Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

"Στον κάμπο στροβιλίζονται τ' αγκάθια" της Λίλας Τρουλινού






Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου γράφει ότι πρόκειται για ένα κείμενο μεταξύ ποίησης και πεζού λόγου με μια σχεδόν αταξινόμητη γραφή. Και λίγα λέει. 

Μια περίεργη, ιδιόρρυθμη νουβέλα που κινείται σε όλους τους χώρους ανεξαιρέτως, από ποίηση και πεζό (που είναι τα δύο πιο βασικά στοιχεία) μέχρι αυτοβιογραφία, θέατρο και κινηματογραφική γραφή, όλα σε κάποιου είδους αρμονία. Η πρώτη αίσθηση που αποκομίζει κανείς είναι ότι υπάρχει ποιητικότητα στον πεζό λόγο και αφηγηματικότητα στην ποίηση, κάτι που μάλλον έγκειται στο γεγονός ότι η συγγραφέας βάζει σε δεύτερο πλάνο τα στοιχεία καθαρής πλοκής (τι συνέβη πού και πότε) και σε πρώτο την συγκίνηση που παράγεται από τα τεκταινόμενα στο φόντο. 

Είναι ένα πολυσύνθετο κείμενο: έχει από εργασίες παιδιών μέχρι προσωπικές σκέψεις της αφηγήτριας, και το αποτέλεσμα είναι ένα βιβλίο-παρατηρητήριο για τις ζωές των ανθρώπων, μικρών και μεγάλων (θα επανέλθω σ’ αυτό) μιας κλειστής κοινωνίας στην Κρήτη μετά το τέλος της καλοκαιρινής τουριστικής σεζόν. Το αποτέλεσμα που διαβάζουμε είναι κατά μία έννοια αυτό που προκύπτει όταν φιλτράρεται η στεγνή πραγματικότητα μιας ιδιάζουσας καθημερινής ζωής μέσα από την -παιδική- αντίληψη, χωρίς όμως να ξέρουμε με σαφήνεια το πρωτογενές υλικό. 

Τα συμβαίνοντα αλλά και τα συναισθήματα που αυτά προκαλούν είναι ιδωμένα μέσα από τον παραμορφωτικό φακό της παιδικής φαντασίας, με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Η ένταση είναι μεγαλύτερη, τα χρώματα εντονότερα, οι εναλλαγές πιο ακραίες και τελικά οι διαθλάσεις της πραγματικότητας σχεδόν μαγικές. Με την καλή αλλά και με την τρομακτική έννοια του όρου. 

Η αναμφισβήτητη ποιητικότητα φωλιάζει στις ασύμμετρες ισορροπίες και τις φαινομενικά αυθαίρετες εναλλαγές, και σίγουρα σε μια γραφή που στηρίζεται στην αποσπασματικότητα των μύχιων σκέψεων που κάνουμε όλοι. Πρόκειται περισσότερο για φασματική απεικόνιση παρά για κλασική αφηγηματική δομή, και είναι μια χαρά έτσι. Η πραγματικότητα που εδραιώνεται από τους συνειρμούς αντιστέκεται -σθεναρά- στην εξωτερική, κάτι που δεν είναι a priori αρνητικό, σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα είναι ιδιαίτερα γοητευτικό. Είναι όμως ταυτόχρονα γεγονός πως δεν βοηθάει στην επικοινωνία, που σε ένα αφήγημα παίζει ρόλο-κλειδί. 

Ο ρατσισμός στο κείμενο της Λίλας Τρουλινού είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο για να σταθεί κανείς, τόσο για το είδος όσο και για τον τρόπο με τον οποίο σκιαγραφείται. Πρώτον, βλέπουμε να εξυφαίνεται μέσα από αναλαμπές συμβάντων. Γίνεται κάτι, ποιος φταίει; ο ξένος: το παιδί του Βούλγαρου, του μετανάστη, του τσιγγάνου. Χωρίς ερωτήσεις, μόνο με αυτονόητα και αυταπόδεικτα. Σε όλο το κείμενο, δεν αναρωτιέται κανείς σχετικά με το γιατί των συμπερασμάτων, βλέπουμε μόνο την ωμή βία που τα ακολουθεί κατά πόδας. Δεύτερον, η βία που ασκείται από τα παιδιά είναι ακριβώς η ίδια που διαφαίνεται ότι θα ασκείτο από τους μεγάλους σε ανάλογες ευκαιρίες. Και τρίτον, το πλέον τρομακτικό στοιχείο είναι ότι ακριβώς επειδή πρόκειται για παιδιά, δεν υπάρχουν καθόλου ή σχεδόν καθόλου φίλτρα. Δεν υπάρχουν δισταγμοί, ούτε δεύτερες σκέψεις, καλά-καλά δεν υπάρχουν ούτε πρώτες. Μόνο ένα σκληρό ένστικτο. Ο Άρχοντας των μυγών στην ελληνική επαρχία του σήμερα. 

Οι επαναλαμβανόμενες προτάσεις και οι στίχοι πότε λειτουργούν σαν leitmotifs και πότε σαν σύνδεση με προηγούμενα κομμάτια, σαν σκοινί που ενώνει μεταξύ τους τα όσα διαμορφώνουν την πραγματικότητα των ανθρώπων αλλά και την λογοτεχνική πραγματικότητα του ίδιου του βιβλίου. Τα παιδικά μάτια, άλλο ένα συνδετικό στοιχείο της δουλειάς αυτής, λειτουργούν σαν καλειδοσκόπιο για την αντίληψη του χώρου, του χρόνου και των άλλων ανθρώπων, μια αντίληψη που ενίοτε δείχνει τόσο τρομακτική που κατακλύζει μέχρι και την τελευταία σκέψη: παιδιά αλλά και ενήλικες βρίσκονται στο έλεος συνθηκών που τους έχουν προ πολλού ξεπεράσει. 

Τις φορές που οι μεταφορές βρίσκονται στο πρώτο πλάνο της γραφής, το κείμενο παραμένει κλειστό. Ο αναγνώστης καταλαβαίνει λίγα και αισθάνεται πολλά, αγωνία κυρίως, αλλά και άγχος να διακρίνει στο σκοτάδι (ή ακόμα χειρότερα στο ημίφως) αυτά που του προκαλούν αυτή την αγωνία. Όλα τα δυσδιάκριτα και τα καταλυτικά παρόντα. Μίσος, εμπάθεια, ωμή βία, απαίδευτοι και τρομοκρατημένοι άνθρωποι. Η χρήση του ενεστώτα, του ασύνδετου σχήματος στην σύνδεση των προτάσεων και του νοηματικού κρεσέντο σε μεγάλη συχνότητα σε όλο το έργο εδραιώνουν αυτή την αίσθηση αγωνίας που όσο προχωράει η αφήγηση, τόσο ο αναγνώστης αισθάνεται ότι θα βγει εκτός ελέγχου. Τα γεγονότα, έστω και ως αναλαμπές αφήγησης, τραντάζουν τους ανθρώπους και τους ξεπερνάνε. Τόσο τους μικρούς, κατεξοχήν απροστάτευτους, όσο και τους μεγάλους, προσφάτως εγκαταλελειμμένους στη μοίρα τους. 

Στο τέλος του βιβλίου αφηγήτρια και αναγνώστης στέκονται με το τετελεσμένο να κείτεται μπροστά τους. Τα συναισθήματα και οι συγκινήσεις των ηρώων είναι ισοπεδωτικά, δεν υπάρχει άλλη λέξη. Τα παιδιά είναι έρμαια των συνθηκών και απολύτως εκτεθειμένα σε κάθε πιθανό κίνδυνο, και η ελπίδα η μεγάλη απούσα.

Κατά κάποιο τρόπο το ρολόι σταμάτησε.


Κρις Λιβανίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου