Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Χειμωνιάτικα τραγούδια των Ινδιάνων

Να το χιόνι, ρο – ρανι!
Να το χιόνι, ρο – ρανι!
Να ο δρόμος των ψυχών!

Λέει ένα από τα τραγούδια του "Χορού των Φαντασμάτων",  μιας μυστικής ιεροτελεστίας των Iνδιάνων με στίχους που  ήταν ακατανόητοι στους αμύητους.  Ο "Χορός των Φαντασμάτων" ξεκίνησε από τη φυλή των Αραπάχο,  διαδόθηκε σε μια σειρά από φυλές όπως οι Σιου, οι Σαϊέν, οι Παϊούτι και στο τέλος πήρε εθνικό χαρακτήρα, αφού οι φυλές ενώθηκαν γύρω από αυτόν, μέχρι που οι Αμερικάνοι λευκοί τον απαγόρεψαν. Σύμφωνα με το ιστορικό του συγκεκριμένου τραγουδιού, ένας μάγος, ο βοσκός Γουοβόκα "αρρώστησε" την ώρα μιας έκλειψης του ήλιου και είδε ένα όραμα που τον έκανε προφήτη των Ινδιάνων. Στο όραμά του ανέβηκε στον ουρανό όπου ο θεός του έδωσε το χορό για να τον πάει στον λαό του μαζί με συμβουλές ειρηνικής συνύπαρξης. Αν εκτελούσαν τον χορό κάθε τόσο γιο πέντε μέρες ο χαμένος βούβαλος θα ξαναγύριζε στις πεδιάδες και μια νέα γη, λευκή σαν σκεπασμένη από χιόνι θα ξαναρχόταν. Το χιόνι έπαιζε σημαντικό ρόλο στη ζωή των αυτόχθονων κατοίκων της Αμερικής, όπως φαίνεται σε ένα άλλο τραγούδι συμπαθητικής μαγείας:

Χιόνι, έλα, πολύ, για να ΄ναι άφθονο νερό,
σαν έρθει καλοκαίρι.
Πάγε, έλα, σκέπασε τα χωράφια,
να δώσει άφθονη σοδειά η σπορά.
Ας είναι όλες οι καρδιές ευτυχισμένες...

Ο χειμώνας, ειδικά για τους κατοίκους των πιο βόρειων περιοχών, ήταν εξαιρετικά δύσκολος και μακρύς, η μόνη τους συντροφιά τη νύχτα ήταν ο έναστρος, καθαρός ουρανός, όπως βλέπουμε  στο παρακάτω τραγούδι των ιθαγενών Εσκιμώων:

Ε, άστρο εκεί πάνω,
εσύ που κοιτάς από κει πάνω,
τα δάχτυλα σου εκεί πάνω,
δεν πιάστηκαν γρήγορα,
δεν πλέχτηκαν σφιχτά.

Έπεσε κάτω και δεν άγγιξε,
χωρίς διόλου αντίκρυ του ν’ αγγίξει
- δεν άγγιξε.

Ένα ακόμα τραγούδι που ανήκει στον κύκλο του "Χορού των Φαντασμάτων" εκφράζει τον θαυμασμό τον ινδιάνων για τον νυχτερινό ουρανό:

Απάνω εσύ κι εγώ θα πάμε·
στο μάκρος του Γαλαξία εσύ κι εγώ θα πάμε·
στο μάκρος του χναριού των λουλουδιών εσύ κι εγώ θα πάμε·
κόβοντας λουλούδια στο δρόμο μας...

Πολλά τραγούδια περιγράφουν  το παγωμένο τοπίο που αντίκριζαν κάθε μέρα οι Ινδιάνοι του βορρά :

Κοιτάω κατά το νότο το ψηλό Βουνό Κουνάκ,
Κοιτάω τα σύννεφα που μαζεύονται γύρω του·
μελετάω τη φωτεινή τους λαμπρότητα·
γύρω απλώνονται πάνω απ’ το ψηλό Κουνάκ·
σκαρφαλώνουν τα θαλασσινά πλευρά του·
δες πώς γλιστρούν κι αλλάζουν·
κοίτα τα εκεί κατά το νότο·
πως το’ να ομορφαίνει τ’ άλλο·
πως ανεβαίνουν τις νότιες πλαγιές του,
κρύβοντάς το απ’ την αγριεμένη θάλασσα…

Τα στοιχεία της φύσης, όπως ο άνεμος του χειμώνα, συχνά προσωποποιούνται στην ποίηση των Ινδιάνων όπως συμβαίνει  σ’ αυτό το κομμάτι:

Με λήστεψε ο άνεμος,
μου λήστεψε ο άνεμος το σκέπασμα μου.

Αυτό μονάχα είχα γλυτώσει,
μου λήστεψε ο άνεμος το σκέπασμα μου.

Μόνο που δε μπορούσα με το χέρι να το πιάσω·
το σκέφτηκα μα δε μπορούσα με το χέρι να το πιασω...

Με λήστεψε η άθλια φώκια με τα γένια,
μου λήστεψε του καμακιού μου το σκοινί.

Αφού κι οι κυνηγοί της φώκιας δε μπορούσαν τίποτα να πιάσουν,
κι εγώ δεν έριξα με το σκοινί του το καμάκι.

Αφού κι οι κυνηγοί της φώκιας δε μπορούσαν τίποτα να πιάσουν,
περίμενα και το καμάκι μου με το σκοινί έμπηξα γερά.

Στον άνεμο και στα στοιχεία της φύσης αναφέρεται κι ένα άλλο τραγούδι μύησης των εφήβων που έμπαιναν στην κοινότητα ύστερα από κάποια ηλικία. Ο έφηβος έπρεπε  να νηστέψει για μερικές μέρες προκειμένου να έρθει σε επαφή με το φυλακτήριο πνεύμα του. Κάθε Ινδιάνος είχε ένα προσωπικό τραγούδι σαν αυτό:

Ας γύρναγα τη νύχτα,
ας γύρναγα ενάντια στους ανέμους...
ας γύρναγα όταν φωνάζει η κουκουβάγια.

Ας γύρναγα μες την αυγή,
ας γύρναγα ενάντια στους ανέμους,
ας γύρναγα μες την αυγή,
ας γύρναγα όταν κράζει ο κόρακας.

Ένα ακόμα μικρό τραγοούδι για τον άνεμο από την φυλή Τσιπάγουα:

Ο άνεμος,
μονάχα
αυτόν φοβάμαι.

Οι ατέλειωτες μέρες και νύχτες του χειμώνα όμως ήταν και χρόνος αναπόλησης των κυνηγιών του καλοκαιριού. Ένα από τα πιο όμορφα σχετικά τραγούδια είναι  αυτό "Του ελαφιού με την μαύρη ουρά" που έτρεχε κοντά στα "μαγικά σπίτια", τα ερείπια δηλαδή του παλιού οικισμού Pueblo, που θεωρούνταν από τους μεταγενέστερους ιθαγενείς κατοικία των θεών:

Κάτω στα μαγικά σπίτια, κάτω στα μαγικά σπίτια
φυσούν οι άνεμοι και από τα κέρατα και τ’ αυτιά μου
μαζεύτηκαν δυνατότεροι.

Εκεί κάτω έτρεξα τρέμοντας. Εκεί κάτω έτρεξα τρέμοντας
γιατί τόξα και βέλη με κυνηγούσαν, πολλά τόξα
ήταν στ’ αχνάρια μου.

Το κυνήγι  ήταν  ζωτικής  σημασίας για τους αυτόχθονες Ινδιάνους κι ήταν επόμενο τα  καλύτερα τους τραγούδια να μιλούν γι' αυτό. Ένα τέτοιο τραγούδι είναι το "Τραγούδι του κυνηγού" των Τσιπέγουα:

Από μακριά τρέχει
με τ’ άσπρα του ποδάρια
μέσα στους θάμνους.

Από κοντά τρέχει
με τα ρουθούνια του ανοιχτά
πάνω στο γυμνό χώμα.

Η άσπρη ουρά σκαρφαλώνοντας
μοιάζει σα γραμμή πάνω στους βράχους.
Η μαύρη ουρά προχωρώντας
μοιάζει σα ράγισμα στους βράχους.


Απόστολος Σπυράκης



Σημ.: Oι μεταφράσεις  είναι του  Σωκράτη Σκαρτσή από τις εκδόσεις Καστανιώτη και της  Ειρήνης  Βρη από τις εκδόσεις Οδός Πανός.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου