής και μετατρέπονται σε τέχνη. Με άλλα λόγια, ό,τι πρέπει να συμβαίνει στην ποίηση.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Ακολουθούν τρία ποιήματα από τη συλλογή:

ΑΛΟΓΟ ΚΟΥΡΣΑΣ

Είμαι πάλι στο σημείο εκκίνησης
περιμένοντας το πυρ για να χυθώ
σαν άλογο κούρσας
πίσω από σένα να τρέξω

Είμαι πάλι στο σημείο μηδέν
μετρώ τα δρομολόγιά μου
τα χιλιόμετρα που φόρεσα
στα κουρασμένα μου πόδια

Σαν θεατής ψυχρός
περιμένοντας τη νίκη σίγουρος
κοιτούσες από μακριά
τη λεπτή μου φιγούρα

Με σένα έμαθα να δρασκελίζω
χαράδρες, ρήγματα και γκρεμούς
Εσύ ακίνητος τραβούσες φωτογραφίες
και πόνταρες στοιχήματα


ΜΑΣΚΕΣ

Με μάσκες ήρθαμε
Με μάσκες φεύγουμε
Κάποιοι στο ενδιάμεσο μας τις τράβηξαν

Κι έτσι μπορέσαμε να δούμε κάτι απ’ τον εαυτό μας.



ΗΘΕΛΑ ΗΘΕΛΕΣ

Ήθελα πολύ να σ' ακουμπήσω, να σε γευτώ με το σάλιο μου,
        να νιώσω το δέρμα που μυρίζω στον ύπνο μου.
Ήθελα πολύ να πάμε βόλτα σε πολύβουες πόλεις με δυνατά φώτα τη νύχτα,
        να κοπάσουν οι εφιάλτες της μαύρης μου θάλασσας.

Ήθελες πολύ να με συναντήσεις - να φιλήσεις τις ρυτίδες μου,
        τα θλιμμένα ηλιοβασιλέματά μου.
Ήθελες πολύ το πελιδνό μου πρόσωπο από φόβο να κάνεις να γελάσει.
        Μα διαλέξαμε δύσκολο δρόμο.

        Τον έρωτα...





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου