Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

"Στο Χριστό στο κάστρο" - μια διασκευή του διηγήματος του Αλ. Παπαδιαμάντη

Λίγες μέρες πριν από τα φετινά Χριστούγεννα, το στίγμαΛόγου σας αποχαιρετά για τις γιορτές με μια διασκευή του κλασικού διηγήματος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη "Στο Χριστό στο κάστρο" από τον συνεργάτη του ιστολογίου μας, Απόστολο Σπυράκη. Ραντεβού εδώ στις 8 Ιανουαρίου. 


Χρόνια πολλά!!!


Στο Χριστό στο κάστρο

Στο πρώτο λυκόφως της ημέρας, οι επιβάτες της βάρκας κοιτούσαν ο ένας τον άλλον σα να βλέπονταν για πρώτη φορά. Τα πρόσωπά τους ήταν ωχρά, τα χείλη μελανιασμένα, τα χέρια τους είχαν κοκαλιάσει. Η θάλασσα έφριττε από την πνοή του βορρά και στα κύματα που ακούγονταν να σκάνε στην ακτή απαντούσε ο φλοίσβος που χτυπούσε την πλώρη της μεγάλης και δυνατής βάρκας. Ευτυχώς είχε πάψει να χιονίζει, αλλά ο άνεμος έπνεε παγερός. Η σελήνη είχε δύσει προ πολλού, τα άστρα έτρεμαν εκεί ψηλά στο στερέωμα όπου στέκονταν στη μέση του ουρανού, ο πήχης, η άρκτος και ο πολικός αστέρας έλαμπαν με τη βαθιά τους λάμψη. Ο κυρ Αλεξανδρής ονειρεύονταν ότι βρισκόταν ακόμα στην κλίνη του κι απορούσε πως αυτή τραμπαλιζόταν σα να ήταν παιδικό κρεβατάκι, ενώ ο γιος του παπά, ο Σπύρος, έκανε μετάνοιες όλη την ώρα και η κόκκινη μύτη του ήταν το μόνο ορατό σημείο του σώματος του.

Όταν έφτασαν στο ύψος της κοιλάδας, την ώρα που ο ήλιος έγερνε στη δύση του, τα κύματα άρχισαν να διογκώνονται κατάπρωρα του μικρού σκάφους και η βάρκα με το λευκό πανί της, τον φλόκο και την αντένα της άρχισε να σκιρτά πάνω στο κύμα, πότε ανερχόμενη στα ψηλά όρη που σχηματίζονταν πότε κατερχόμενη τις ρευστές κοιλάδες, τη μια φορά έτοιμη να καταποντιστεί στην άβυσσο, την άλλη έτοιμη να κατασυντριβεί πάνω στην απόκρημνη ακτή. Ο παπάς μουρμούριζε μέσα του την παράκληση κι μπάρμπα Στεφανής, ο παλιός ναυτικός, έπνιγε την οργή του, καθώς δεν μπορούσε να ξεσπάσει σε καμιά βλαστήμια του τύπου: «Σκύλιασε ο διαολόκαιρος, λύσσαξε! Θα σκάσεις αντίχριστε Τούρκο! Το μουχαμέτη σου μέσα!», εξαιτίας της παρουσίας του παπά. Τα κύματα χτυπούσαν την πλώρη, έσκαγαν πάνω στα πλευρά του σκάφους και εισορμώντας στο κύτος έπλητταν τα πρόσωπα κα μαστίγωναν τα χέρια των επιβατών. Η βαρκούλα κινδύνευε να αφανιστεί κι ο βυθός της θάλασσας έμοιαζε να φιλονικεί με την βραχώδη ακτή για το ποιος θα κερδίσει πρώτος τη λεία του.

Τη στιγμή ακριβώς που θα έβλεπαν το κάστρο, απ’ το οποίο απείχαν πλέον δύο ακόμη μίλια, άρχισε να σκοτεινιάζει. Τα σύννεφα που είχαν μαζευτεί στην ανατολή εμπόδιζαν να φανεί το παρήγορο φως της σελήνης, ο άνεμος αντί να πέσει δυνάμωνε, αγρίευε, θέριευε κι η πορεία του σκάφους γινόταν αδύνατη. Πλέον δεν έβλεπαν τίποτε ούτε εμπρός ούτε δεξιά εκτός από δύο σκοτεινούς, χλωμούς όγκους. Ευτυχώς ο μπάρμπα Στεφανής γνώριζε απ’ έξω όλους τους κάβους, τις ξέρες και τις αμμουδιές: «Εδώ, εδώ είν’ ένα λιμανάκι, παπά, κάτω απ’ το πρωί από κατ’ απ’ την Αγιά Αναστασία στα Μποστάνια»

Η παπαδιά έψαχνε να ψηλαφίσει τον μικρό γιο της, τον Σπύρο, που τουρτούριζε παρά την βαριά περιβολή του. Είχε κρίνει ότι όφειλε να τον πάρει μαζί της κι έτσι τον είχε ξυπνήσει απότομα, τον έντυσε με διπλά πουκάμισα, φανέλες, ένα χοντρό μάλλινο γιλέκο, διπλό σακάκι και πανωφόρι ενώ είχε τυλίξει τον λαιμό του μ’ ένα μάλλινο, χνουδωτό μαντήλι. Όπως καθόταν στην αριστερή μεριά της πρύμνης, η παπαδιά ζητούσε να ψηλαφήσει τα χέρια και το στήθος του παιδιού, αλλά δεν έβρισκε σάρκα κάτω απ’ το βαρύ ντύσιμο.

«Να, για τον γιόκα σου τα παθαίνουμε αυτά, παπαδιά!», της φώναξε ο παπάς που καθόταν όλη την ώρα  στο πηδάλιο, φορώντας τη γούνα του, και που, παρά την κρισιμότητα των στιγμών, δεν είχε χάσει την καλή του διάθεση.

Πράγματι ο γιος του παπά, ο δωδεκαετής Σπύρος, που τον φώναζαν χαϊδευτικά Λαμπράκη, εξαιτίας της ισχνότητας και της αδυναμίας απ’ τις οποίες έφεγγε το προσωπάκι του, είχε κινδυνεύσει να πεθάνει πέρσι τις μέρες των Χριστουγέννων. Η παπαδιά, που έφτανε πλέον τα πενήντα και τον είχε στερνοπαίδι και μοναχογιό ύστερα από τέσσερα επιζώντα κορίτσια και οχτώ γέννες, είχε τάξει, αν γλύτωνε το αγόρι της, να το πάει του χρόνου να λειτουργήσει τον Χριστό στο Κάστρο. Θυμόταν το τάξιμό της από την πρώτη στιγμή που ο παπάς άρχισε να μιλά για το παράτολμο σχέδιο του, αλλά έβλεπε ότι φέτος το εγχείρημα θα ήταν δυσκολότατο και φοβερό, εξαιτίας τους βαρύ χειμώνα και πίστευε ότι ο Χριστός θα τη συγχωρούσε και θα της έδινε καινούρια προθεσμία.

Όμως ο παπά-Φραγκούλης του Σακελάριου, ένας ιερέας κοντά στα πενήντα, ψηλός κι ακμαίος με φυσιογνωμία αγαθότατη, καθώς ήταν τολμηρός κι ακάματος, πήρε την απόφασή του, όταν άκουσε το βράδυ της 23ης Δεκεμβρίου του έτους 186… ότι ο Γιάννης ο Νυφιώτης μαζί με τον Αργύρη της Μυλωνούς είχαν κλειστεί απ’ το χιόνι στο Κάστρο στο Στοιβωτό, τον ανήφορο κατά πως λέγανε εκείνο το μέρος. Είχαν πάει μέσα στη βαρυχειμωνιά να κατεβάσουν ξύλα από ένα σημείο όπου δεν μπορούσε να πατήσει ούτε γίδι. Το Κάστρο δεν ήταν δυνατό να προσεγγιστεί από τη στεριά, καθώς είχε ρίξει χιόνι άφθονο κι ακόμα έριχνε – χρόνια είχε να κάνει τέτοια βαρυχειμωνιά. Αλλά κι απ’ τη θάλασσα δεν ήταν ευκολότερη η προσέγγιση. Με το που έβγαινες απ’ το λιμάνι του νησιού έπιανε γραιγολεβάντες δυνατός, που προκαλούσε φουρτούνα και δεν άφηνε τα καράβια και τις βάρκες να ξεμυτίσουν. Όμως, στο μυαλό του ισχυρογνώμονα ιερέα είχε σφηνωθεί η ιδέα να λειτουργήσει στην εκκλησία της Γέννησης του Χριστού στο Κάστρο κι είχε αρχίσει κιόλας να υπολογίζει τις προμήθειες που θα έπαιρνε μαζί του. Στο σπίτι υπήρχαν μερικά πρόσφορα για τη γιορτή των Χριστουγέννων και λίγα παξιμάδια από το αλεύρι που έφερναν οι πιστοί όλο το σαρανταήμερο πριν τη μεγάλη γιορτή. Κι όταν βρήκε σύμμαχο στο σχέδιό του τον μπάρμπα Στεφανή τον Μπέρκα, έναν παλιό ναυτικό, ψηλό, εξηντάρη, ο οποίος είχε φανεί ενθουσιασμένος με την ιδέα, το τολμηρό εγχείρημά του έμοιαζε πραγματοποιήσιμο. Ο ηλιοκαμένος ναυτικός με το παχύ γκρίζο μουστάκι, μόλις έμαθε το σχέδιο του παπά, πήγε και τον βρήκε την ίδια νύχτα. Ήταν βέβαιος ότι ο καιρός θα καλυτέρευε την άλλη μέρα και θα έπιανε μπουνάτσα που θα καλμάριζε τη θάλασσα, ενώ πίστευε ότι όσο χιόνι κι αν είχε στοιβάξει ψηλά, στις ακρογιαλιές ο τόπος θα μπορούσε να πατηθεί σχετικά άνετα. «Εγώ σας παίρνω απάνω μου!», φώναξε ο γέρο-ναυτικός κι ο παπάς δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά του: «Μπράβο, Στεφανή, μ’ έκανες ν’ αποφασίσω, ήπιες ρακί, τράβα κι άλλο ένα!», του πρότεινε. 

Ο παπά-Φραγκούλης ήθελε να έχει μαζί του όσα περισσότερα τρόφιμα μπορούσε, καθώς δεν ήξερε πόσες μέρες θα χρειαζόταν να μείνουν εκεί πάνω μέχρι να καλοσυνέψει εντελώς ο καιρός. Φρόντισε λοιπόν και πήραν μαζί τους, εκτός από τα πρόσφορα και τα παξιμάδια, δύο μεγάλα δοχεία με ελιές και χαβιάρι, καθώς και δύο μποτίλιες που χωρούσαν μέχρι επτά οκάδες κρασί απ’ τη δική του σοδειά. Τύλιξε σε χαρτί μερικά ξηροχτάποδα κι ακόμα φρόντισε να πάρει ένα μικρό κουτί γεμάτο μεγαλόρωγες σταφίδες. Οι κόρες του είχαν βράσει καμιά πενηνταριά αυγά που τα έριξαν σ’ ένα καλάθι το οποίο σφραγιζόταν μ’ ένα σεντόνι, όπου είχαν τυλίξει τα κεριά και το λιβάνι. Ο μπάρμπα-Στεφανής απ’ τη μεριά του είχε κανονίσει να φέρει και δύο τεμάχια πέντε οκάδων από κρέας σαλάδο, αυτό που χρησιμοποιούσαν οι ναυτικοί στα ταξίδια τους, γιατί διατηρούνταν για μεγάλο διάστημα. Ο γέρο-ναυτικός ήθελε να ξεκινήσουν προτού ξημερώσει για να έχουν όλη τη μέρα μπροστά τους κι έτσι μες το βαθύ σκοτάδι είχαν μαζευτεί στο λιμάνι περίπου δεκαπέντε άτομα: κάποιες γειτόνισσες που το είχαν μάθει απ’ την παπαδιά, μια μακρινή συγγενής, η θεια το Μαλαμώ κατά πως την φωνάζανε, που δεν έχανε πανηγύρι και γιορτή, ο κυρ- Αλεξανδρής, ο ψάλτης που είχε κι αυτός προσηλυτίσει στο ταξίδι μερικούς ακόμη προσκυνητές, η οικογένεια του παπά βέβαια, ο δεκαεφτάχρονος γιος του μπάρμπα-Στεφανή που ήταν κι εκείνος ναυτικός, κι ο αδερφός ενός εκ των αποκλεισμένων, ο Βασίλης της Μυλωνούς, που εμφανίστηκε την τελευταία στιγμή  κουβαλώντας μαζί του κι έναν σάκο πλήρη τροφίμων…

Ύστερα από την ολοήμερη, τρομερή ταλαιπωρία μες στην αγριεμένη θάλασσα προσέγγισαν τη στεριά με πολύ κόπο, αγώνα και βάσανα, βρεγμένοι, μισοπαγωμένοι, θαλασσοπνιγμένοι. Υπήρχε σ’ εκείνο το σημείο της ακτής ένα θαλάσσιο μάρμαρο σαν φυσική αποβάθρα, πότε καλυπτόμενο απ’ το κύμα, πότε προβάλλοντας πάνω απ’ τη θάλασσα. «Εκεί, εκεί», φώναξε με όλη του τη δύναμη ο γέρο-ναυτικός. Τη φορά αυτή, το κύμα εκάλυπτε δεν εκάλυπτε τη μαρμάρινη προέκταση, πλησίασαν κι όπως άγγιξαν την στεριά αισθάνθηκαν αμέσως το ευάρεστο αίσθημα της παύσης του σάλου και της προσέγγισης σε στέρεο κι ευλίμενο μέρος. «Πάντα κατευόδιο!», είπε κάνοντας το σταυρό του ο κυρ-Αλεξανδρής, ο οποίος τότε συνήλθε από τη ζάλη και στάθηκε γερά στα πόδια του.

Με το που έπιασαν την ακτή, πήδησαν έξω σε μια μικρή αμμουδιά που υπήρχε ανάμεσα στην απόκρημνη ακτή και τη μαρμάρινη απόληξη και ξεφόρτωσαν τις αποσκευές να ελαφρύνουν τη βάρκα. Έσυραν κατόπι τη λέμβο, άναψαν τα δυο φανάρια που είχαν μαζί τους κι ο Βασίλης της Μυλωνούς πήρε ένα φτυάρι κι άρχισε να κατοπτεύει το μέρος για να βρει ένα μονοπάτι μες το χιόνι απ’ όπου θα μπορούσαν να βγουν στο κάστρο. Απ’ το σημείο που βρίσκονταν, το παλιό φρούριο διακρινόταν στο σκοτάδι σαν ένας πελώριος μαύρος όγκος ψηλά κατά το βορρά. Υπό κανονικές συνθήκες, σε καμιά ώρα θα μπορούσαν να βρίσκονται εκεί πάνω, όμως, με τόσο χιόνι που είχε πέσει, ζήτημα ήτανε αν θα τους έφτανε ο τριπλάσιος χρόνος. Ο Βασίλης βρήκε τελικά το μονοπάτι που είχε σκεπαστεί απ’ το άσπρο πέπλο και με δυο άλλους άνδρες προχώρησαν μπροστά ξεχιονίζοντας, ενώ πίσω οι άλλοι προσκυνητές κρατούσαν τα φανάρια, ελπίζοντας να φτάσουν στον φρούριο γύρω στα μεσάνυχτα. Ο δρόμος ανέβαινε ελικοειδής στον γκρεμό κατ’ αρχάς κι ύστερα κατέβαινε σ’ ένα παραθαλάσσιο κοίλωμα. Κείνη την ώρα η σελήνη έριχνε το κρύο φως της στους ανθρώπους που προσπαθούσαν να αναρριχηθούν σαν μικρό κοπάδι αιγών με κίνδυνο να γκρεμιστούν ανά πάσα στιγμή στην άβυσσο που ανοιγόταν από κάτω τους, καθώς τα γόνατά τους βυθίζονταν στο χιόνι. Γύρω στα μεσάνυχτα έφτασαν στη γέφυρα του κάστρου μισοπνιγμένοι, παγωμένοι, αλμυροί απ’ τη θάλασσα και λευκοί απ’ το χιόνι. Φωνές ακούστηκαν τότε πίσω απ’ τη σιδερόπορτα: «Ποιοι είστε; Ποιοι είστε;». «Καλοί! Καλοί! Πατριώτες!», απάντησε ο μπάρμπα-Στεφανής.

Μπήκαν επιτέλους στο κάστρο, όπου συνάντησαν τον Αργύρη της Μυλωνούς και τον σύντροφό του τον Γιάννη τον Νυφιώτη. Οι δύο άνδρες τούς αφηγήθηκαν πώς τους είχε αποκλείσει ο καιρός εκεί πάνω στον Στοιβωτό και πώς είχαν τρυπώσει για δυο νύχτες σε μια σπηλιά όταν, για να τους απελευθερώσουν, έβγαλαν σωρούς άφθονους χιονιού δυο αιγοβοσκοί, ο Γιαλής ο Κόνιτζας κι ο Γιώργης ο Μπάντας, που είχαν όλο το κοπάδι τους μέσα στο φρούριο.  

Το εγκαταλειμμένο πια φρούριο ήταν χτισμένο σ’ έναν βράχο γιγάντιο, φυτρωμένο πάνω απ’ το πέλαγο και δέσποζε στο σημείο εκείνο που ορίζονταν από την χερσόνησο της Χαλκιδικής, το Πήλιο, τον Θερμαϊκό και τον Όλυμπο. Σ’ αυτό κλείνονταν οι κάτοικοι τον καιρό των πειρατών μέχρις ότου χτίστηκε η μεσημβρινή μικρή πολιτεία όπου μετοίκησαν. Ο ναός της Γέννησης του Χριστού ήταν η παλιά μητρόπολη του φρουρίου και παρ’ όλο το πέρασμα του χρόνου διατηρούνταν σε καλή κατάσταση. Με το που εισήλθαν στο εσωτερικό του ο παπά Φραγκούλης και η συνοδεία του, η καρδιά τους αισθάνθηκε μια ζέστη και μια γλύκα ανείπωτη. Ο ιερέας ψιθύρισε μέσα του με συγκίνηση το «Εισελέυσομαι εις τον οίκον σου», ενώ οι γυναίκες έφτιαξαν σάρωθρα αυτοσχέδια κι άρχισαν να καθαρίζουν την εκκλησία. Κατόπιν άναψαν επιμελώς όλα τα καντήλια και πλήθος κεριών και ταυτόχρονα παρασκεύασαν μια μεγάλη φωτιά στο προαύλιο κι έφεραν κάρβουνα τόσο στο εσωτερικό του ιερού βήματος όσο και στο κέντρο της εκκλησίας ώστε να θερμανθεί ο χώρος. Μόλις κάηκε το άφθονο λιβάνι που είχαν μαζί τους, το άρωμά του πλημμύρισε την ατμόσφαιρα κι ο θεός οσφράνθηκε οσμήν ευωδίας, ο χώρος έλαμψε κι ακτινοβόλησαν ο Παντοκράτορας στην κορυφή και το παλιό τέμπλο με τη μεγάλη εικόνα της Γέννησης.

 Αν και όλοι ήταν κατάκοποι και νυσταγμένοι, τόση θερμότητα και τέτοια χαρά ένιωσαν στην ψυχή για την εκπλήρωση του σκοπού τους ώστε κάθε κούραση  έφυγε αιφνιδίως από τα σώματά τους. Οι βοσκοί είχαν ξαπλώσει στο προαύλιο δίπλα στις μεγάλες φωτιές, σκεπασμένοι με τις βαριές κάπες τους, ενώ μέσα στο ναό η θερμότητα προσέφερε αγαλλίαση. Ο ιερέας έβαλε τον ευλογητό κι ο κυρ-Αλεξανδρής άρχισε τις αναγνώσεις των ιερών κειμένων που αποκοίμισαν στα στασίδια τούς ταλαιπωρημένους προσκυνητές. Όταν όμως ο παπά-Φραγκούλης άρχισε να ψάλλει τους θαυμάσιους ύμνους «Δεύτε ίδωμεν, πιστοί, που εγεννήθη ο Χριστός», οι εικόνες των αγίων στους τοίχους έμοιαζαν να υπομειδιούν από ευχαρίστηση κι ο κυρ-Αλεξανδρής ενθουσιασμένος πήρε ένα ψηλό καλάμι κι άρχισε να κουνά τον παλιό χάλκινο πολυέλαιο που κρεμόταν απ’ την οροφή, καθώς ο ιερέας συνέχιζε: «Ακολουθήσωμεν λοιπόν ένθα οδεύει ο αστήρ». Κι όταν αντιλάλησε η επόμενη στροφή του ύμνου, «Άγγελοι υμνούσιν ακαταπαύστως εκεί» και σείστηκε ο ναός από τη δυνατή φωνή του παπά, οι άγγελοι που κύκλωναν τον παντοκράτορα ψηλά στον θόλο ζωντάνεψαν ξαφνικά σαν άκουσαν τη γνώριμή τους μελωδία.

Ξαφνικά, μέσα απ’ το σκοτάδι ακούστηκαν φωνές κι όλοι οι εκκλησιαζόμενοι πλην του ιερέως και του ψάλτη,  εξήλθαν του ναού να δουν τι συνέβαινε. Οι βοσκοί που είχαν ξαπλώσει έξω απ’ την εκκλησία απαντούσαν στις κραυγές που έρχονταν από τη θάλασσα, από τον φοβερό όρμο του Κουρούπη. όπου σχηματίζονταν ο λεγόμενος Μικρός Γιαλός κι απ’ όπου αντηχούσαν εκκλήσεις αγωνίας που ζητούσαν βοήθεια. Ο ιερέας συνέχιζε ακλόνητος την εκτέλεση των θείων καθηκόντων του, όμως οι άντρες αφού έριξαν στην πυρά όσα κλαδιά είχαν, σχηματίζοντας φλόγα ογκωδέστατη, έσπευσαν κρατώντας δαυλούς και φανάρια στον απόκρημνο γιαλό. Ο παπά-Φραγκούλης συνέχιζε να λειτουργεί, επιβραδύνοντας όμως και μνημονεύοντας ονόματα ζώντων και τεθνεώτων που έρχονταν στη μνήμη του εκείνη τη στιγμή. Έξω, μετά από την ταραχή, ησυχία νεκρική επικρατούσε, σα να είχε συμβεί κάτι κακό και δυο ακόμα άντρες κρατώντας δαυλούς έσπευσαν στο μονοπάτι που οδηγούσε στον όρμο του Κουρούπη.

Μόνο όταν ήρθε η ώρα για το «Μετά φόβου θεού», καθώς οι πιστοί ετοιμάζονταν να κοινωνήσουν, επέστρεψαν οι προσκυνητές από τον Μικρό Γιαλό και μαζί τους τρεις άγνωστοι με ναυτικά πανοφώρια, που ήρθαν ν’ ασπαστούν τις εικόνες. Ενώ έπαιρναν  το αντίδωρο, ο καπετάνιος τους, ο Κωνσταντής ο Λημνιαραίος διηγούνταν με ήσυχη φωνή την περιπέτεια τους. Βρισκόταν προ δύο ημερών προσορμισμένοι στη Δάφνη του Αγίου Όρους, απ’ όπου ο δυνατός βοριάς που λυσσομανούσε έκοψε τις άγκυρες και παρέσυρε μακριά τη δικάταρτη γολέτα τους. Προσπάθησαν να προσεγγίσουν το Πόρτο Κουφό, τον κολπίσκο στο μεσαίο λαιμό της Χαλκιδικής, αλλά ο άνεμος παρέσυρε το πλοίο στο πέλαγο μέχρι τις Σποράδες, όπου το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων βρέθηκαν κάτω απ’ το κάστρο. Βλέποντας τους πυρσούς μέσα στη νύχτα, θεώρησαν ότι κάποιο θαύμα συνέβαινε και κατευθύνθηκαν προς τα εκεί, κινδυνεύοντας να συντριβούν στα βράχια. Όμως κατάφεραν να εξοκείλουν στην άμμο κι ασφάλισαν εκεί πέρα το καράβι με τις δυο άγκυρες που τους είχαν απομείνει.

Σαν έφεξε ο Θεός τη χαρμόσυνη μέρα, οι βοσκοί φιλοτιμήθηκαν να σφάξουν και να ψήσουν δυο τρυφερά ερίφια, ενώ οι υλοτόμοι έφεραν ένα σωρό κοτσύφια που είχαν παγιδεύσει στο χιόνι και τα είχαν προετοιμάσει με το αλάτι που είχαν μαζί τους. Ο καπετάν Κωνσταντής κατέβηκε στην ακροθαλασσιά για να φέρει από το καράβι του κρασί και κασκαβάλι, το σκληρό κίτρινο τυρί της Αίνου, μαζί με μια δωδεκάδα κοτόπουλα κι ένα δοχείο ψάρια παστά. Κι έφαγαν όλοι κι ευφράνθηκαν, γιορτάζοντας τα Χριστούγεννα με μεγαλοπρέπεια ασυνήθιστη πάνω στην κορυφή εκείνου του έρημου βράχου. Και τη νύχτα κοιμήθηκαν όλοι γύρω απ’ τις μεγάλες φωτιές, σκεπασμένοι με τις βαριές τους κάπες, ενώ οι άγγελοι στους τοίχους της αρχαίας εκκλησίας έμοιαζαν να χαμογελούν έχοντας ακούσει μετά από πολύ καιρό τον αγαπημένο τους ύμνο: «Δόξαν υψίστοις λέγοντες τω σήμερον εν σπηλαίω τεχθέντι». 

Απόστολος Σπυράκης

Διαβάστε το πρωτότυπο διήγημα του Αλ. Παπαδιαμάντη εδώ.

Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2017

Συνέντευξη με τον Τουρκοκύπριο ποιητή Γκιουργκέντς Κορκμάζελ (Gürgenç Korkmazel)

Gürgenç Korkmazel, © Stratos Prousalis
Μετά από διάφορους Ελληνοκύπριους ποιητές που έχουμε παρουσιάσει και τις συνεντεύξεις με τους Κύπριους εκδότες Βάσο Πτωχόπουλο και Κατερίνα Βοσκαρίδου, θελήσαμε να ρίξουμε μια ματιά και στην τουρκοκυπριακή πλευρά και γι΄αυτό πήραμε συνέντευξη από τον Μεχμέτ Γιασίν. Αυτή τη φορά είναι ένας άλλος Τουρκοκύπριος ποιητής, ο Γκιουργκέντς Κορκμάζελ, που μας έδωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη στα αγγλικά με ελληνοκυπριακή προφορά (!). Ο Κορκμάζελ, ο οποίος θεωρείται ένας από τους καλύτερους ποιητές του νησιού, έχει μεταφραστεί στα ελληνικά στο παρελθόν, όμως ήρθε στην Αθήνα εξαιτίας μιας νέας μετάφρασης των ποιημάτων του, από την Αγγελική Δημουλή αυτή τη φορά, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Βακχικόν. Η παρουσίασή της αναμένεται μέσα στους επόμενους μήνες.

Επί τη ευκαιρία, σας υπενθυμίζουμε την ανθολογία τουρκικής ποίησης που είχαμε δημοσιεύσει στο πλαίσιο του μεγάλου αφιερώματός μας "Η ποίηση των γειτόνων".


Χριστίνα Λιναρδάκη: Θεωρείτε τον εαυτό σας Τουρκοκύπριο ποιητή; Ποια πιστεύετε πως είναι η λογοτεχνική σας ταυτότητα; Είναι ίδια με την πολιτική;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Στην πραγματικότητα, παρουσιάζω τον εαυτό μου σαν Κύπριο ποιητή που γράφει στα τουρκικά και μερικές φορές στα αγγλικά. Η γλώσσα είναι που καθορίζει την ταυτότητα, ιδίως στην Κύπρο. Ωστόσο, στην καθημερινή μου ζωή έχω τρεις γλώσσες: τουρκικά, ελληνικά και αγγλικά. Τα ελληνικά μου είναι λιγοστά, όμως εξακολουθούν να υπάρχουν στην καθημερινότητά μου και είναι μία από τις γλώσσες μου παρότι δεν τη μιλάω καλά.

Χριστίνα Λιναρδάκη:  Ώστε, όταν σας ρωτήσει κάποιος, λέτε ότι είστε Κύπριος και δεν προσδιορίζετε περαιτέρω.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ναι. Ξέρετε, έχουμε το κυπριακό πρόβλημα και ο μόνος τρόπος να το ξεπεράσουμε είναι να προτάσσουμε την "Κυπριοσύνη" μας. Γιατί όταν κάποιος λέει είμαι Τούρκος ή είμαι Έλληνας, διαιρεί, δεν θέλει να είμαστε ενωμένοι και να φτάσουμε την ειρήνη που όλοι επιθυμούμε.

Χριστίνα Λιναρδάκη:  Ξέρετε, πολλοί άνθρωποι της γενιάς μου ή νεότεροι δεν γνωρίζουν ότι πριν από την εισβολή ζούσαν στο νησί Τούρκοι που συνυπήρχαν ειρηνικά με τους Έλληνες. Και ότι με την εισβολή αναγκαστήκατε κι εσείς να εγκαταλείψετε τα σπίτια σας.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ω, μπορούμε να μιλάμε γι' αυτό όλη μέρα. Τι μας συνέβη μετά... αλλά με την εισβολή και την κατοχή άλλαξε κάτι. Καταλάβαμε ότι είμαστε Κύπριοι και ότι η ταυτότητά μας, όταν γράφουμε, είναι κυπριακή. Πριν λέγαμε ότι είμαστε διαφορετικοί, αλλά μετά την εισβολή ανακαλύψαμε πως είμαστε Κύπριοι: αυτή είναι η ταυτότητά μας. Νωρίτερα, ήταν κάτι διαφορετικό.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Είναι συγκινητικό που το λέτε... Διάβασα ότι περιγράφετε τον εαυτό σας ως αναρχικό ποιητή. Γιατί;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Για μένα, η ίδια η φύση της ποίησης είναι αναρχική. Είναι σαν να επαναστατείς ενάντια σε κάποιον, όταν είσαι ποιητής. Αλλά είχα μεγάλη ανάμειξη στην πολιτική και όταν διαβάζει κάποιος τα βιβλία και γνωρίζει τις ιδέες προσπαθεί να τοποθετήσει τον εαυτό του στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Έτσι κι εγώ κατάλαβα ότι η φιλοσοφία της αναρχίας μου είναι πιο κοντινή. Γι' αυτό και σκόπιμα λέω πως είμαι αναρχικός. Είμαι άθεος, αλλά δεν πιστεύω στη βία. Και πρέπει να είναι άθεος κάποιος, για να είναι αναρχικός. Αλλά πριν από αυτό ακόμα, η ίδια η ποίηση είναι αναρχική ή έχει αναρχικές τάσεις ή πρέπει να τις έχει. Τουλάχιστον η ποίηση που αρέσει σε μένα.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Μα νόμιζα ότι είστε συστημικός ποιητής της Κύπρου, ένας από τους καλύτερους του νησιού. Πώς μπορείτε να είστε αναρχικός όταν είστε μέρος του συστήματος;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Έτσι λένε, ναι. Κοιτάξτε, δεν συνεργάζομαι με τις κυβερνήσεις. Δεν κάνω τίποτα με τις κυβερνήσεις. Είμαι εναντίον τους, τους ασκώ κριτική. Αλλά άλλοι άνθρωποι με αποκαλούν κάτι άλλο. Δεν έχει σημασία εντέλει τι αποκαλείς τον εαυτό σου: άλλοι, ομάδες ή μεμονωμένα άτομα, σου κολλάνε ταμπέλες, ιδίως εάν είσαι ποιητής. Για παράδειγμα, ο πρόεδρος της τουρκικής πλευράς, ο Ντενκτάς, με αποκαλούσε ερωτικό ποιητή, επειδή έγραψα κάποια ερωτικά ποιήματα. Γι' αυτόν δεν είμαι αναρχικός, είμαι ερωτικός ποιητής. Καθένας μπορεί να σε αποκαλέσει αλλιώς.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Εάν ο Ντενκτάς δεν σας αποκαλούσε ερωτικό ποιητή, δεν θα μπορούσε να σας αποδεχθεί. Γιατί είναι ακροδεξιός, σωστά; Δεν μπορούσε να σας αποκαλέσει αναρχικό, γιατί μετά θα έπρεπε να σας πολεμήσει. Έπρεπε να βρει μια ταμπέλα που θα παρείχε κάποιο κοινό έδαφος.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Πιθανώς...

Χριστίνα Λιναρδάκη: Είστε ιδιαίτερα ευθύς στην ποίησή σας. Γράφετε αυτό που σκέφτεστε, δεν έχετε αναστολές και είστε πολύ ειλικρινής.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Πιστεύω πως όχι μόνο στην ποίηση, στη λογοτεχνία γενικότερα, πρέπει κάποιος να είναι ειλικρινής. Μερικές φορές με ρωτούν: "Λες ψέματα όταν γράφεις;". Και τους απαντώ: "Δεν λέω ποτέ ψέματα, πλάθω λογοτεχνία". Αλλά ακόμη κι όταν πλάθεις λογοτεχνία, πρέπει να είσαι ειλικρινής. Έτσι είμαι. Όχι μόνο στη λογοτεχνία, αλλά και στην καθημερινότητά μου. Μου αρέσει να προκαλώ έκπληξη ή να ταράζω τους ανθρώπους. Γιατί η τέχνη πρέπει μάλλον να ασκεί κριτική, παρά να επαινεί, τη σύγχρονη κοινωνία. Αυτό κάνω. Ακόμη κι όταν γράφω για σεξ, γράφω την αλήθεια για μένα. Νομίζουμε πως έχουμε μυστικά που κανείς άλλος δεν μοιράζεται μαζί μας. Όταν όμως αποκαλύπτουμε τα μυστικά μας, κι άλλοι λένε "κάτι παρόμοιο συνέβη και σε μένα". Για παράδειγμα, όταν ήμουν 5 ετών, κακοποιήθηκα σεξουαλικά από έναν στρατιώτη στην Κύπρο. Το κράτησα μέσα μου, δεν είπα τίποτα σε κανέναν, ούτε στη μητέρα ή τον πατέρα μου. Κι όταν έγινα 20, έγραψα ένα διήγημα γι' αυτό και το δημοσίευσα σε μια εφημερίδα. Πολλοί άνθρωποι τότε επικοινώνησαν μαζί μου και μου είπαν ότι το ίδιο είχε συμβεί και σε αυτούς, όταν ήταν παιδιά. Μέχρι τότε πίστευα πως ήμουν ο μοναδικός στον κόσμο που του είχε συμβεί κάτι τέτοιο, αλλά όχι. Είχε συμβεί και σε άλλους. Όταν λοιπόν αποκαλύπτεις το μυστικό σου, συναντάς άλλους ανθρώπους. Αυτό είναι ειλικρινής επικοινωνία.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Διάβασα ότι ανήκετε σε μια λογοτεχνική γενιά που δεν πιστεύει στην πολιτική, που πιστεύει ότι η πολιτική δεν αξίζει και πολλά...

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Στην πραγματικότητα, η πολιτική είναι παρούσα στην καθημερινή μας ζωή, είτε μας αρέσει είτε όχι. Αυτούς που δεν πιστεύω είναι οι πολιτικοί. Φυσικά, σε μια χώρα σαν την Κύπρο, όταν δίνεις πολιτικά μηνύματα μέσα από την ποίησή σου, έχεις απήχηση σε μεγαλύτερο κοινό. Ενώ όταν γράφεις ερωτικά ποιήματα, δεν σε διαβάζουν πολλοί. Δεν τους ενδιαφέρει να μάθουν τι κάνεις ή έκανες με την προηγούμενη ή την τωρινή σου κοπέλα. Όμως τους αρέσει η πολιτική.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ας ελπίσουμε ότι θα βρεθεί μια πολιτική λύση για την Κύπρο, κάποτε...

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Δεν έχω καμία αμφιβολία γι΄ αυτό. Το προσπαθούμε, αλλά θα πάρει αρκετό καιρό. Μπορώ να σας πω με βεβαιότητα ότι θα συμβεί, δεν μπορώ όμως να σας πω πότε. Αυτό είναι το όνειρό μου: να έχουμε μία, ενωμένη, Κύπρο. Και δεν με νοιάζει αν θα συμβεί μετά τον θάνατό μου, αρκεί να συμβεί. Θα το δουν τα παιδιά μου. Εργάζομαι και γι' αυτά, για την επόμενη γενιά. Γνωρίζω και τις δύο πλευρές της Κύπρου, γνωρίζω τις κοινωνίες εκεί και ξέρω ότι τα πράγματα συμβαίνουν αργά. Μπορεί λοιπόν να πάρει λίγο χρόνο, αλλά θα το καταφέρουμε.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Γνωρίζετε από ελληνική ποίηση;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Της Ελλάδας;

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ναι, της Ελλάδας. Γνωρίζετε Έλληνες ποιητές;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Γνωρίζω παγκόσμια ποίηση. Γνωρίζω έναν ποιητή από κάθε χώρα: από την Ισλανδία ως την Ελλάδα, από τον Λίβανο ως την Κόστα Ρίκα. Και βέβαια ξέρω μερικούς Έλληνες ποιητές.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Σύγχρονους;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ναι, εννοώ από τον Καβάφη και μετά. Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσο... Αν και δεν ξέρω πολλούς μετά την Ελένη Βακαλό. Αλλά όσους ξέρω τους διαβάζω ξανά και ξανά στα αγγλικά ή τα τουρκικά, γιατί είναι μέρος της κουλτούρας μου. Η ευχαρίστησή μου είναι μεγάλη, όταν διαβάζω ελληνική ποίηση και μου αρέσουν πολλοί Ελληνοκύπριοι ποιητές. Αριστεροί και δεξιοί. Δεξιοί ποιητές όπως ο Κώστας Μόντης, για παράδειγμα, παρότι πολιτικά απέχουμε πολύ.Δεν με ενδιαφέρει ο πολιτικός τους προσανατολισμός, αρκεί να γράφουν καλή ποίηση. Κρίνω το άτομο όχι με βάση την ιδεολογία του αλλά με βάση την ποίησή του.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Χαίρεστε που έχετε μεταφραστεί στα ελληνικά;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ασφαλώς. Γιατί τα ελληνικά είναι μία από τις γλώσσες μου. Τρέχει κι άλλο ένα πρότζεκτ, η μετάφραση των ποιημάτων μου στα αγγλικά, όμως χαίρομαι που βγήκε πρώτη η ελληνική μετάφραση γιατί, για μένα, μετά τα τουρκικά είναι τα ελληνικά.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Γι΄αυτό και μια από τις συλλογές σας έχει τίτλο "Ψε..." με ελληνικά γράμματα;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ναι.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Εκπληκτικό! Πιστεύετε ότι η ποίηση ή η λογοτεχνία γενικότερα μπορεί να αλλάξει τον κόσμο;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Όχι. Όμως πιστεύω ότι μπορεί να αλλάξει το μυαλό μερικών ανθρώπων, τη ζωή κάποιου ή ορισμένων κοινωνιών. Στην εποχή μας, ξέρετε, οι νεότερες γενιές θέλουν αυτό που είναι γρήγορο και εύκολο και η ποίηση δεν το δίνει αυτό. Η ζωή είναι τόσο γρήγορη. Χρειάζομαι την ποίηση κάθε μέρα, όχι να γράφω, να διαβάζω. Επειδή επιβραδύνει τους ρυθμούς της ζωής. Στην πραγματικότητα, όλοι χρειαζόμαστε ποίηση την ποίηση, γιατί όλοι έχουμε ανάγκη να επιβραδύνουμε, πηγαίνουμε πολύ γρήγορα. Ιδιαίτερα οι πόλεις, η ζωή στις πόλεις.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ακόμη και στην ποίηση υπάρχουν γρήγοροι τρόποι στις μέρες μας. Γνωρίζετε τον όρο "Instapoet"; Περιγράφει ανθρώπους με πολλούς followers στο Instagram που γράφουν διάφορα, τα εκδίδουν σε βιβλίο και μετά το βιβλίο πουλάει σαν τρελό. Ένα καλό παράδειγμα είναι η Rupi Kaur. Το "Milk and honey" της πούλησε 1,5 εκατ. αντίτυπα.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Διάφορα με τη μορφή ποίησης;

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ακριβώς. Με τη μορφή ποίησης. Όχι ποίηση.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: 
Πάντοτε έλεγα πως, αν θέλει κάποιος να βρει απήχηση σε μεγαλύτερο κοινό, πρέπει να γράφει κλισέ. Αν δεν γράφει κλισέ, θα περιοριστεί σε λίγους αναγνώστες. Όταν γράφω ποιήματα, προσπαθώ να ενοχλήσω τους ανθρώπους, να τους κρατήσω σε αφύπνιση. Απευθύνομαι στους ανοιχτόμυαλους. Αν κάποιος δεν είναι ανοιχτόμυαλος, καλύτερα να μη με διαβάσει γιατί θα θυμώσει και θα απογοητευτεί. 

Χριστίνα Λιναρδάκη: Μου θυμίζετε έναν Έλληνα ποιητή, τον Αργύρη Χιόνη, που έγραψε ότι η ποίηση είναι σαν ζαχαρωμένο βότσαλο. Πάνω που γλυκαίνεσαι, σπας τα δόντια σου.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Πρέπει να μου γράψετε το όνομά του, να τον ψάξω. Όπως σας είπα, δεν γνωρίζω πολλούς ποιητές μετά τη Βακαλό. Αλλά από ό,τι διαπιστώνω σε παγκόσμιο επίπεδο, οι γυναικείες φωνές αρχίζουν να γίνονται πιο δυνατές όσον αφορά την ποίηση. Οι γυναίκες θα γράψουν την ποίηση του μέλλοντος, γιατί στο παρελθόν η πλειονότητα των ποιητών ήταν άνδρες. Συμβαίνει και στην Κύπρο: σήμερα τα πιο δυνατά ποιήματα τα γράφουν γυναίκες. Το ίδιο συμβαίνει και στην Αγγλία. Και στην Ισλανδία. Επειδή, όταν οι γυναίκες είναι ελεύθερες, γράφουν καλύτερα από τους άνδρες. 

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ώστε πιστεύετε στην ελευθερία των γυναικών; Σωστά, μου είπατε ότι είστε άθεος... Επομένως δεν είστε μουσουλμάνος. Ώστε, δεν θέλετε τις γυναίκες περιορισμένες;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Τι;! Ελάτε τώρα... Πιστεύω στην ισότητα και την ελευθερία. Στην κοινωνία που ζω στην Κύπρο, έχω δει πώς ήταν καταπιεσμένες οι γυναίκες όλα αυτά τα χρόνια, χωρίς να μπορούν να εκφραστούν. Όταν μια ποιήτρια γράφει, κομίζει κάτι νέο στην ποίηση. Εμείς, οι άνδρες, πρέπει να μάθουμε από αυτήν. Οι γυναίκες έχουν διαφορετική οπτική. Κομίζουν τη νέα ποίηση και ειλικρινά το παρακολουθώ αυτό και το υποστηρίζω.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Έχετε ζήσει στην Κύπρο, την Τουρκία και την Αγγλία. Και τώρα είστε πίσω στην Κύπρο. Νιώθετε ποτέ άπατρις ή εκτοπισμένος;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ένιωθα έτσι πολύ καιρό πριν, γιατί δεν μπορούσα να επισκεφθώ το σπίτι ή το χωριό που γεννήθηκα, δεν μπορούσα να περάσω τα σύνορα. Και όλοι γύρω μου μιλούσαν γι' αυτό: ο πατέρας μου, η μητέρα μου, ο παππούς μου, όλοι. Μετά, έφυγα από την Κύπρο και έζησα σε πολλά σπίτια, πολλά μέρη. Οι Κύπριοι είναι φανατικοί με το σπίτι τους: το σπίτι που ζούσαν και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν. Όμως εγώ δεν είμαι φανατικός γιατί έχω πολλά σπίτια, πολλά σπιτικά. Και το σπίτι που γεννήθηκα είναι απλώς ένα από αυτά. Νομίζω ότι στην Κύπρο πρέπει να αλλάξουμε τη στάση μας για το τι σημαίνει σπίτι. Η Κύπρος είναι η πατρίδα μου. Δεν έχω άλλη πατρίδα, όμως έχω πολλά σπίτια. Μου λείπουν μερικές φορές, σίγουρα, αλλά είναι εντάξει.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ο θάνατος είναι ένα επαναλαμβανόμενο θέμα στην ποίησή σας. Σας φοβίζει;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Πιστεύω ότι η ποίηση υπάρχει εξαιτίας του θανάτου. Η τέχνη υπάρχει εξαιτίας του θανάτου. Ο θάνατος για μένα δεν είναι το τέλος της ζωής, είναι ένα κομμάτι της.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ωστόσο δεν πιστεύετε στη μετά θάνατον ζωή.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Όχι, πιστεύω ότι ο θάνατος είναι το τέλος. Τελεία. Όμως δεν έχω πρόβλημα με αυτό. Ξέρω πώς λειτουργεί η φύση. Ο φόβος του θανάτου μας κατέλαβε μετά τον μοντερνισμό: φοβηθήκαμε επειδή νομίζουμε πως γίναμε αθάνατοι ή επειδή ζούμε σαν να είμαστε αθάνατοι. Αλλά δεν είμαστε. Όσο με αφορά, ο θάνατος με κάνει να εστιάζω περισσότερο στη ζωή. Ο θάνατος είναι ταμπού, όμως μου αρέσει να γράφω για τα ταμπού. Σας είπα ότι επιζητώ να εκπλήσσω τους ανθρώπους και να τους ταράζω: την περασμένη βδομάδα μιλούσα με έναν φίλο μου βιβλιοπώλη και του είπα: "Στην κηδεία σου, ξέρεις, θα γίνει κοσμοσυρροή". Και έπαθε σοκ: "Γιατί μου το λες αυτό;". Του απάντησα: "Επειδή είσαι πολύ κοινωνικός και μιλάς με τόσο πολλούς ανθρώπους". Πάντοτε θέλω να υπενθυμίζω στους ανθρώπους ότι υπάρχει θάνατος, οπότε ό,τι είναι να κάνεις, κάν'το τώρα. Μην το αναβάλλεις. Οπότε, είναι πολύ σημαντικό για μένα να γράφω για τον θάνατο και τη σχέση μου μαζί του. Όταν κάποιος φθάνει σε μεγάλη ηλικία και πεθαίνει, είναι φυσιολογικό, ακόμη κι αν είναι η μητέρα μας ή ο πατέρας μας, οι οποίοι θα μας λείψουν. Είναι η συμφωνία μας με τη ζωή.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Μια τελευταία ερώτηση: Πιστεύετε ότι η ευτυχία είναι εφικτή;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Μα, ξέρετε, έχουμε πολλά συναισθήματα. Η ευτυχία είναι μόνο ένα από αυτά. Δεν είναι σκοπός μου να είμαι ευτυχισμένος. Ο Φίλιπ Λάρκιν, ένας Άγγλος ποιητής, έχει πει ότι η καλή ποίηση προέρχεται από τη δυστυχία. Δεν τον πιστεύω, γιατί μερικές φορές είμαι ευτυχισμένος και γράφω ποιήματα και οι άλλοι τα βρίσκουν εξίσου καλά. Σ' αυτή τη ζωή, είμαστε ευτυχισμένοι τη μία στιγμή, δυστυχισμένοι την επόμενη, επειδή ακούσαμε κάτι στο μεταξύ ή επειδή συνέβη κάτι. Αλλάζει συνεχώς, δεν μένει το ίδιο. Και δεν καταλαβαίνω τους ανθρώπους που κυνηγούν την ευτυχία όλη την ώρα. Γιατί όταν την κυνηγάς, τη διώχνεις.

Αυτό όμως που είναι σκοπός μου, είναι η ειρήνη. Ειρήνη στον νου και τριγύρω μου. Η ειρήνη είναι πιο σημαντική για μένα από την ευτυχία. Αυτή με κάνει ευτυχισμένο τις περισσότερες φορές, άλλωστε.


Δείτε τη συνέντευξη στα αγγλικά εδώ.

Gürgenç Korkmazel, © Stratos Prousalis

An interview with Turkish-Cypriot poet Gürgenç Korkmazel

Gürgenç Korkmazel, © Stratos Prousalis
On top of discussing various Greek-Cypriot poets in stigmaLogou, at occasions, and of speaking with Cypriot publishers Vassos Ptochopoulos and Katerina Voskaridou, we 've tried to take a look at the Turkish-Cypriot side through an interview from the Turkish-Cypriot poet Mehmet Yaşin. This time, it's another Turkish-Cypriot poet, Gürgenç Korkmazel, that gave us a very interesting interview speaking English in Greek-Cypriot accent(!). Korkmazel, considered one of the best poets on the island, has been translated into Greek in the past, but now came to Athens because of a new translation of his poems, by Angeliki Dimouli this time, that recently came out by vakxikon publications. The launch of his new book is expected to take place in the following months.

Let  us take the opportunity and remind you of our Turkish poetry anthology, taken in the context of the wider special entitled "The poetry of our neighbours".


Christina Linardaki: Do you consider yourself a Turkish-Cypriot poet? What do you think your literary identity is? Is it different from your actual identity?

Gürgenç Korkmazel: Actually, I present myself as a Cypriot poet who writes in Turkish and sometimes in English. It’s language that determines identity, especially in Cyprus. Although in my daily life, I have three official languages: English, Greek and Turkish. My Greek is little but it’s still there in my everyday life and it’s one of my languages, even though I don’t speak it well.

Christina Linardaki: So, if somebody asks you, you say you are Cypriot and you don’t specify.

Gürgenç Korkmazel: Yes. You know, we have the Cyprus problem and the only way we can get out of it is if we put our Cypriotness forward. Because if you say I am Turk or Greek, you divide, you don’t want to be united and reach the peace we all want and need.

Christina Linardaki: You know, many people from my generation or younger don’t know that before the invasion there were Turks on the island living peacefully with Greeks. And that with the invasion you were forced to leave your houses too.

Gürgenç Korkmazel: Oh, we can talk all day long about this: What happened to us afterwards… but with this invasion and occupation something changed. We realized that we are Cypriot and that we have a Cypriot identity when writing. Before, we used to say we were different, but after the occupation we discovered that we are Cypriot: that’s our identity. Before that, it was something else.

Christina Linardaki: It’s quite touching that you are saying that… Now, I’ve read that you describe yourself as an anarchist poet. Why is that?

Gürgenç Korkmazel: For me, the nature of poetry itself is anarchist. It’s like you revolt against something, when you are a poet. But I was also involved in politics a lot and when you read the books and you get to know the ideas you try to place yourself in your generation and time. I found that the philosophy of anarchism is closer to me. That’s why I deliberately say that I’m an anarchist. I’m atheist, but I don’t believe in violence. And you have to be atheist to be an anarchist. But even before that, it’s poetry itself that is anarchist, or has got anarchist tendencies or it should have. At least, the poetry that I like.

Christina Linardaki: But I thought you were mainstream in Cyprus, one of the best poets of the island. How can you be an anarchist when you are part of the system?

Gürgenç Korkmazel:That’s what they say of me, yes. Look, I don’t work with governments. I don’t do anything with governments. I am against them, I criticize them. But, other people call me something else. It doesn’t matter, at the end of the day, what you call yourself: others, groups or individual people, put labels on you, especially as a poet. For example, the President of the Turkish part of Cyprus, Dentktaş, used to call me an erotic poet, because I wrote some erotic poems. For him, I wasn’t an anarchist, I was an erotic poet. Everybody can give you different names.

Christina Linardaki:  If Denktaş didn't call you an erotic poet, he couldn’t have accepted you. Because he is far-right, correct? He couldn’t name you anarchist, because then he would have to fight you. He had to find a label that would provide some common ground.


Gürgenç Korkmazel: Probably…

Christina Linardaki: You are very straightforward in your poetry. You write what you think; you are uninhibited and very sincere.

Gürgenç Korkmazel: I believe that not just in poetry, in literature generally, one has to be sincere. Sometimes people ask me: “Do you lie, when you write?”. I say to them: “I never lie, I fictionize”. But even when you fictionize, you have to be sincere. And yes, I’m straightforward. That’s the way I am. Not only as a poet, in my daily life as well. I like to surprise or embarrass people. Because art should criticize, more than praise, modern society. That’s what I do. Even when I write about sex, I write the truth about me. We think we have secrets and nobody else shares these secrets. But when you talk about your secrets, others say “something similar has happened to me”. For example, when I was 5 years old, I was sexually abused by a soldier in Cyprus. I kept it inside me, I didn’t tell anyone about it, my mother or father, and when I was 20 I wrote a short story about it. And I published it in a newspaper. Many people contacted me then and told me that the same thing had happened to them, when they were children. Until then, I thought I was the only one in this world that this had happened to, but no. It had happened to other people too. So when you let out your secret, you meet other people. That’s sincere communication.

Christina Linardaki:  I’ve read that you belong to a literary generation which doesn’t think much of politics, which believes that politics are not worthy.

Gürgenç Korkmazel:Actually, we have politics, either we like it or not, in our daily life. What I don’t believe in, it’s politicians. Of course, in a country like Cyprus, when you give political messages with your poetry, you reach a wider audience. But when you write erotic poems, most people won’t read you. They don’t want to know what you did or do with your lover or ex-lover. But they love politics.

Christina Linardaki:  Hopefully a political solution will be found for Cyprus one day…

Gürgenç Korkmazel: I have no doubt about it. We are working on it, but it will take a long time. I can tell you for sure it will happen, I just can’t tell you when. That’s my dream: to have one, united, Cyprus. And I don’t mind if it happens after my death, as long as it happens. My children will see it. I am working for them too, for the next generation. I know both sides of Cyprus, I know the societies there and I know things happen slowly. It can take some time, but we’ll get there.

Christina Linardaki:  Are you familiar with Greek poetry?

Gürgenç Korkmazel: In Greece?

Christina Linardaki:  Yes, in Greece. Do you know any Greek poets?

Gürgenç Korkmazel:  I know the world poetry. I know a poet from every country: From Iceland to Greece, from Lebanon to Costa Rika. And of course I know some Greek poets.

Christina Linardaki:  Modern ones?

Gürgenç Korkmazel: Yes, I mean since Cavafy. Seferis, Elytis, Ritsos... Although, after Eleni Vakalo I don’t know many. But the ones I know I keep reading in English or Turkish, because they are part of my culture. I get great pleasure from reading Greek poetry and there are many Greek Cypriot poets that I love. Left-wing and right-wing. Right-wing poets like Kostas Montis, for example, even though politically we are far from each other. I don’t mind what is their political orientation, as long as they write good poetry. I judge the person not for their ideology but for their poetry.

Christina Linardaki: Are you happy that you’ve been translated into Greek?

Gürgenç Korkmazel: Sure. Because Greek is one of my languages. I have another project, which involves the English translation of my poems, but I’m happy that the Greek translation came out first, because, after Turkish, for me comes the Greek language.

Christina Linardaki: That’s why one of your collections is «Ψε…», in Greek letters?

Gürgenç Korkmazel: Yes.

Christina Linardaki: Fascinating! Do you believe that poetry or literature in general can change the world?

Gürgenç Korkmazel: No. But I believe it can change some people’s minds, one’s life, or maybe some societies’. You know, in our era the younger generations want what is fast and easy and poetry doesn’t give you that. Life is so fast. I need poetry every day, not to write, to read. Because it slows down the pace of life. We all need poetry actually, because we need to slow down, we ’re going too fast. Especially in the cities, the city life.

Christina Linardaki: Even in poetry there are fast ways in our times. Are you familiar with the term “Instapoet”? Instapoets are people who have many followers on Instagram, write things, publish a book with these things and then it sells like crazy. A good example is Rupi Kaur. Her “Milk and Honey” sold 1.5 million copies.

Gürgenç Korkmazel:Things in poetry format?

Christina Linardaki: Exactly. In poetry format. Not poetry.

Gürgenç Korkmazel: I’ve always said that, if you want to reach a wider audience, you should write clichés. If you don’t write in clichés, you will reach a minority. When I write poems, I try to disturb people, keep them awake. I try to reach the open-minded. If your mind is not open, don’t read me, because you’ll get angry and disappointed. It won’t work for you.

Christina Linardaki: You remind me of a Greek poet, Argyris Chionis, who said that poetry is like a small pebble covered with sugar. You want to taste it and just when it starts sweetening your mouth, it breaks your teeth.

Gürgenç Korkmazel: You’ll have to write down his name for me, so that I can look him up. Like I said, I don’t know many poets after Vakalo. But, from what I see around the globe, the female voice is starting to become stronger in terms of poetry. Women will write the poetry of the future, because in the past the majority of poets were men. Same goes for Cyprus: nowadays, the most powerful poems are written by women. Same in England. Same in Iceland. Because when women are free, they write better than men.

Christina Linardaki: So, you believe in women being free? Right, you told me you’re an atheist... Which means you’re not a Muslim. So, you don’t want women to be confined?

Gürgenç Korkmazel: What?! Come on… I believe in equality and freedom. In my society in Cyprus, I’ve seen how women were suppressed all those years, when they couldn’t express themselves. And now they have a chance with education and economic status to change that and express themselves. When a lady poet writes, then there is something new in poetry. We, men, have to learn from them. They have a different perspective. They bring the new poetry and I really follow and support that.

Christina Linardaki: You’ve lived in Cyprus, Turkey and England. And now you’re back in Cyprus. Do you feel homeless or dislocated at times?

Gürgenç Korkmazel: I used to feel this way long time ago, because I couldn’t go visit the house or the village I was born in, I couldn’t cross the border. And everybody around was talking about it: my father, my mother, my grandfather, everybody. Then, I left Cyprus and lived in many houses, many places. Cypriots are fanatic about their home: the house they were living and then had to leave. But I am not fanatic because for me it’s like having many houses, many homes. And the house where I was born is just one of them. I think, in Cyprus, we have to change our attitude about what is home. Cyprus is my homeland. I don’t have any other homeland, but I have many homes. I miss them sometimes, alright, but it’s OK.

Christina Linardaki: Death is a recurrent theme in your work. Does it scare you?
Gürgenç Korkmazel:  I believe that poetry exists because of death. Art exists because of death. Death for me is not the end of life, it’s part of life.

Christina Linardaki: You don’t believe in afterlife, though.

Gürgenç Korkmazel: No, I believe that death is the end. Full stop. But I don’t have a problem with that. I know about nature, how it works. Fear of death came upon us after modernism: we got afraid of death because we think we have become immortal or because we live as if we were immortal. But, we aren’t. As far as I am concerned, death makes me focus on life more. Death is a taboo, but I like writing about taboos. I told you I like to surprise people and embarrass them: last week I was talking to a friend of mine, a bookshop owner, and I told him: “you know, your funeral will be very crowded”. And he was shocked: “Why are you saying this?”. I replied, “Because you are a very social person and you talk to so many people”. I always want to remind people that there is death, so whatever you’ve got to do, do it now. Don’t postpone it. Then, it’s very important to me to write about death and my relationship with it. When someone reaches old age and dies, it’s normal, even if it is your father or mother, whom you’ll miss. That’s the agreement with life.

Christina Linardaki: One last question: Do you believe that happiness is achievable?

Gürgenç Korkmazel: You know, we have many feelings. Happiness is just one of them. It is not my aim, to be happy. Philip Larkin, an English poet, has said the good poems come from unhappiness. I don’t believe him, because sometimes I’m happy and I write poems and people find them good as well. In this life, we are happy one moment, unhappy the other, because we’ve heard of something meanwhile or because something happened. It’s changing all the time, it doesn’t stay with us. And I don’t understand people that run after happiness all the time. Because if you run after it, you only chase it away.

But what I’d like to aim and reach, is peace. Peace of mind and peace around me. That’s more important than happiness for me. That brings me happiness most of the time, anyway.


Gürgenç Korkmazel, © Stratos Prousalis



Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

Το στίγμαΛόγου στην τηλεόραση


Αύριο Κυριακή 17.12.2017 στις 17.00, η εκπομπή "Το βιβλίο" που προβάλλεται από την ΕΡΤ2 παρουσιάζει blogs που ασχολούνται με βιβλία. Μεταξύ αυτών και το στίγμαΛόγου. Συντονιστείτε!

Και ιδού το επεισόδιο (από το 15' και μετά): http://webtv.ert.gr/ert2/to-biblio/17dek2017-to-vivlio/

Και εδώ το απόσπασμα της εκπομπής μόνο:


Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

"Εξόριστα καλοκαίρια" του Ιωάννη Παπουτσάκη

Ποίηση που εξυμνεί ένα παρελθόν ιδανικό, τόσο απρόσιτο και μακρινό όσο τα σύννεφα που ταξιδεύουν ψηλά στον ουρανό. Σαν άλμπουμ από παλιές φωτογραφίες, πρόσωπα και τοπία περνούν από το καλειδοσκόπιο της μνήμης, τόσο μακρινά που διακρίνονται μόνο τα περιγράμματά τους, τόσο δυσδιάκριτα που οι αναμνήσεις αυτές θα μπορούσαν να ανήκουν στον καθένα.

Ο ποιητής επιστρέφει στην αιώνια πατρίδα του, την παιδική ηλικία για να ξορκίσει με τις ολόφωτες θύμησες την ερημιά και την γκρίζα καταχνιά του σήμερα, για να ανάψει ένα κερί στη μνήμη αγαπημένων προσώπων, που έφυγαν και δεν είναι πια μαζί του, για να ξαναπερπατήσει πάλι στα χνάρια των βημάτων που χάραξαν την πορεία της ζωής του. Προπάντων επιστρέφει στις μνήμες για να μας μιλήσει για τα ιδανικά μιας εποχής που τον χάραξαν, μιας εποχής ομοψυχίας, αλληλεγγύης και συντροφικότητας. Τότε που περίσσευαν τα χαμόγελα/ κι η περηφάνια ήταν σημαία/ Οι άνθρωποι κάνανε τραγούδι τον καημό τους/ τον πόνο τους γιορτή/ Γιομίζανε φωνές οι γειτονιές/ γλυκόλογα οι νύχτες/

Η ποίηση του Ιωάννη Παπουτσάκη αποπνέει ένα στοχαστικό λυρισμό, έχει για κεντρικό της άξονα τον άνθρωπο και είναι αφιερωμένη στην αναζήτηση των αξιών εκείνων που συνθέτουν την εσωτερική μας αλήθεια, την ανθρωπινότητά μας. Πρόκειται για ένα ταξίδι στη μοναξιά της ασυμβίβαστης ψυχής όπου το Εγώ αναζητάει το Εμείς για να νιώσει δικαιωμένο. Ένας ποταμός, ένας χείμαρρος από λέξεις και εικόνες αφιερώνονται σε μια νοσταλγική αναπόληση της ζωής στις παρυφές της μελαγχολίας.
Ο ποιητής εγκλωβισμένος στην ερημιά του παρόντος, σε αυτή τη φυλακή του σήμερα όπου αλυσοδεμένα πεθαίνουνε τα όνειρα, δεν παύει να αναζητά το φως… Η υπαρξιακή κρίση και η απομόνωση του ατόμου που συνήθως συνοδεύει τη μεγάλη ηλικία, στην ποίησή του αποκτά μια καθολικότητα που εκφράζει την παθογένεια της εποχής μας· κάνει το μέλλον να μοιάζει δυσοίωνο. …ένας αδιάκοπος χειμώνας με τη μοναξιά να απλώνει τα δίχτυα της στα κρύα δωμάτια της ψυχής...

Ο ποιητής μοιράζεται μαζί μας τον πόνο του για τα ιδανικά που χάνονται και για τις γενιές που θα’ ρθουν και θα ζήσουν χωρίς αυτά. Τα ξερίζωσαν από τις ψυχές μας, τα θυσίασαν στους βωμούς της ισοπέδωσης που την είπαν παγκοσμιοποίηση, θα πει.

Μιλάει για τη ζωή του, για τα δύσβατα μονοπάτια που πέρασε, για τα πέτρινα χαμόγελα της εξουσίας, τους προσκυνητές του χρήματος που προσπέρασε και για τους ανθρώπους με τα αληθινά ιδανικά που ακολούθησε· ταπεινούς προσκυνητές/ με τη γαλήνη ζωγραφισμένη στα μάτια/ να διαβαίνουν/ τα δικά τους ολόφωτα μονοπάτια/ του άγιους τόπους της καρδιάς/ με ένα σακίδιο στους ώμους/ όπου μέσα του είχαν στοιβάξει/ την πίστη, την ελπίδα/ τη γλυκιά προσμονή/ Βάδιζαν σίγουροι για πού τραβούσαν/ κρατώντας άσβεστη τη φλόγα της αγάπης/ Τους ακολούθησα/ ξέροντας ότι κοντά τους/ θα έφτανα στον ήλιο, στο φως… «Άγιοι Τόποι».

Ο ήλιος, το φως της καρδιάς, η ιερότητα της φιλίας, η αγάπη, η συντροφικότητα και η αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων είναι τα θέματα που απασχολούν τον ποιητή στη ποιητική του διαδρομή. Όλα αυτά τα συμβολίζει για κείνον ένα γνήσιο χαμόγελο που φωτίζει με τη λάμψη του σχεδόν κάθε ποίημα της συλλογής και φέρνει ελπίδα.

«Τα εξόριστα καλοκαίρια» δεν αναφέρονται μόνο στο πέρασμα του χρόνου, την αναγκαστική εξορία μας από την παιδική και τη νεανική ηλικία, στις μνήμες. Εξόριστα καλοκαίρια είναι τα χαμόγελα που μας στέρησαν, που τα εξόρισαν μακριά μας άπονες εξουσίες που δεν συγχωρούν τους ασυμβίβαστους και τους αγωνιστές, όπως μας εξομολογείται ο ποιητής. Χαμόγελα που προσδοκούν κάποια στιγμή να επιστρέψουν στους κήπους της καρδιάς μας

Η ποίησή του σκιαγραφεί μια στάση ζωής, μιλάει για εκείνους που λένε τα μεγάλα όχι στη ζωή όταν οι στιγμές το απαιτούν... Σε εκείνους τους ασυμβίβαστους ανθρώπους αφιερώνει την ποιητική συλλογή του. Στους ανθρώπους που πορεύονται χωρίς να προδόσουν ποτέ τις ιδέες, τις αρχές, τα όνειρα και τα ιδανικά τους. Στους πραγματικούς μαχητές της ζωής.

Κατερίνα Τσιτσεκλή


Ακολουθούν δύο ποιήματα από τη συλλογή:

ΣΤΗ ΔΥΣΗ…

Βαδίζει στη δύση του κι αυτό το καλοκαίρι
Το μαρτυρούν η νύχτα
που αμφισβητεί την κυριαρχία της μέρας,
η σιωπή στην ακροθαλασσιά
εκεί όπου πρώτα ακούγονταν
οι ψίθυροι των ερωτευμένων
στα νυχτέρια της καρδιάς
κι οι ξένοιαστες φωνές των παιδιών
Το μαρτυρά και η ψυχρούλα
που τυλίγει τα κορμιά μας
σαν ρίξει δίχτυα η νυχτιά
Το μαρτυρούν οι άνεμοι
και το άσπλαχνο κύμα
που καθώς δεν ξέρει
Από έρωτες και όρκους στ’ ακρογιάλια
σβήνει τις καρδιές
που είχαν χαραχτεί στην άμμο
Ήρθαν κι οι πρώτες στάλες της βροχής
πρελούδιο στο ρέκβιεμ
ακόμα ενός καλοκαιριού
σαν υπενθύμιση
ότι το φθινόπωρο δεν αργεί
Όλα τα ωραία τελειώνουν
για να ξαναρχίσουν
Τούτη η προσμονή είναι η αντίστασή μας
στους αβάσταχτους χειμώνες

./..

Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΗΣ ΛΗΣΜΟΝΙΑΣ

Ατενίζεις τη θάλασσα του πρωϊού
ωραία και γαλήνια
σαν τις συνειδήσεις των τίμιων ανθρώπων
και συλλογάσαι όλους εκείνους
που χάνονται στη θάλασσα της λησμονιάς
Άνθρωποι δικοί μας
απλοί, ταπεινοί μα και ολόφωτοι
που πέρασαν απ’ τη ζωή μας
και την ομόρφυναν
Κι ύστερα έφυγαν σαν κύματα
γι’ άλλα πελάγη, αλαργινά
προσμένοντας κάποιο χέρι
να τους ανάψει το καντήλι
πριν χαθούν οριστικά
και τα τελευταία κύτταρα της μνήμης

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

"Η πέμπτη εποχή" του Γιάννη Μαρτζούκου

Μερικές από τις παραδοχές που συνθέτουν το πλαίσιο της πραγματικότητας στο οποίο είμαστε συνηθισμένοι: Ο χρόνος έχει τέσσερις εποχές. Ένα στέρεο σώμα δεν είναι διάφανο ούτε μπορεί να μεταβληθεί σε υγρό μέσα σε μία στιγμή. Ο χρόνος κινείται γραμμικά. Οι πολιτισμοί είναι διακριτοί, αυτοτελείς και στεγανοί. Καμία από τις οποίες δεν ισχύει στην Πέμπτη εποχή κι αυτό επειδή πρόκειται για ένα βιβλίο που εντάσσεται στη λογοτεχνία του φανταστικού.

Στην Πέμπτη εποχή ο Γιάννης Μαρτζούκος θέλησε να ερμηνεύσει με τον δικό του τρόπο τη μεγάλη ελληνική αφήγηση περί ένδοξου παρελθόντος και να δει τι θα γινόταν, αν αυτό το παρελθόν αναβίωνε ξάφνου, δίνοντάς μας την προσωπική του εκδοχή, μια εκδοχή που διατρέχει πολλές εποχές, πολλούς μύθους, άλλους τόσους θρύλους, αλλά και μυστήρια που μόλις στις μέρες μας αρχίζει να διαφαίνεται η λύση τους.

Πριν από αυτό έκανε εμπεριστατωμένη έρευνα για τα πολλά επιμέρους πραγματολογικά στοιχεία, τα οποία επαληθεύονται ένα προς ένα. Ακόμη κι έτσι όμως, ακόμη κι αν τα στοιχεία που αναφέρει επαληθεύονται, δεν παύει να πρόκειται για μια φανταστική ιστορία, όσο καλά και να στηρίζεται στην πραγματικότητα.

Και παρακολουθούμε, κυριολεκτικά με κομμένη την ανάσα, έναν αρχαιολόγο, έναν πλούσιο που αγαπά τα μυστήρια και τον γιο του, μια μυστηριώδη αποκρυφιστική συμμαχία που τους εναντιώνεται και πολλούς δευτερεύοντες χαρακτήρες να υφαίνουν το γαϊτανάκι μιας συναρπαστικής ιστορίας με πυκνή πλοκή και σασπένς τέτοιο που δεν επιτρέπουν στον αναγνώστη να αφήσει κάτω το βιβλίο.

Οι χαρακτήρες του εξελίσσονται, όμως μόνο τόσο όσο είναι αρκετό για να βαθύνουν, χωρίς να βαρύνουν στην εξέλιξη της ιστορίας. Άλλωστε, το ζητούμενο στο βιβλίο του Γιάννη Μαρτζούκου δεν είναι ο χαρακτήρας του Οδυσσέα Νέζη ή αν αυτός θα προλάβει να βρει τις απαντήσεις που ψάχνει, αλλά ο οποιοσδήποτε Οδυσσέας, ο οποιοσδήποτε άνθρωπος και το πώς προσδιορίζεται σε σχέση με τον κόσμο. Ετούτος ο προσδιορισμός είναι το ζητούμενο. Αυτός και το κύρος του πεπερασμένου ανθρώπου που συνδιαλέγεται με έναν απέραντο κόσμο, ο οποίος τον ξεπερνά. Ένα πεπερασμένο που δεν θέλουμε να δεχθούμε και του αντιστεκόμαστε με διάφορους τρόπους, κυρίως όμως με τη λογοτεχνία και την τέχνη.

Μια τέτοια μορφή αντίστασης είναι και η Πέμπτη Εποχή. Ο Γιάννης Μαρτζούκος επισκέπτεται αστικούς μύθους για κρυμμένα ιερά, όπως το θρυλούμενο μέσα στον ιερό βράχο της Ακρόπολης και το επίσης θρυλούμενο τούνελ από εκεί μέχρι το Σούνιο. Για όσους δεν γνωρίζουν, υπάρχουν ερευνητές που βεβαιώνουν (σε μη επιστημονικά ωστόσο τεκμηριωμένες έρευνες) για την ύπαρξη όχι ενός, αλλά τριών ιερών μέσα στον βράχο της Ακρόπολης, αλλά και διαφόρων υπόγειων τούνελ που διατρέχουν την Αττική, μεταξύ αυτών και εκείνο που ενώνει τον βράχο με το Σούνιο.

Ο Μαρτζούκος χρησιμοποιεί αυτούς τους μύθους στο βιβλίο, αλλά και πολλούς άλλους, και καταφέρνει να μας μεταφέρει από το Σούνιο στην Αίγυπτο μέσα σε λίγα λεπτά, ενώ παράλληλα ερμηνεύει το μυστήριο του μηχανισμού των Αντικυθήρων ή εξερευνά θαύματα της φύσης, όπως η σπείρα που παράγεται από την ακολουθία Φιμπονάτσι. Παντού και πάντα περιγράφει έναν κόσμο αφανή, έναν κόσμο μεγαλείου, σε άμεση γειτνίαση με τον καθημερινό, έναν κόσμο αθέατο του οποίου είμαστε ανίδεοι πολίτες που δεν επιζητούν καν να εγγραφούν στα δημοτολόγιά του, επειδή πιστεύουν ότι δεν μπορούν – εάν γνωρίζουν ότι υπάρχει.

Εκτός από τα χρονικά όρια που καταργούνται στο βιβλίο, καταργούνται και τα χωρικά. Αντικείμενα και γεγονότα συνδέουν όχι μόνο τις εποχές αλλά και τους τόπους και τους πολιτισμούς: τις Αζόρες με την Αίγυπτο, τον ελληνικό πολιτισμό με τον αιγυπτιακό και με εκείνον των Μάγιας. Όλα είναι συμβατά, όλα μπορούν να συνυπάρξουν σε ένα φανταστικό μυθιστόρημα σαν αυτό εδώ που αποτελεί πραγματικά έναν «γενναίο, νέο κόσμο».

Χριστίνα Λιναρδάκη


ΥΓ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στη λέσχη ανάγνωσης Αυγούστου του vakxikon.gr


Παρασκευή, 8 Δεκεμβρίου 2017

Η πορνεία στη λογοτεχνία



…Στην αρχαιοελληνική γραμματεία έχουμε πολλές αναφορές στις λεγόμενες εταίρες, οι οποίες μάλλον είχαν την εκτίμηση της κοινωνίας. Την καλύτερη πηγή πληροφόρησης για την εκπαίδευση των αρχαιοελληνίδων εταίρων βρίσκουμε στους Εταιρικούς Διαλόγους του Λουκιανού. Γραμμένοι το 2ο μ.Χ. αιώνα, οι Εταιρικοί Διάλογοι είναι ένα σπαρταριστό κείμενο. Ο Λουκιανός, βαθύς ανατόμος της ανθρώπινης φύσης, αντιμετωπίζει με αγάπη και τρυφερότητα τους ήρωές του, κυρίως τις ηρωίδες του, παρουσιάζοντες τις ιστορίες τους, τον κόσμο τους, με πολύ χιούμορ, σαρκασμό, αλλά και βαθιά κατανόηση. Παρουσιάζει τη ζωή, τα προβλήματα, τους έρωτας, τα μικρά ή μεγάλα δράματα των εταίρων της αρχαιότητας, που λίγο διαφέρουν από τη σύγχρονη πραγματικότητα. […]

Με εμφανέστατη συμπάθεια προς το τραγικό πρόσωπο που λέγεται πόρνη γράφει η Γαλάτεια Καζαντζάκη στο συγκλονιστικό κοινωνικό της ποίημα «Αμαρτωλό»:

Στη Σμύρνη Λέλα, 
Ηρώ στη Σαλονίκη,
Στο Βόλο Κατινίτσα έναν καιρό…
Τώρα στα Βούρλα με φωνάζουν Νίκη…
Ο τόπος μου ποιος ήταν; Ποιοι οι δικοί μου;
Αν ξέρω, ανάθεμά με!
Σπίτι, πατρίδα μου έχω τα μπορντέλα…
Ως κι οι αθώοι χρόνοι οι παιδικοί μου
Θολές σβησμένες ζωγραφιές
Κι είναι αδειανό σεντούκι η θύμησή μου!
Το σήμερα χειρότερο απ’ το χτες
Και τ’ αύριο απ’ το σήμερα θε να’ναι…
Φιλιά από στόματα άγνωστα, βρισές
Κι οι πολισμάνοι να με τραβολογάνε…
Γλέντια, καβγάδες ως να φέξει,
Αρρώστιες, αμφιθέατρο του Συγγρού
Κι ενέσεις 606.
Πνιγμένου καραβιού σάπιο σανίδι
Όλη η ζωή μου του χαμού…
Μ’ από την κόλασή μου στο φωνάζω:
Εικόνα σου είμαι, Κοινωνία, και σου μοιάζω.


Στην πορνεία αναφέρεται και ο μεγάλος ποιητής Τάσος Λειβαδίτης σ’ ένα συνθετικό του ποίημα με θεατρική δομή, την «Καντάτα», όπου στηλιτεύει το παρακμιακό αυτό κοινωνικό φαινόμενο με θύματα τα φτωχά κορίτσια:

…Οι μισάνοιχτες πόρτες
Με τη μικρή ταμπέλα καρφωμένη απ’ έξω – αυτοί οι
Δημόσιοι αποχετευτικοί αγωγοί
Της θλιβερής αρσενικής κυριαρχίας –
Τα «κορίτσια» φοράνε φτηνές, μπαμπακένιες ρόμπες
Ή σορτς, ανάλογα με την εποχή.
Και μερικές δεν έχουν παρά πάνω απ’ τα χρόνια της κόρης σας,
Αξιότιμε κύριε…


Ο ποιητής Νίκος Καββαδίας ως εκ του επαγγέλματός του, ήταν ασυρματιστής σε ποστάλια, είχε μια «στενότερη» σχέση με την πορνεία, το κλίμα της οποίας συναντά κανείς στα έργα του. Αλλά και σε βιογραφικά γι’ αυτόν στοιχεία μπορεί κανείς να διαπιστώσει πως όσοι τον γνώριζαν έκαναν λόγο για έναν άνθρωπο ήπιο και γλυκομίλητο, που αγαπούσε τα αστεία, τα μπορντέλα και τα κορίτσια τους, όπως και τη ζωγραφική – στην καμπίνα του είχε κρεμασμένους τρεις πίνακες του Henri de Toulouse-Lautrec. Διάβαζε πάντα πολύ και του άρεσε ιδιαίτερα να απαγγέλλει ποίηση άλλων – άλλωστε γνώριζε πολλούς από τους μεγαλύτερους ποιητές της εποχής, όπως τους Βάρναλη, Σεφέρη, Ελύτη, Σικελιανό…


Άντρος Λυρίτσας



Σημ.: Απόσπασμα από το ομότιτλο άρθρο που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Άνευ, τεύχος 64, φθινόπωρο 2017. Το άρθρο είναι εκτενέστατο και πραγματεύεται, μεταξύ άλλων, και την πρόσληψη της πορνείας στην ευρωπαϊκή λογοτεχνική παραγωγή.

Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

Η Κρις μας

Αγαπητοί φίλοι του ιστολογίου μας,

H Κρις Λιβανίου θα σταματήσει να γράφει για λίγο καιρό καθώς ετοιμάζεται να γίνει μαμά! Της ευχόμαστε ολόψυχα να έρθει το παιδάκι της με το καλό και την περιμένουμε να επιστρέψει σύντομα κοντά μας...


Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Η λογοτεχνία του φανταστικού

Οι ρίζες της φανταστικής εξήγησης του κόσμου μέσα από τη λογοτεχνία είναι τόσο αρχαίες όσο και το ανθρώπινο είδος. Η πρώτη οργανωμένη μορφή λογοτεχνίας του φανταστικού ήταν η μυθολογία. Μυθολογία την αποκαλούμε εμείς σήμερα, όμως για τους αρχαίους Έλληνες ήταν ιστορία, τον καιρό που δεν είχαν ακόμη αρχίσει να ονειρεύονται την ιστορία. Το παρελθόν ήταν για κείνους μια ακατάληπτη μάζα από πολυάριθμα δεδομένα που δεν μπορούσαν να γίνουν κατανοητά, παρά μόνο εάν οργανώνονταν γύρω από ένα κεντρικό ήρωα ή ένα κεντρικό θέμα. Οι μύθοι επιτελούσαν αυτήν ακριβώς τη λειτουργία: οργάνωναν τα γεγονότα του παρελθόντος γύρω από κεντρικούς άξονες και καθιστούσαν το παρελθόν αντιληπτό.

Ωστόσο, η συγκέντρωση μαρτυριών από το παρελθόν και η χρήση τους ως πηγής παραδειγματισμού είναι ένα πράγμα και η ιστορία, ως συστηματική μελέτη, ως πειθαρχία, είναι ένα άλλο. Απόδειξη ότι ο μύθος, όπως διασώθηκε π.χ. μέσα στο έπος, κινείται μέσα στο άχρονο. Τα γεγονότα είναι ολότελα απομονωμένα και δεν μπορεί ποτέ κάποιος να πει πότε ακριβώς συνέβησαν: συνέβησαν «μια φορά κι έναν καιρό». Το άχρονο το διαπιστώνουμε πολύ ανάγλυφα στους ίδιους τους ήρωες, που μένουν αναλλοίωτοι στον χρόνο: βλέπουμε για παράδειγμα έναν Οδυσσέα που επιστρέφει στην Ιθάκη το ίδιο ακμαίος όσο έφυγε, μια Πηνελόπη που τον υποδέχεται επίσης ακμαία η ίδια – σαν να μην τους αγγίζει ο χρόνος, σαν να μην τους αφορά.

Δεν είναι μόνο ο Όμηρος: ψήγματα φανταστικού υπάρχουν και στην ορφική παράδοση, αλλά και σε συγγραφείς όπως ο Λουκιανός, ο Ησίοδος ή ο Αριστοφάνης. Χαρακτηριστικά παραδείγματα φαντασίας στην αρχαιότητα είναι οι φοβεροί αριστοφανικοί Όρνιθες ή η ανάβαση του Τρυγαίου στον Όλυμπο πάνω στο σκαθάρι του στην επίσης αριστοφανική Ειρήνη. Τα περισσότερα τέτοια έργα ήταν έμμετρα, γραμμένα δηλαδή σε στίχους, και γι’ αυτό πιστώθηκαν στην ποίηση, ενώ κάποια άλλα κατατάχθηκαν στο θέατρο – ελάχιστα και στην ιστορία.

Το ζητούμενο στη λογοτεχνία του φανταστικού είναι ο προσδιορισμός του πεπερασμένου ανθρώπου που συνδιαλέγεται με έναν απέραντο κόσμο, ο οποίος τον ξεπερνά. Η αναμέτρηση του ανθρώπου με τον κόσμο βρίσκεται άλλωστε στον πυρήνα της λογοτεχνίας του φανταστικού. Τα έργα που εντάσσονται σε αυτήν δανείζονται στοιχεία από την πραγματικότητα και τα μετουσιώνουν, κατασκευάζοντας άλλους, πιθανούς ή απίθανους κόσμους. Ουσιαστικά εφευρίσκουν εκ νέου τη γνώριμή μας πραγματικότητα με τις δυνατότητες και τις ελευθερίες που επιτρέπει η φαντασία. Αυτή η εκ νέου εφεύρεση όμως υπονομεύει και υποσκάπτει τη γνώση μας για τα πάντα γύρω, αναδεικνύοντας ακόμα πιο εμφατικά το πεπερασμένο μας. Ένα πεπερασμένο που σαν άνθρωποι δεν θέλουμε να δεχθούμε και του αντιστεκόμαστε, π.χ. με την ιατρική και με την τεχνολογία. Κυρίως, όμως, με τη λογοτεχνία και την τέχνη γενικότερα.

Είναι σημαντικό σε αυτό το σημείο να πούμε ότι πολλά βιβλία επιστημονικής φαντασίας επαληθεύτηκαν και έγιναν οιωνοί, ουσιαστικά, του μέλλοντος. Τέτοια πολύ γνωστά βιβλία είναι το Από τη γη στο φεγγάρι του Ιούλιου Βερν ή η Οδύσσεια του διαστήματος του Κλαρκ, καθώς επίσης και ο Φράνκενστάιν της Μαίρη Σέλλεϋ (σήμερα γίνονται μεταμοσχεύσεις οργάνων), Ο θαυμαστός καινούργιος (ή: γενναίος, νέος) κόσμος του Άλντους Χάξλεϋ (τα αντικαταθλιπτικά και τα αγχολυτικά έχουν γίνει καραμέλες στις μέρες μας) και το 1984 του Όργουελ (προσωπικά δεδομένα στην εποχή του Google δεν υφίστανται). Η φαντασία κάποιες φορές λειτουργεί προφητικά.

Σε ένα φανταστικό μυθιστόρημα τα πάντα είναι συμβατά μεταξύ τους, τα πάντα μπορούν να συμβούν και τα πάντα να συνυπάρξουν. Αφετηρία είναι πάντα ένα θεμελιώδες ερώτημα: «Πώς θα ήταν αν;». Με αυτό ξεκινούν όλοι οι συγγραφείς του φανταστικού: ο Κάφκα, ο Μπόρχες, ο Χάξλεϋ, ο Πόε, ο Στήβενσον, αλλά και οι πιο γνωστοί και ευπώλητοι της εποχής μας, όπως ο Τόλκιν και η Ρόουλινγκ. Και περιγράφουν τη θεμελιώδη σύγκρουση ανάμεσα στο ορθολογικό και το ανορθολογικό, μια σύγκρουση που ορίζεται από την εισβολή του φανταστικού στο πραγματικό ή του αφύσικου στο φυσικό. Πρόκειται για μια εισβολή που ικανοποιεί κάτι που όλοι οι άνθρωποι επιθυμούμε: να έρθουμε, έστω για λίγο, σε επαφή με εκείνο το κάτι που δεν έχουμε τολμήσει ακόμη να φανταστούμε.

Ένα ενδεικτικό χρονολόγιο συγγραφέων της λογοτεχνίας του φανταστικού:

Αρχαιότητα: Όμηρος, Λουκιανός, Ησίοδος, Αριστοφάνης

Μεσαίωνας (11ος-14ος αι.): Δάντης και το γοτθικό μυθιστόρημα (π.χ. Γουάλπολ)

Ρομαντική περίοδος (15ος-18ος αι.): Πόε, Σέλλεϋ, Κόλεριτζ, Σουίφτ, Γκαίτε, Σαίξπηρ

19ος αιώνας – σήμερα: Όργουελ, Κάφκα, Μπόρχες, Στήβενσον, Χάξλεϊ, Κασάρες, Λάβκραφτ, Τόλκιν, Κινγκ, Ρόουλινγκ

Και μερικά ονόματα, λιγότερο και περισσότερο σύγχρονων, Ελλήνων συγγραφέων του φανταστικού: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Μιχαήλ Μητσάκης, Δημοσθένης Βουτυράς, Γιώργος Μπαλάνος, Μάκης Πανώριος (ο αποκαλούμενος και «πρύτανης του φανταστικού»), Αλέξης Πανσέληνος, Νίκος Παναγιωτόπουλος, Κυριάκος Αθανασιάδης, Νίκος Βλαντής, Μιχάλης Μανωλιός, Ελευθέριος Κεραμίδας, Εριέλλα Χρυσού, Γιάννης Μαρτζούκος.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο τεύχος 38 του περιοδικού vakxikon.gr.

Παρασκευή, 1 Δεκεμβρίου 2017

Σφηνάκια Νοεμβρίου, χειμωνιάτικα απολύτως

"Για μια χούφτα ζωή" της Φωτεινής Βασιλοπούλου



Το Για μια χούφτα ζωή είναι η πρώτη δουλειά της Φωτεινής Βασιλοπούλου σε πεζό, και είναι χαρά να την διαβάζει κανείς. 17 ιστορίες με έντονη ντοπιολαλιά και εικόνες υπαίθρου πια σχεδόν ξεχασμένες ή έστω σκονισμένες στη μνήμη, που δείχνουν να λειτουργούν σαν σημεία αναφοράς για τη συγγραφέα στην αναζήτηση και την οριοθέτηση μιας ταυτότητας προσωπικής και ταυτόχρονα κατά κάποιο τρόπο οικείας σε όλους. Χωρίς υπερβολές και εξάρσεις ούτε μελοδραματισμούς και ωραιοποιημένες μνήμες, τα κείμενα της Φωτεινής Βασιλοπούλου στέκονται σταθερά στα πόδια τους και παρασύρουν τον αναγνώστη σε γνώριμα μονοπάτια φωτισμένα όμως με καινούριο φως. Κοινό στοιχείο τους είναι η ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, που μυρίζει χειμώνα, τζάκι και φτώχια, αλλά όχι εγκατάλειψη και σίγουρα όχι παραίτηση. 

Θεματικά δεν πρόκειται για κάτι ριζικά καινούριο, γι αυτό και το στοίχημα κερδίζεται στην ματιά: η τρυφερότητα που κυκλοφορεί σχεδόν αθόρυβα κάτω από τις λέξεις και το δέρμα των ηρώων, της συγγραφέα και τελικά του ίδιου του αναγνώστη σαν συνδετικό ποτάμι συγκίνησης, είναι αυτό το στοιχείο που εξασφαλίζει στη συλλογή πέρα από το ενδιαφέρον για τις ιστορίες αυτές καθεαυτές, και την απαραίτητη συνοχή. Πέραν αυτού, οι ιδιωματισμοί και η ιδιάζουσα γλώσσα δίνουν στα κείμενα το ειδικό βάρος της τοπικής ταυτότητας που δεν υπερεκτιμάται αλλά ούτε και ισοπεδώνεται.

17 καλοί οιωνοί για την μετέπειτα πορεία. Υποθέτω εις το επανιδείν. 

Κρις Λιβανίου



"Βραχύσωμες πτήσεις παρεκκλίνουσες" του Απόστολου Παλιεράκη
Δεν χαρίζεται
Στις σαθρές μας γέφυρες
Η καταιγίδα
(«Ανελέητη»)

Περισσότερα από 40 χαϊκού είναι η ποιητική συγκομιδή που ο Απόστολος Παλιεράκης συγκεντρώνει σε αυτό του το βιβλίο. Πρόκειται για χαϊκού-στιγμιότυπα που προκαλούν εντύπωση με τη χειρουργική ακρίβεια της διατύπωσής τους. Μετουσιώνουν σε ποίηση αστραπιαίες σκέψεις για τη ματαιότητα, τη μοναξιά, τη μνήμη, τον έρωτα, αλλά και για σκηνές της καθημερινότητας στις οποίες μπορεί να στέκεται το βλέμμα.

Μετά από το εισαγωγικό κείμενο «Βρόχοι λατρείας γκρεμίζουν τις αγχόνες απελπισίας», ακολουθεί το μεγαλύτερο τμήμα των χαϊκού που παρατίθενται απνευστί στο πρώτο τμήμα, έπεται μια ενότητα «Εποχικά» και το βιβλίο κλείνει με δύο ακροτελεύτια χαϊκού. Παρά την ακρίβεια της έκφρασής τους, από πολλά χαϊκού λείπει η ανατροπή και η αμφισημία που εύλογα περιμένει κάποιος από το είδος, τουλάχιστον με βάση την ανατολική του παράδοση. Η έλλειψη αυτών των στοιχείων αυτομάτως μεταβάλλει τα χαϊκού σε δυτικότροπους στίχους που τηρούν τη φόρμα 5-7-5: κάτι όχι απαραιτήτως αρνητικό, μολονότι ενδεχομένως συνηγορεί προς μια καταχρηστική χρήση του όρου «χαϊκού».

Ενδιαφέρουσες οι επαναλήψεις στα σαλόνια του βιβλίου, εκτός από ορισμένες περιπτώσεις που μοιάζουν με δημοσιευμένες ασκήσεις επί χάρτου (βλ. π.χ. το δίδυμο «Όραμα ελευθερίας Ι» και «Όραμα ελευθερίας ΙΙ»).

Συνολικά, η συλλογή μου άφησε θετική εντύπωση και με έκανε να θέλω να διαβάσω κι άλλα βιβλία του Απόστολου Παλιεράκη. Θα τα αναζητήσω.

Χριστίνα Λιναρδάκη