Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

"Φιλί της ζωής" του Θανάση Χατζόπουλου



Αυγή και ροδοπέταλο
Χάσμα και ύλη στα ρείθρα της κραυγής σου[1]

Μια ερωτική, καθαρά ερωτική συλλογή, αυτό είναι η πρώτη σκέψη και ο κεντρικός άξονας που εξελίσσεται και ξεδιπλώνεται στο σύνολο των ποιημάτων που αποτελούν το Φιλί της ζωής του Θανάση Χατζόπουλου. Και παρόλο που είμαι αναγκασμένη να σχολιάσω την εκ των πραγμάτων και σχεδόν νομοτελειακή έλλειψη πρωτοτυπίας, τα πράγματα στην πορεία αποδεικνύονται γεμάτα ενδιαφέρον. 

Αυτό που ο ποιητής επιδιώκει και στο τέλος επιτυγχάνει είναι να κοιτάξει τον εαυτό του μέσα από τα μάτια του Άλλου, πιο συγκεκριμένα τον καινούριο του εαυτό ως αποτέλεσμα της ύπαρξης του Άλλου. Το Εγώ που αφήνεται στο Εσύ δεν είναι πρωτότυπο, είναι γεγονός. Το Εγώ που αφήνεται στον εαυτό του όμως μπορεί κάλλιστα να είναι. Το ερωτικό στοιχείο λειτουργεί σαν κύριος μοχλός, είναι όμως διακριτικό και σε κάποια σημεία μέχρι και ντροπαλό ίσως κι έτσι, απογυμνωμένη από την οποιαδήποτε υποψία ωμής έκθεσης της ερωτικής επιθυμίας, η συλλογή διαγράφει μια πορεία προς τον Άλλο με την αποφασιστικότητα και το θάρρος του μη-αποτρέψιμου:

            Διασχίζεις την σκέψη μου
Και χωρίζεις το πριν
Απ’ το μετά των γεγονότων[2]
 
Τον ποιητή δείχνει να τον ενδιαφέρει ό,τι συμβαίνει στο μεταίχμιο της στιγμής και στις παρυφές της αγωνίας, το πώς επαναοριοθετούνται δύο άνθρωποι μετά από εκείνη την πρώτη επαφή που θα θέσει σε καινούρια τροχιά τις ζωές τους ακυρώνοντας τις προηγούμενες πορείες. Η αγωνία που φέρνει η συνειδητοποίηση πως ό,τι αποτελούσε την μέχρι τώρα ζωή δύο ανθρώπων έχει οριστικά κλειδωθεί στο παρελθόν, αποδίδεται συχνά στους τελευταίους στίχους που παραμένουν μετέωροι να ακροβατούν κάπου ανάμεσα στο πριν και στη νέα συνθήκη.
Ο Χατζόπουλος παίζει με την απόσταση των σωμάτων και το βάθος των συγκινήσεων, και επικεντρώνεται στην τομή ανάμεσα στο απολύτως ευάλωτο του έρωτα και το πανίσχυρο της καινούριας δυναμικής με επιτυχία. Δεν είναι ότι λείπουν τελείως κάποια κλισέ που θα περίμενε κανείς σε ανάλογη θεματολογία, το θετικό όμως είναι ότι δεν βαραίνουν ιδιαίτερα το σύνολο, και παρόλο που ενδεχομένως να μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί, σε κάποιες περιπτώσεις λειτουργούν και σαν σημεία αναφοράς για τον αναγνώστη. Το καίριο στοιχείο, και η μοναδική ίσως ανατροπή στην συλλογή αυτή είναι ότι η συνάντηση ανάμεσα στα δύο μέρη που συγκροτούν το Όλο έχει ήδη συντελεστεί, ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά στο αποτέλεσμά της:

            Εκεί όπου οι αναπνοές μας συντονίστηκαν
Στον βρυχηθμό των εκβολών[3]
 
Ένα ακόμα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι ο λόγος στο Φιλί της ζωής δεν αρθρώνεται, το μήνυμα σπάνια καταλήγει να είναι λεκτικό: περνάει όμως (με ευκολία και ομαλότητα) από άλλα κανάλια των αισθήσεων, της αφής κατά κύριο λόγο, και μετά της όρασης και της ακοής. Η σιωπή θρυμματίζεται από «άφωνους» ήχους, από το τοπίο, από την συγκίνηση. Το Εγώ κοιτάζει τον άλλο άνθρωπο που βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής ευθεία στα μάτια, το θάρρος των στίχων νομίζω ότι συμπυκνώνεται ακριβώς εκεί, στην ένταση της ανακάλυψης και της ακαριαίας αποδοχής.
Στον αντίποδα αυτού βέβαια βρίσκεται το γεγονός ότι το Εγώ του ποιητή αντλεί υπόσταση αποκλειστικά μέσα από το Εσύ και το μετατρέπει σε είδωλό του. Το περίγραμμα του χρόνου και το περίγραμμα του σώματος ταυτίζονται, για να δώσουν στη συνέχεια μια σχεδόν ανοίκεια αίσθηση αλληλεξάρτησης που εξισώνει τις διαφορές και ακυρώνει την όποια αναμέτρηση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους με –αναγκαστικά- διαφορετικό προσωπικό αποτύπωμα:


Ανάγκη να αναπνεύσω την όψη σου
Ανάγκη να αποπλεύσεις από τη μορφή μου[4]

Κανένα εξωτερικό ερέθισμα δεν διαταράσσει τις ισορροπίες ούτε καν ως αφορμή, κάτι που κάνει τον φόβο μιας ενδεχόμενης διάσπασης σχεδόν ισάξιο πρωταγωνιστή σ’ αυτό το έργο φαινομενικά γραμμένο για δύο. Ο αναγνώστης θα κληθεί να βρει μόνος του την θέση του σ’ αυτή τη συλλογή και πιστεύω ότι θα το επιτύχει, όμως παραμένει αναμφισβήτητο το γεγονός ότι τα περιθώρια αποστασιοποίησης είναι στενά και οι διαφυγές περιορισμένες. 
Ήταν αρκετά τα ποιήματα που τράβηξαν την προσοχή μου, παραθέτω δύο:

Καρφώθηκα μες στη ζωή μου
Προσμένοντας μέχρι νά ‘ρθεις. Και ήρθες

Καρφώθηκα μέσα στο σώμα μου
Και να ‘σαι σάρκα και οστά στην αγκαλιά μου

Καρφώθηκα μέσα στο σώμα σου
Για να ‘μαι ορατός μες στη σκιά σου

Καρφώθηκα μες στη σκιά σου
Για να ‘μαι πιο κοντά στο σώμα σου[5]




Οι ψυχές αποσύρονται
Μες στο μεδούλι των σωμάτων
Κι ησυχάζουν
Βαθιές ανάσες χρόνου
Απ’ το βυθό στην επιφάνεια

Εσχάτων μνήμη
Εγγεγραμμένη στο σώμα
Στα λειτουργικά κενά του
Τραυλίζοντας

Με τη διασπορά των γεγονότων
Σ’ ένα τραύμα
Ακόμα αιμορραγούν τα χείλη σου[6]


Κρις Λιβανίου


[1] στ. 12-13, σελ. 25
[2] στ. 1-3, σελ. 11
[3] στ. 1-2, σελ. 24
[4] στ. 1-2, σελ. 30
[5] σελ. 23
[6] σελ. 26

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Σφηνάκια του Φλεβάρη


"Τραμπάλα" του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου

Επίκαιρη, γρήγορη γραφή και ευθεία ματιά από τη μια μεριά, απουσία πρωτοτυπίας από την άλλη, κάπως έτσι θα περιέγραφα την Τραμπάλα του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου. Δέκα διηγήματα με ένα πολύ ενεργό αφηγητή που εκθέτει πράγματα και συγκινήσεις, αλλάζοντας αδιάκοπα οπτική σε μια προσπάθεια να δημιουργήσει ατμόσφαιρα εγκλεισμού και πλήρους απουσίας ορίων ταυτόχρονα.

Η συλλογή έχει συνοχή στο σύνολό της, και μάλιστα όχι μόνο θεματική (που θα ήταν και η πιθανότερη) αλλά και στιλιστική: τον αναγνώστη τον συντροφεύει σταθερά η ίδια φωνή. Τα διηγήματα κατά το μεγαλύτερο μέρος τους διαδραματίζονται στο μυαλό του αφηγητή, άυλες σκέψεις σε περιορισμένη, σχεδόν ανύπαρκτη δράση: ο αφηγητής μιλάει στον εαυτό του ή στην απέναντι παρουσία (πραγματική ή προϊόν της φαντασίας του) χωρίς ήχο, με λέξεις που κατά ένα περίεργο και συχνά ανησυχητικό τρόπο παρέμειναν στην ενδιάμεση κατάσταση της μη-ομολογημένης πραγματικότητας. Σαν η φωνή του να ξεκινάει για τον έξω κόσμο και να προσκρούει στο γυάλινο διαχωριστικό του δέρματος. Υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις, το διήγημα «Καρδιές για φάγωμα» είναι μια από αυτές για παράδειγμα.

Σε όσα από τα διηγήματα η δράση δεν βρίσκεται στο πρώτο πλάνο ή δεν υπάρχει καν, η ατμόσφαιρα είναι αγωνιώδης και τα όρια ρευστά, τόσο σε ό,τι αφορά την αφήγηση όσο και την δομή των κειμένων. Η απουσία κίνησης και εξωτερικών αλλαγών σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη καταιγιστική παραγωγή σκέψεων δημιουργεί μια αίσθηση σταματημένου χρόνου και εφιάλτη σε εξέλιξη, εκεί νομίζω έγκειται το θετικό στοιχείο αυτής της συλλογής. Ψηλαφούνται οι ρωγμές μιας ζωής στον αυτόματο πιλότο, και περιγράφεται μια καθημερινότητα διαβρωμένη από κάτι, δεν είναι όμως σαφές τι ακριβώς.

Έχω διαβάσει και την Λάσπη πριν από καιρό, την ξεφύλλισα για να δω τι συνέβαινε τότε (έχει εκδοθεί το 2014) και είναι γεγονός ότι υπάρχει εξέλιξη και ταυτόχρονα εδραίωση της ταυτότητας του συγγραφέα. Ακουμπάει την ίδια ματιά στους ανθρώπους και στα συμβαίνοντα, και φαίνεται πως έχει κατά κάποιο τρόπο καταλήξει στο σχήμα γραφής του: προφορικός λόγος σε περιορισμένη στίξη, γρήγορη αλληλουχία σκέψεων και προτάσεων, αναμφισβήτητη ακρίβεια στις λέξεις.

Δεν είναι η πρωτοτυπία, η καινούρια ματιά πάνω στα πράγματα αυτό που κάνει τα κείμενα του Γκέζου να ξεχωρίζουν, θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι η ατμόσφαιρά τους όμως, βαριά και ομιχλώδης, τόσο επαναλαμβανόμενη που καταλήγει εκτός χρόνου. Μένει να αποδειχτεί στο μέλλον.


Κρις Λιβανίου


"Η λιτανεία" του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη

Έχω ξαναδιαβάσει τον Ελπιδοφόρο, στη μία και μοναδική ποιητική του συλλογή Ημερολόγιο μιας μικρής απουσίας. Με χαρά έπιασα τώρα να διαβάσω και τη Λιτανεία του, μια νουβέλα στην οποία ξεδιπλώνονται δύο ιστορίες αγάπης: μια ατυχής, που διαδραματίζεται στις αρχές του 20ού αιώνα, και μία ευτυχής, σύγχρονη. Οι ιστορίες αυτές είναι ένα εύρημα του συγγραφέα που επιτρέπει μια διεισδυτική ματιά στην ιστορία αφενός της Άρτας, όπου εκτυλίσσονται και τα δύο ειδύλλια, και αφετέρου της Ηπείρου γενικότερα. Επομένως, εκτός από δύο πλοκές που αλληλοσυνδέονται, η νουβέλα έχει και δύο σκέλη: ένα φανταστικό και ένα ιστορικό. Όλα μαζί δίνουν ένα ενδιαφέρον σύνολο.

Αν έχει κάποια αδυναμία το βιβλίο, αυτή είναι ότι γίνεται εκτενής περιγραφή καταστάσεων στις οποίες ο συγγραφέας θα ήταν καλύτερο να άφηνε λίγο χώρο για τη φαντασία του αναγνώστη. Ούτως ή άλλως, η λογοτεχνία αυτό υποτίθεται ότι υποκινεί: τη φαντασία του αναγνώστη προς μέρη που και ο ίδιος πρώτη φορά ανακαλύπτει. Νομίζω αυτό οφείλεται στην αμήχανη μεταχείρισή του των δύο ειδυλλίων που εξιστορεί, τη στιγμή που εκείνο που πραγματικά επιθυμούσε εξαρχής ήταν να μιλήσει τεκμηριωμένα για τα κακώς κείμενα στον τόπο - τότε και τώρα. Είναι μια καλή προσπάθεια, προσωπικά όμως ψηφίζω υπέρ της ποιητικής συνιστώσας του Ελπιδοφόρου.


"Ελύτης-Αναγνωστάκης: Δύο ξένοι(;) στην ίδια πόλη" του Γιάννη Κουβαρά

Τον Γιάννη Κουβαρά τον γνώρισα από τον κύκλο της "Ομπρέλας", την πρώτη-πρώτη φορά που με κάλεσαν να μιλήσω σε παρουσίαση βιβλίου πριν από 20 χρόνια περίπου. Είχα μιλήσει πρώτη, θυμάμαι, και όταν πήρε τον λόγο σχολίασε το πόσο αναλυτική ήμουν. Πρέπει να ψήλωσα κάμποσους πόντους τότε.
Ο Γιάννης Κουβαράς είναι εμβριθής θεωρητικός της λογοτεχνίας και έχει γράψει πολλές κριτικές βιβλίων. Ποιητής και ο ίδιος, έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. Το πιο πρόσφατο βιβλιο του εκδόθηκε με αφορμή τη συμπλήρωση 10 ετών από τον θάνατο του Μανόλη Αναγνωστάκη και 20 από εκείνον του Οδυσσέα Ελύτη.

Το αν οι δύο ποιητές ήταν όντως ξένοι μεταξύ τους δεν απαντάται στο βιβλίο, το οποίο είναι μια ανακεφαλαίωση άρθρων του Κουβαρά που δημοσιεύθηκαν στον τύπο, είναι επομένως μια συνοίκηση που έχει την υποβολή της, όπως μας ενημερώνει στον πρόλογο ο συγγραφέας, στην εγγραφή του Αναγνωστάκη από το ΥΓ: "Ο Κάλβος και ο Σολωμός έζησαν είκοσι χρόνια στην ίδια πόλη χωρίς ποτέ να συναντηθούν". Το βιβλίο δίνει στον αναγνώστη την αφορμή - και την ευκαιρία - να μπει ξανά κάτω από τη σκέπη των δύο μεγάλων μας αυτών ποιητών - και αυτό από μόνο του δεν είναι λίγο.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

"Άντρας που πέφτει" του Νικόλα Σεβαστάκη



Απλά πράγματα συμβαίνουν στην συλλογή με τα δέκα διηγήματα του Νικόλα Σεβαστάκη Άντρας που πέφτει. Υπάρχει ένας –καθόλα κλασικός- αφηγητής, μια δομή που λειτουργεί χωρίς προβλήματα και χωρίς εκπλήξεις, και μια θεματολογία που κινείται σε γενικές γραμμές στα αναμενόμενα καθημερινά. Στην αρχή το ενδιαφέρον μου δοκιμάστηκε, όχι λόγω κακής γραφής ή ανιαρότητας αλλά περισσότερο γιατί δεν έβρισκα αρετές να αγκιστρώσουν το μυαλό μου. Μέγα λάθος. 

Πρωτοτυπία δεν υπάρχει ιδιαίτερα, είναι γεγονός. Υπάρχει όμως κάτι άλλο, που για να ριζώσει στην συνείδηση του αναγνώστη απαιτεί χρόνο και ναι, απαιτεί επίσης υπομονή που παραλίγο να μην επιδείξω: υπάρχει ασφάλεια. Πώς ένας συγγραφέας εδραιώνει το συναίσθημα της ασφάλειας καθώς διηγείται μια ιστορία; Αυτό είναι το ερώτημα που με απασχόλησε σ’ αυτή τη συλλογή γιατί είναι ανεπαίσθητο, «άυλο», και εμφανίζεται περισσότερο ως αποτέλεσμα παρά ως προϋπάρχουσα συγκίνηση. Η αφήγηση γίνεται από έναν προσεκτικό παρατηρητή: χωρίς να επικεντρώνεται στις λεπτομέρειες εις βάρος του συνόλου και της ισορροπίας, βρίσκει ένα τρόπο να τραβάει την προσοχή του αναγνώστη στο υποβόσκον και στο ελάχιστα φανερό, χωρίς να υπερ-εκθέτει, ούτε να εξηγεί τα πάντα. 

Η ασφάλεια γρήγορα συμπληρώνεται από το αίσθημα του οικείου, του αναγνωρίσιμου της καθημερινότητας, για να δημιουργηθούν οι βάσεις μιας πραγματικότητας που μπορεί μεν να είναι πάνω-κάτω γνωστή και προβλέψιμη (εξ’ ου και η έλλειψη πρωτοτυπίας που έλεγα πιο πριν) αλλά ακριβώς επειδή είναι καλά φωτισμένη, έχει την αρετή να διαλύει τους φόβους. Καθημερινούς και ξανα-ακουσμένους, αλλά παρόλα αυτά υπαρκτούς, τρομακτικούς και γνωστούς σε όλους. Ο αφηγητής ξέρει να κάνει καλά ένα πράγμα που αποδεικνύεται θεμελιώδες: να κοιτάζει πολύ προσεκτικά τους ανθρώπους που βάζει στις ιστορίες του. Δεν τους γδύνει για να τους εκθέσει στον αναγνώστη κάτω από ένα φως χειρουργείου αλλά τους αφήνει χώρο και χρόνο να ξεδιπλωθούν μόνοι τους σε όλη τους την ανθρώπινη, ευάλωτη και φθαρτή διάσταση. Δεν υπάρχει εμπάθεια στην γραφή του Νικόλα Σεβαστάκη αλλά ούτε και συγκατάβαση, οι ήρωες είναι εκεί για να διαγράψουν τις δικές τους πορείες και να καταλήξουν όπου τους βγάλει ο δρόμος και η ιστορία τους.

Ο συγγραφέας διηγείται ιστορίες που φαίνεται να έχει ακούσει από άλλους κι έτσι έχουμε ένα είδος διπλής αφήγησης: από τη μια μεριά έχουμε την βασική ιστορία που αποτελεί και τον κορμό του διηγήματος, και από την άλλη την προσωπική ιστορία αυτού που αφηγείται την πρώτη. Το αποτέλεσμα είναι ένα ανεπαίσθητο ταξίδι στο χρόνο, ελάχιστα εμφανές αλλά με μια καταλυτική δύναμη εξίσωσης του παρελθόντος με το παρόν. Με το στοιχείο του ξαφνιάσματος να λείπει, τα διηγήματα της συλλογής αυτής κερδίζουν το ενδιαφέρον με διαφορετικούς τρόπους, τολμώ να πω εκτός πεπατημένης. Μια υπερβολική γραφή που θα «ανάγκαζε» τον αναγνώστη να επικεντρωθεί σε κάποιο ορισμένο σημείο εις βάρος κάποιου άλλου δεν συναντάται σε κανένα κείμενο, κι έτσι εξασφαλίζεται όχι μόνο η ελευθερία του ήρωα αλλά και η ελευθερία του αναγνώστη: τους δίνεται η δυνατότητα να ακολουθήσουν τους δικούς τους δρόμους, και παρόλο που στην περίπτωση του ήρωα αυτή η δυνατότητα είναι εκ των πραγμάτων πλασματική, για τον αναγνώστη δεν είναι καθόλου. Και μπορεί η «μαγεία» να λείπει, αλλά η τρυφερότητα και η αποδοχή του ανθρώπινου σε όλες του τις εκφάνσεις είναι τα δύο δυνατά σημεία αυτής της συλλογής. 

Κρις Λιβανίου

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

"Εγώ, απέναντι" της Νίκης Κωνσταντοπούλου

Ευαίσθητη, οξυδερκής γραφή, που αντανακλά πολλά επίπεδα πραγματικότητας. Αυτές οι λίγες λέξεις συνοψίζουν την ουσία της γραφής  της Νίκης Κωνσταντοπούλου στην ποιητική συλλογή Εγώ, απέναντι, την οποία προσωπικά θα τιτλοφορούσα Εγώ, από μέσα γιατί το ποιητικό υποκείμενο μιλά πάντα εκ των έσω και για τον τρόπο που παρατηρεί τον κόσμο. Πιθανώς το "απέναντι" του τίτλου να μιλά για τον τρόπο που το "εγώ" αντιπαραβάλλεται προς τον κόσμο, σε αντιδιαστολή αντί εν παραλλήλω.

Απέναντι στον κόσμο, λοιπόν, τον οποίο ατενίζει, η ποιητική φωνή είναι θαρραλέα. Με πλήρη επίγνωση της τρωτότητας της ύπαρξης και της ματαιότητας των μεγάλων αφηγήσεων περί έρωτα, θανάτου κ.λπ. από τη μία, αλλά και της έντασης που προκαλούν τα αιώνια ζητήματα, πορεύεται στη ζωή ανεξαρτήτως και υφιστάμενη. Ανεξαρτήτως τρωτότητας, ανεξαρτήτως ματαιότητας και ταυτόχρονα υφιστάμενη (όχι χωρίς διαμαρτυρία) την ένταση και την έμφαση με την οποία η ζωή της κλείνει το μάτι: κάθε φορά που την αναγκάζει να ανοιχτεί, να δεχτεί και να νιώσει οικειότητα, τις στιγμές δηλαδή που καλείται να κάνει την υπέρβαση.

Θέλει μεγάλο κουράγιο να αποδεχτεί κανείς αυτό που του συμβαίνει και ακόμη μεγαλύτερο να το καταθέσει εγγράφως, γιατί έτσι το παραδέχεται ανεπιστρεπτί. Είναι όμως και τεκμήριο γενναιότητας να μαρτυρεί κάποιος την (πότε φύσει πότε θέσει) αδυναμία του να κάνει την υπέρβαση ή να αρνηθεί να γίνει φυγάς ενός κόσμου που τον πληγώνει επειδή τον ξεπερνά. Το ποιητικό υποκείμενο της Κωνσταντοπούλου διαθέτει αυτή τη γενναιότητα.

Από πλευράς ύφους, η Νίκη Κωνσταντοπούλου φαίνεται να προτιμά τη λιτότητα. Τα σχήματα που μετέρχεται δεν είναι ούτε στομφώδη ούτε βαρύγδουπα. Λέει ό,τι έχει να πει απλά, όπως όταν κατονομάζουμε αυτό που έρχεται καταπάνω μας και δεν μπορούμε να το αποφύγουμε - η μετωπική σύγκρουση με το αναπόφευκτο σηκώνει μέσα της μια τρυφερότητα που περνάει στον στίχο:

Παλιά παλτά του πατέρα μου
που μύριζαν αλκοόλ και τσιγάρο
όπως τα νιάτα του.
Παλιές φούστες της μάνας μου
χρωματιστές με λουλούδια
που μύριζαν άκρατο ρομαντισμό.

ενώ νωρίτερα έχει πει:

Στην ντουλάπα του σπιτιού μου
βάζαμε άτακτα όλα μας τα ρούχα - όπως τις σκέψεις μας.

Πράγματα μικρά, της καθημερινότητας, που βαφτίζονται στην ευαισθησία της ποιητικής φωνής και μετατρέπονται σε τέχνη. Με άλλα λόγια, ό,τι πρέπει να συμβαίνει στην ποίηση.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Ακολουθούν τρία ποιήματα από τη συλλογή:

ΑΛΟΓΟ ΚΟΥΡΣΑΣ

Είμαι πάλι στο σημείο εκκίνησης
περιμένοντας το πυρ για να χυθώ
σαν άλογο κούρσας
πίσω από σένα να τρέξω

Είμαι πάλι στο σημείο μηδέν
μετρώ τα δρομολόγιά μου
τα χιλιόμετρα που φόρεσα
στα κουρασμένα μου πόδια

Σαν θεατής ψυχρός
περιμένοντας τη νίκη σίγουρος
κοιτούσες από μακριά
τη λεπτή μου φιγούρα

Με σένα έμαθα να δρασκελίζω
χαράδρες, ρήγματα και γκρεμούς
Εσύ ακίνητος τραβούσες φωτογραφίες
και πόνταρες στοιχήματα


ΜΑΣΚΕΣ

Με μάσκες ήρθαμε
Με μάσκες φεύγουμε
Κάποιοι στο ενδιάμεσο μας τις τράβηξαν

Κι έτσι μπορέσαμε να δούμε κάτι απ’ τον εαυτό μας.



ΗΘΕΛΑ ΗΘΕΛΕΣ

Ήθελα πολύ να σ' ακουμπήσω, να σε γευτώ με το σάλιο μου,
        να νιώσω το δέρμα που μυρίζω στον ύπνο μου.
Ήθελα πολύ να πάμε βόλτα σε πολύβουες πόλεις με δυνατά φώτα τη νύχτα,
        να κοπάσουν οι εφιάλτες της μαύρης μου θάλασσας.

Ήθελες πολύ να με συναντήσεις - να φιλήσεις τις ρυτίδες μου,
        τα θλιμμένα ηλιοβασιλέματά μου.
Ήθελες πολύ το πελιδνό μου πρόσωπο από φόβο να κάνεις να γελάσει.
        Μα διαλέξαμε δύσκολο δρόμο.

        Τον έρωτα...





Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Συνέντευξη του Γιώργου Χρονά στο στίγμαΛόγου

Ένας νέος ποιητής, ο Βαγγέλης Αλεξόπουλος, υποβάλλει ερωτήσεις σε έναν παλαιότερο, τον Γιώργο Χρονά. Τι συμβαίνει όταν δύο ποιητές συνομιλούν για το αντικείμενό τους, την ποίηση; Ας δούμε:


Βαγγέλης Αλεξόπουλος: Πότε γράψατε το πρώτο σας ποίημα και τι σημαίνει ποίηση για εσάς;

Γιώργος Χρονάς: Το πρώτο μου ποίημα πρέπει να γράφτηκε το 1970. Κυκλοφόρησα το 1973 το πρώτο βιβλίο μου. Το Βιβλίο 1. Ήθελα να γράψω ποιήματα που θα αρέσανε στον αναγνώστη. Όχι στους ποιητές, απαραίτητα.

Β. Α.: Πολλοί υποστηρίζουν ότι οι εμπειρίες από τα παιδικά μας χρόνια παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της μετέπειτα προσωπικότητας και του έργου κυρίως των καλλιτεχνών. Πώς θα περιγράφατε τα παιδικά σας χρόνια; Υπάρχει κάποια «πληγή» που σας έχει σημαδέψει;

Γ. Χ.: Τα παιδικά μου χρόνια είναι μαγικά. Και με χαρά και λύπη. Υγεία και ασθένεια. Με σημάδια που έμαθα να τα κρύβω. Η παιδική μου ηλικία κράτησε μέχρι που τελείωσα το γυμνάσιο, 18 χρονώ. Το 1966. Γεννήθηκα το 1948.

Β. Α.:  Ποιοί καλλιτέχνες έχουν επηρεάσει το έργο σας;

Γ. Χ.: Ποιητές και σκηνοθέτες, Γραπτός λόγος. Και ταινίες. Ο δάσκαλός μου Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου – λέει – πως καθιερώνω, παγκοσμίως, την κινηματογραφική ποίηση. Και ο Αρανίτσης μίλησε, για την σκηνοθεσία στο έργο μου. Θα πρόσθετα και την σκηνογραφία.

Β. Α.: Οι δημιουργοί αγαπούν όλα τους τα έργα γιατί είναι παιδιά τους, θα μπορούσατε παρόλα αυτά να ξεχωρίσετε κάποιο από τα έργα σας;

Γ. Χ.: Αγαπώ τα ποιήματά μου, Ο διάβολος των κεραμιδιών, Η δολοφονία της κυρίας Νίχιλ, Η άνοδος και η πτώσις της Λιάνας Τεκίλα, Χωρίς λόγια…

Β. Α.: Πολλά από τα ποιήματά σας έχουν μελοποιηθεί με πολύ μεγάλη επιτυχία. Πώς συνδέεται η ποίηση με τη μουσική;

Γ. Χ.:  Είναι πρόβλημα των συνθετών να μελοποιήσουν ποιήματά μου. Τους ευχαριστώ. Πρώτος ο Γιάννης Μαρκόπουλος, το 1970, μελοποίησε στίχους μου. Και είχα την τύχη να μελοποιηθώ από 20 συνθέτες;. Ανάμεσά τους ο Μάνος Χατζιδάκις, Γιώργος Ανδρέου, Δήμος Μούτσης, Μιχάλης Τρανουδάκης, Δημήτρης Παπαδημητρίου…. Δεν θέλησα πάνω από 120 ποιήματά μου να πάρουν μουσική. Ήταν εύκολο να γράψω πολλά. Και να βγάλω τότε λεφτά. Προτιμώ να πουλώ κάρτες με την Μαντόνα και τους Ντουράν Ντουράν στις εκθέσεις βιβλίου, είπα κάποτε, θυμωμένος στον Μάνο Χατζιδάκι. Και άλλη μια φορά του είπα – ότι η ποίησή μου δεν χρειάζεται μουσική κάλυψη. Μπροστά στον Γκάτσο το είπα. Έπεσε από τα σύννεφα. Του άρεσε.

Β. Α.: Πρόσφατα απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας στον Μπομπ Ντίλαν, έναν Αμερικανό μουσικό. Πολλοί αντέδρασαν αρνητικά σε αυτό υποστηρίζοντας ότι o ποιητής πρέπει να είναι σεμνός, να μη δέχεται βραβεία, να παρατηρεί τον κόσμο από απόσταση. Ο καλός σας φίλος ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος έχει αρνηθεί να παραλάβει βραβεία. Πως σχολιάζετε αυτές τις απόψεις; Υπάρχει παρασκήνιο κατά την επιλογή των ποιητών που βραβεύονται;

Γ. Χ.: Ήταν δικό του θέμα να δεχτεί το βραβείο Νόμπελ ο Ντύλαν. Δεν μου πέφτει λόγος. Δεν έχω λάβει βραβείο στον ελληνικό χώρο. Ούτε θα λάβω. Είμαι μακριά από την λογοτεχνική πασαρέλα των Αθηνών και των δημόσιων σχέσεων. Παρά ότι έχω 24 βιβλία προσωπικά, περιοδικό, με 173 τεύχη μέχρι τώρα, 36 χρόνια, και 500 βιβλία στις ομώνυμες εκδόσεις.

Β. Α.: Πώς ξεχωρίζει ένα καλό ποίημα;

Γ. Χ.: Λάμπει μόνο του σαν αστέρι στη νύχτα της ζωής μας.

Β. Α.: Σημαντικό είναι και το έργο σας στον χώρο του θεάτρου, αυτό τον καιρό άλλωστε παίζεται και το θεατρικό σας: «Το όνομά μου είναι Τζαίημς Ντην» στο οποίο συμμετέχετε ως σκηνοθέτης και ηθοποιός. Τι είναι το θέατρο για εσάς;

Γ. Χ.:  Μια μορφή τέχνης και ποίησης εκ του γεγονότος, της πραγματικότητος. Ναι, στον Ντην κάνω την πρώτη παγκόσμια θεατροποίηση του σύντομου βίου του. Παρά ότι το έχω γράψει 30 χρόνια πριν – το 1987. Όπως και την σκηνοθεσία, γενική επιμέλεια και παίζω κι όλας.

Β. Α.:  Παράλληλα με όλα αυτά διευθύνετε τον ιστορικό εκδοτικό οίκο «Οδός Πανός» και το σχετικό λογοτεχνικό περιοδικό. Παρά την οικονομική κρίση, φαντάζομαι θα συμφωνήσετε, ότι εκδίδονται κάθε χρόνο πολλές ποιητικές συλλογές. Έχουμε ίσως φτάσει σε σημείο οι συγγραφείς ποιητές να είναι περισσότεροι από τους αναγνώστες. Με ποια κριτήρια οι εκδόσεις «Οδός Πανός» αποφασίζουν την έκδοση μιας ποιητικής συλλογής; 

Γ. Χ.:   Οι ποιητές των εκδόσεών μας έχουν το στίγμα του ποιητή. Και ο βίος τους είναι αρμονικός, αυστηρός στην τέχνη τους. Θέλουν να γράφουν καλά ποιήματα. Και προσπαθούν με κάθε τρόπο μελετώντας.

Β. Α.:  Ποιούς σύγχρονους Έλληνες ποιητές θεωρείτε αξιόλογους;

Γ. Χ.:  Αν μιλήσω με ονόματα θα ξεχάσω κάποιους. Και δεν θέλω. Αγαπώ την τέχνη τους. και την διαβάζω. Την παρακολουθώ. Και χαίρομαι που ποιήματα γράφονται ακόμη από αγόρια και κορίτσια στη γλώσσα μας.

Β. Α.:  Έχετε στο συρτάρι σας ανέκδοτο υλικό;

Γ. Χ.:   Όλο και κάτι βρίσκεται. Έχω όπως ξέρετε, εκτός της ποιήσεως, περάσει, στο θεατρικό έργο, στη δημοσιογραφία, στο πεζό, στο στίχο, σκηνοθεσία, ηθοποιός… όλα εκ της ποιήσεως.

Β. Α.: Σας ευχαριστώ πολύ εκ μέρους του ιστολογίου στίγμαΛόγου.


Βιογραφικά στοιχεία: Ο Γιώργος Χρονάς γεννήθηκε, τον Οκτώβριο του 1948, στον Πειραιά. Από το 1973, που εμφανίστηκε στα γράμματα, έχει εκδώσει 24 βιβλία με ποιήματα, πεζά, θέατρο. Έκανε ραδιόφωνο στο Τρίτο Πρόγραμμα και παλαιότερα στο Δεύτερο και Πρώτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας (1979-2014). Ποιήματα και πεζά του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Εκατόν είκοσι (120) τραγούδια του έχουν μελοποιηθεί από Έλληνες συνθέτες. Εκδίδει, από τον Φεβρουάριο του 1981, το περιοδικό Οδός Πανός, τις ομώνυμες εκδόσεις, καθώς και τις "Εκδόσεις Σιγαρέτα". Ήταν υπεύθυνος του ένθετου "Βιβλιοθήκη-Καταφύγιο θηραμάτων" της Ελευθεροτυπίας (2009-2011). Το 2011 έλαβε το Βραβείο Καβάφη. Το 2013 τιμήθηκε από τον Δήμο Πειραιά για την προσφορά του στα Ελληνικά Γράμματα. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Όσο για τον Βαγγέλη Αλεξόπουλο, σύντομο βιογραφικό του φιλοξενείται στην ενότητα "Αρθρογράφοι" στη δεξιά στήλη του ιστολογίου μας.

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

"Ιάκωβος" του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου



Στον Ιάκωβο του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου κάποιος αφηγείται μια ιστορία. Κι αυτή η ιστορία είναι τόσο παράδοξη που τελειώνει κανείς το βιβλίο και ακόμα δεν είναι σίγουρος τι έχει συμβεί, αν έχει όντως συμβεί κάτι. 

Από την πρώτη γραμμή μέχρι και την τελευταία όλα εκτυλίσσονται σε μια αδιατάραχτη ατμόσφαιρα εφιάλτη. Όχι όμως τρομακτικού αλλά ενός εφιάλτη διαρκούς και απροσδιόριστης αγωνίας. Η δράση είναι τόσο περιορισμένη που φτάνει να είναι σχεδόν ανύπαρκτη, και τα πράγματα διαδραματίζονται σε ένα περίγραμμα κλειδωμένο, με βασικό χαρακτηριστικό τις καταλυτικές εναλλαγές φωτός. Όλο το κείμενο δίνει την εντύπωση σκηνικού ταινίας για εξωτερικές λήψεις χωρίς ηθοποιούς, ίσως μόνο τους κομπάρσους: αφήνει ένα πολύ περίεργο συναίσθημα. Ο χώρος, ο χρόνος και το προφίλ των ανθρώπων που τριγυρίζουν στις σελίδες παίζουν τον μικρότερο δυνατό ρόλο, σαν κάποιος να τους έβαλε εκεί να περιφέρονται χωρίς σκοπό, χωρίς συναισθήματα και χωρίς πολλές κουβέντες. Σαν το κέλυφος μιας ιστορίας που δεν ξεδιπλώθηκε ποτέ, ό,τι συμβαίνει στο βιβλίο αυτό μένει από την πρώτη στιγμή μέχρι και την τελευταία σε μια λυμφατική κατάσταση και σε μια παράλληλη πραγματικότητα κενού αέρος: σαν να υπάρχει το ντεκόρ μέσα στο οποίο θα διαδραματιζόταν κάτι αλλά να μην υπάρχει τίποτα να ειπωθεί. Ο αναγνώστης μένει με μια γεύση παράδοξου και ανοίκειου στο στόμα. 

Τα λίγα, τα ελάχιστα που συμβαίνουν στον Ιάκωβο, συντελούνται σε τετελεσμένο χρόνο, με τέτοιο τρόπο παγιωμένα ώστε η όποια αντίδραση, από όποια πλευρά και αν θα μπορούσε να προέρχεται, να αυτοαναιρείται. Η βιαιότητα που υπολανθάνει (με αρκετή επιτυχία ομολογώ) στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην αδράνεια της κίνησης και της σκέψης, στον ρεαλιστικό και συναισθηματικό εγκλεισμό, στην στατικότητα των πάντων.

Οι μόνοι που έχουν όνομα είναι ο Ιάκωβος, τα μέλη της οικογένειάς του και μια γυναίκα που δουλεύει στον οίκο ανοχής του χωριού, κανείς άλλος από όσους εμφανίζονται κατά διαστήματα στις σελίδες του έργου. Συνειδητοποίησα λοιπόν εξαιτίας αυτού ότι φάντασμα δεν είναι μόνο αυτό που δεν έχει σώμα, ύλη δηλαδή, αλλά και αυτό που δεν έχει όνομα. Κυρίως εκείνο: χωρίς ταυτότητα, χωρίς κανενός είδους περίγραμμα, χωρίς ειδικό βάρος.

Οι σκόρπιες λέξεις στην αρχή κάθε κεφαλαίου που υποτίθεται επικεντρώνουν το βλέμμα του αναγνώστη στα σημαντικά σημεία που έπονται είναι μάλλον μια άστοχη κίνηση, όπως επίσης και η αναφορά στο τέλος κάθε κεφαλαίου ότι το κεφάλαιο... τελείωσε. Υποθέτω ότι είναι σχετικά εύκολο να το καταλάβει κανείς, ιδιαίτερα από τη στιγμή που στην επόμενη σελίδα αρχίζει το επόμενο. Αν είναι ένα είδος αυλαίας που πέφτει μένει να αποσαφηνιστεί, και σε κάθε περίπτωση η χρησιμότητά του παραμένει σκοτεινή. 

Ο Ιάκωβος είναι ένα κείμενο που διαβάζεται με περιέργεια, και δεν έχει ισχυρές ελλείψεις. Ούτε προτερήματα βέβαια, αλλά στον αντίποδα αυτού είναι γεγονός ότι η αίσθηση του παγωμένου χρόνου είναι αποτελεσματικά δοσμένη και καταλήγει να είναι ένας ενδιαφέρων άξονας ελλείψει άλλων.

Έγραφα και στην αρχή ότι είναι ένα πραγματικά περίεργο βιβλίο, μετά το τέλος της ανάγνωσης δεν έχω καταλήξει αν μου αρέσει. Δεν έχω καν καταλήξει για το αντίθετο. 

Κρις Λιβανίου