Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

"Αντίστροφα - Love will tear us apart" της Στέργιας Κάββαλου



Με τον ίδιο άνθρωπο που έκλεισα την προηγούμενη χρονιά θα ξεκινήσω και την καινούρια, από μια σύμπτωση που είπα να την κάνω συνειδητή επιλογή: διάβασα το Άλκηστις στην Αγγλία λίγο πριν φύγω, και έπεσα πάνω στο Αντίστροφα κατά την πρώτη μου επίσκεψη στο βιβλιοπωλείο μόλις ήρθα στην Αθήνα για τα Χριστούγεννα. 

Η Άλκηστις και το Αντίστροφα είναι δύο τελείως διαφορετικά βιβλία. Δεν θα τα συγκρίνω λοιπόν, και δεν χρειάζεται κιόλας, αλλά θα επιχειρήσω να ψηλαφήσω τις αναλογίες και τις λέξεις εκείνες που τελικά συνθέτουν ένα ενιαίο σύμπαν, μια κοινή πραγματικότητα. Στο Αντίστροφα αναγνωρίζω την γλώσσα, την ακρίβεια και την ευρηματικότητα που είχα δει στο Φαμιλιάλ και στο Άλκηστις: δεν πρόκειται για μανιέρα αλλά μάλλον για οπτική, ένας σκληρός ρεαλισμός με συναισθήματα που καίνε. Υπάρχει αυτή η γοητευτική κινηματογραφική ματιά στον τρόπο που παρουσιάζονται τα συμβαίνοντα, σαν να πρόκειται για μια σειρά στιγμιότυπων δεμένων μεταξύ τους, άλλοτε στενά και άλλοτε λιγότερο, πότε μπροστά και πότε πίσω από το παρόν, η δομή όμως υποφέρει εξαιτίας της σε τεχνικό επίπεδο: υπάρχουν στιγμές (όχι πολλές ευτυχώς) που η συνολική κατανόηση πληρώνει το κόστος αυτής της μαγικής ατμόσφαιρας της αποσπασματικής γραφής. Όσα λοιπόν αποσιωπούνται στην αφήγηση αναγκαστικά χρεώνονται στην συνολική δομή, η οποία αν δεν είχε την ισχυρή στήριξη του (πολύ δυνατού) εκφραστικού μέσου, θα έγερνε αναμφισβήτητα. Σώζεται από τις λέξεις και τους μη αναμενόμενους και ακριβέστατους συνδυασμούς μεταξύ τους, αλλά τις αφήνει αναγκασμένες να ακροβατούν σε πολύ ασταθείς αφηγηματικές ισορροπίες. 

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της ανάγνωσης κατά τη γνώμη μου είναι η σκιαγράφηση της αιώνιας αντιπαράθεσης του Εγώ και του Εσύ στα πλαίσια μιας σχέσης ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς ανθρώπους που αναζητούν το σημείο σύζευξης. Το κείμενο ξεκινά σαν μια προσωπική εξομολόγηση της ηρωίδας στον αγαπημένο της που έχει πλέον απομακρυνθεί από τη ζωή της: γράφει στο δεύτερο ενικό μόνο και μόνο για να φτάσουν τελικά οι λέξεις και οι σκέψεις της στα δικά της αυτιά, εξημερωμένες και ει δυνατόν λιγότερο τρομακτικές. Στην πορεία οι ισορροπίες αλλάζουν, αν και ποτέ δεν αντιστρέφονται εντελώς, και γίνεται εκείνη το πλάσμα που κινείται κάτω από τους προβολείς.

Το έργο ουσιαστικά αποτελείται από δύο φωνές που παρ’ όλες τις προσπάθειες που καταβάλλονται, την βαθιά επιθυμία και την αμείλικτη ανάγκη, δεν καταφέρνουν να φτάσουν στον προορισμό τους. Η επικοινωνία λοιπόν στηρίζεται στην σωματική και την οπτική επαφή: το άγγιγμα με τα μάτια, ανεπαίσθητο και άυλο, στο κείμενο αυτό έχει μεγάλη ισχύ:

Ξυπνούσα, σε κοίταζα κι ήταν για μένα το πιο αυτονόητο πράγμα στον πλανήτη.[1]

Τόσο η ηρωίδα όσο και ο άνθρωπος που θεωρεί το άλλο της μισό είναι βραχείας διάρκειας μετανάστες: η Ελλάδα και η Γαλλία εναλλάσσονται ως τελικοί τόποι προορισμού, για να εδραιωθεί τελικά αυτή τόσο οικεία σε ορισμένους από μας αίσθηση του μη ανήκειν. Η Στέργια Κάββαλου αποτυπώνει με ακρίβεια και ταυτόχρονα με επιείκεια την αίσθηση του ενδιάμεσου, της αναμονής των ανθρώπων, των καταστάσεων και των συνθηκών που, ενώ αλλάζουν συνεχώς, δεν επιφέρουν ποτέ την κάθαρση που θα εξημερώσει το παρελθόν και θα μαλακώσει την βιαιότητα των συγκινήσεων και των συναισθημάτων.

Αυτό που δεν εξημερώνεται βέβαια είναι η νοσταλγία. Της συμβαίνει μάλιστα το ακριβώς αντίθετο, σιγά-σιγά φτάνει να καταλαμβάνει όλο τον χώρο. Ούτε η νοσταλγία εξημερώνεται, ούτε κι ο έρωτας που καταλήγει να είναι η μόνη δύναμη συνοχής ανάμεσα σε δύο ανθρώπους σχεδόν έκπληκτους μπροστά στις καταλυτικές αλλαγές που οι ίδιοι επιφέρουν στις ζωές τους. Το ενδιαφέρον βέβαια είναι ότι παρ’ όλες τις αντιθέσεις, η συγγραφέας διατηρεί, και μάλιστα καλλιεργεί αυτό το νηφάλιο και ψύχραιμο βλέμμα που ακουμπά πάνω σε πράγματα που φλέγονται, και αποκαλύπτει ότι το πάθος είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την απόγνωση και ταυτόχρονα απογυμνωμένο από το όποιο ίχνος παραίτησης. 

Το Αντίστροφα είναι ένα κείμενο που ξεκινάει σαν ένας μονόλογος με αποδέκτη κάποιον που έχει οριστικά κόψει τις γέφυρες της επικοινωνίας (η ηρωίδα λέει στον άνθρωπο που αγαπάει όλα όσα δεν μπόρεσε για διάφορους λόγους να του πει δια ζώσης) και εξελίσσεται σαν μια άτυπη «συνδιάλεξη» ανάμεσα σε τρεις ανθρώπους. Η αφηγήτρια καταλήγει να μιλάει όλο και πιο συχνά στον ρημαγμένο εαυτό της, να τον πιάνει απ’ τις μασχάλες και να τον βοηθάει να σταθεί όρθιος, όρθιος απέναντι στην πρόκληση της επανένωσης αυτού του όλου που χάθηκε με γενναιότητα και κουράγιο. Στο τέλος τα καταφέρνει. 

Κρις Λιβανίου



[1] σελ. 93

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου