Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

"Το δέντρο με τις λέξεις" του Γιώργου Γάββαρη



Η πρώτη εντύπωση: πρόκειται για μια προσεγμένη έκδοση. Τα ποιήματα του Γιώργου Γάββαρη είναι μοιρασμένα σε ενότητες με συνοχή, το λεξιλόγιο αποδεικνύεται προσεγμένο, και μια ισχυρή ποιητική λογική είναι παρούσα για να διευκολύνει την συνάντηση ανάμεσα στον ποιητή και τον αναγνώστη. 

Η δεύτερη εντύπωση που με ακολούθησε αθόρυβα σε όλη την διάρκεια της ανάγνωσης: ο Γιώργος Γάββαρης ακουμπά με μια εικαστική ματιά στα πράγματα. Μ’ αυτό εννοώ ότι η δουλειά του κατά ένα παράδοξο τρόπο απευθύνεται περισσότερο στην όραση ως αίσθηση και λιγότερο στην ακοή. Και πιο συγκεκριμένα, τα ποιήματα που απαρτίζουν Το δέντρο με τις λέξεις φέρνουν στο μυαλό πίνακες ζωγραφικής με αφαιρετικές λεπτομέρειες και επίκεντρο τον χώρο, το τοπίο. Η συγκίνηση δεν λείπει. Μένει να αποσαφηνιστεί από πού ακριβώς πηγάζει.

Ο ήλιος δύει.
Τεράστιες οι σκιές
των μικρών ανθρώπων.[1]

Δεν θυμίζουν στιγμιότυπα ούτε φωτογραφίες οι σκηνές που εκτυλίσσονται και περιγράφονται με αδρές γραμμές στους στίχους του Γάββαρη, ούτε υπάρχει προσήλωση στην παραμικρή λεπτομέρεια. Οι λέξεις και οι σκιές βρίσκονται σε μια δυναμική ισορροπία, κάποιες φορές λειτουργούν αντικριστά και κάποιες άλλες παράλληλα, ώστε να στήσουν ένα σκηνικό αέναων εναλλαγών ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, τον ήχο και την απουσία του. Το φως δεν πέφτει άπλετο όπως ενδεχομένως να περίμενε κανείς, ο ήλιος σαν να υποφώσκει ή σαν να ξεδιπλώνεται μέσα από συνεχείς αντανακλάσεις, ενώ ταυτόχρονα ο ήχος των λέξεων, πότε σταθερός και πότε διακεκομμένος, έρχεται να συμπληρώσει ένα εκφραστικό τοπίο που, αν μη τι άλλο, κινείται έξω από στεγανά.

Οι άνθρωποι είναι απογυμνωμένοι από τα χαρακτηριστικά τους για να υπερισχύσει τελικά η φιγούρα τους, η μορφή τους ιδωμένη από απόσταση, την απόσταση του δημιουργού αλλά και του ίδιου του αναγνώστη: το αποτέλεσμα είναι να γεννιέται σταδιακά η αίσθηση ότι στέκονται και οι δύο μπροστά από τον ίδιο πίνακα. 

Μου φάνηκε ιδιαίτερα ενδιαφέρον το πλησίασμα του φωτός και πιο συγκεκριμένα της σκιάς που αφήνουν πίσω τους τα πράγματα και του ήχου που τα αντιπροσωπεύει, μια ταυτόχρονη προσέγγιση δύο διαφορετικών αισθήσεων σ’ ένα κοινό συγκινησιακό αποτέλεσμα. Όλα τα ποιήματα δεν είναι ισάξια, κάποια λειτουργούν καλύτερα σε επίπεδο απόδοσης συναισθήματος από κάποια άλλα, υπάρχει όμως μια σταθερή πορεία εκ μέρους του ποιητή, και ένας σαφής στόχος. Σκηνές από ένα προσωπικό παρελθόν αποκτούν έναν οικουμενικό χαρακτήρα όχι ως βιώματα αλλά ως σταθμοί σε μια πορεία που θα μπορούσε να είναι του καθένα μας. 

Αυτή η ελάχιστα αιρετική εικαστικότητα που κέρδισε εξαρχής όλες τις εντυπώσεις αισθάνομαι ότι στέρησε σε ένα βαθμό τουλάχιστον τις λέξεις και τα νοήματα από το συμβολικό τους βάθος, τα άφησε να κείτονται στα μάτια του αναγνώστη άφωνα σχεδόν, προσηλωμένα στην εικόνα. Η ζυγαριά λοιπόν γέρνει σαφώς προς την μια πλευρά, έστω και αν το αποτέλεσμα δεν υποφέρει. Είναι ενδιαφέρον να αναλογιστεί κανείς ποιες από τις πέντε αισθήσεις είναι αυτές που κατεξοχήν επηρεάζουν την αντίληψη των λέξεων και των εννοιών σε ένα ποίημα, και από αυτή την άποψη Το δέντρο με τις λέξεις θέτει κατά την γνώμη μου τις σωστές ερωτήσεις και εδραιώνει ίσως και το πρώτο συμπέρασμα: η μαγεία μάλλον κρύβεται στους συνδυασμούς.

ΤΟ ΚΑΣΚΟΛ
            Στη Χαρά Νικολακοπούλου
Οι λέξεις
η μία
κάτω
από την άλλη
για να μακρύνει
το ποίημα,
ο δρόμος.
Πού ξέρεις;
Ίσως
γίνει
κασκόλ
χρωματιστό,
κι ίσως
τυλίξει
τη ζωή σου
με ζεστασιά
ανθρώπινη.[2]

Κρις Λιβανίου

[1] σελ. 16.
[2] σελ.48.

Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

Το μήνυμα του λογοτεχνικού έργου ή ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός

Το κείμενο που ακολουθεί απαντά σε ερώτημα που έθεσε σε σχετικό αφιέρωμα το λογοτεχνικό περιοδικό Νέα Σκέψη: ο λογοτέχνης γράφει ένα έργο, επειδή θέλει κάτι να πει. Τα μέσα έκφρασης που χρησιμοποιεί (σχήματα λόγου, ομοιοκαταληξία, κοινωνικά και φιλοσοφικά ρεύματα κ.λπ.) τον βοηθούν να το πει καλά ή γίνονται εμπόδια στην πρόσληψή του;

Το ερώτημα προϋποθέτει την ύπαρξη ενός κειμένου που μεταφέρει αυτό που προσλαμβάνεται ως νόημά του, εν είδει μηνύματος, στον αναγνώστη. Κατάλληλο για την απάντηση του ερωτήματος είναι το επικοινωνιακό μοντέλο της λογοτεχνίας, που παρουσίασε ο Roman Jakobson (“Linguistics and Poetics”, 1958) και αναλύει όλα τα επιμέρους δομικά στοιχεία.



Το μοντέλο του Jakobson

Το μοντέλο αντιστοιχίζει τα επιμέρους στοιχεία του λογοτεχνικού έργου με τις γλωσσικές λειτουργίες:
                                                                         ΣΥΓΚΕΙΜΕΝΟ    
                                                                            αναφορική

                                                                            ΜΗΝΥΜΑ
                                                                               ποιητική

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ  ------------------------------------------------------------------------------- ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ
συναισθηματική/                                                                                                          γνωστική
εκφραστική
                                                                             ΕΠΑΦΗ
                                                                              φατική

                                                                            ΚΩΔΙΚΑΣ
                                                                          μεταγλωσσική


Ο συγγραφέας, δηλ. ο δημιουργός του κειμένου, εκφράζεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο (χρησιμοποιεί έμφαση ή όχι, γράφει έμμετρα ή σε ελεύθερο στίχο, έχει ρυθμό ή όχι κ.λπ.) που αντιστοιχεί στη συναισθηματική ή εκφραστική λειτουργία της γλώσσας. Ο αναγνώστης, δηλ. ο αποδέκτης του μηνύματος, χάρη στη γνωστική λειτουργία, είναι ορατός στο κείμενο στα σημεία εκείνα που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί κλητική ή γράφει σε β΄ πρόσωπο. Ανάμεσα στους δύο αυτούς (συγγραφέα και αναγνώστη) υπάρχει το μήνυμα (με όλα τα καλολογικά στοιχεία που το κοσμούν, πβλ. ποιητική λειτουργία), το οποίο εντάσσεται σε ένα ευρύτερο συγκείμενο (είδος, τομέα, μιλάμε για την αναφορική λειτουργία της γλώσσας) και μεταφέρεται διαμέσου ενός διαύλου που εξασφαλίζει την επαφή συγγραφέα και αναγνώστη (δηλ. το μέσο, π.χ. το έντυπο ή το ηλεκτρονικό βιβλίο, η απαγγελία κ.ο.κ.). Τέλος, υπάρχει ο κώδικας (που αντιστοιχεί στη μεταγλωσσική λειτουργία), ο οποίος πρέπει να είναι ενιαίος ώστε να διασφαλίζεται ότι συγγραφέας και αναγνώστης «μιλούν την ίδια γλώσσα» και καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον.



Διά του παραδείγματος: Κωστής Παλαμάς, Κώστας Καβάφης και Οδυσσέας Ελύτης

Οι τρεις ποιητές εντάσσονται σε τρεις διαφορετικές ποιητικές τάσεις και παρέχουν πρόσφορο έδαφος για μια σύγκριση μεταξύ τους με βάση το μοντέλο του Jakobson:

Ως προς τη συναισθηματική/εκφραστική λειτουργία (τη μορφή και το ύφος της ποίησής τους):

Ο Κωστής Παλαμάς βασίστηκε πολύ στο μέτρο για να αναπτύξει αφενός τους θεματικούς του πυρήνες και αφετέρου τους αισθητικούς του πειραματισμούς, ενώ βασικό χαρακτηριστικό της ποίησής του είναι ο λυρικός της χαρακτήρας. Ο Παλαμάς έγραψε μακρότατες συνθέσεις και ένα πολύτομο έργο και η ποίησή του ήταν μια επική θάλασσα.

Ο Κώστας Καβάφης, αντίθετα, έγραψε σε ελεύθερο και ανισοσύλλαβο στίχο και ένα σημαντικό στοιχείο της ποίησής του είναι η αντιλυρικότητά της, η οποία εκφράζεται με την περίφημη καβαφική ειρωνεία. Ο Καβάφης έγραψε έναν μικρό αριθμό σύντομων ποιημάτων, δίνοντας όμως στίχους που συχνά θυμίζουν παροιμιακό ή γνωμικό λόγο.

Ο Ελύτης, από την άλλη, χρησιμοποίησε ομοιοκαταληξίες, κυρίως όμως ελεύθερο στίχο, ο οποίος ακολουθούσε κανόνες εσωτερικού ρυθμού και μουσικότητας. Το ύφος της ποίησης του είναι πολυδιάστατο και μεστό σε σχήματα λόγου και εικόνες. Το έργο του είναι μεγάλο σε έκταση, όμως πολλές φορές μεμονωμένοι στίχοι του μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν αποφθέγματα.

Ως προς την ποιητική λειτουργία (τη χρησιμοποιούμενη γλώσσα):

Η γλώσσα του Παλαμά είναι χυμώδης και ενίοτε ανοικονόμητη, όπως εύστοχα έχει παρατηρήσει ο Νάσος Βαγενάς σε παλαιό άρθρο του στο Βήμα. Ο Παλαμάς δείχνει σταθερή προτίμηση σε μια γλωσσική μορφή αρθρωμένη γύρω από επίθετα και σύνθετες λέξεις, που σε πολλές περιπτώσεις δίνουν την εντύπωση μιας τεχνητής λογοτεχνικής γλώσσας.

Η γλώσσα του Καβάφη, από την άλλη, είναι ειρωνική και αντιλυρική, κάποτε μάλιστα γίνεται τόσο στεγνή που μοιάζει αντιποιητική. Όμως εντυπώνεται και προοιωνίζεται την ποιητική γλώσσα του μέλλοντος.

Ο ασυνήθιστος συνδυασμός λέξεων που χρησιμοποιεί ο Ελύτης, πάλι (χωρίς ωστόσο να δημιουργεί συμφραστική αντίσταση), αλλά και η επίμονη έκκλησή του στο όνειρο και τη φαντασία, κάνουν την ποίησή του τολμηρή και πρωτότυπη.

Ως προς την αναφορική λειτουργία (ο τρόπος διαχείρισης των εθνικών ιδεών):

Ο Παλαμάς είναι εθνικός ποιητής, όπως ο Διονύσιος Σολωμός και ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης. «Βγαίνει από τα σπλάχνα του έθνους», όπως παρατηρεί η Ανθούλα Δανιήλ σε παλαιό άρθρο της στη Φιλολογική, εμπνέεται από τη Μεγάλη Ιδέα και ανασαίνει τις μεγάλες στιγμές του έθνους. Αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος είναι μια ποίηση μεγαλόστομη και πομπώδης.

Κάτι τέτοιο ο Καβάφης δεν το επεδίωξε ποτέ. Αντίθετα, έθεσε εαυτόν εκτός της γενεάς του και τεκταινομένων, έστρεψε το βλέμμα του στον άνθρωπο ως οντότητα και στην καθημερινότητά του και γι’ αυτά έγραψε, αποτινάσσοντας το αβάσταχτο βάρος της περιούσιας ελληνικής κληρονομιάς που έπεφτε σαν σκιά στην ποίηση και σηματοδοτώντας ουσιαστικά μια νέα εποχή της. Ωστόσο ήταν βαθιά ελληνοκεντρικός.

Βασικό στοιχείο της ποίησης του Ελύτη, τέλος, είναι η «ελληνικότητα», που στην περίπτωσή του ισοδυναμεί με λατρεία του ελληνικού στοιχείου. Ζωντανές εικόνες, γεμάτες ρομαντική διάθεση υμνούν τη θάλασσα, τον ουρανό, το βότσαλο, το δέντρο. Η εθνική ιδέα μετουσιώνεται σε κάτι απτό, ενσαρκώνεται και κατοικεί στα επιμέρους, ενώ ταυτόχρονα γίνεται μεταφορά για τον σύμπαντα κόσμο.

Ο αναγνώστης, τώρα, χωρίς να χρειάζεται να δηλώνεται μέσα στο ποίημα (ακόμη και στο Μονόγραμμα του Ελύτη που υπάρχει η σε β΄ πρόσωπο επαναλαμβανόμενη ερώτηση «μ’ ακούς;», αυτή απευθύνεται στην αγαπημένη του και όχι στον αναγνώστη) προσεγγίζει καθεμία από τις τρεις ποιητικές γραφές, έχοντας πλήρη επίγνωση της μεταγλωσσικής λειτουργίας, του κώδικα δηλαδή που χρησιμοποιεί ο εκάστοτε συγγραφέας. Γνωρίζει ότι καθένας από τους τρεις ποιητές έγραψε με διαφορετικό τρόπο, ο οποίος αντιστοιχεί στο ρεύμα που επικρατούσε στην εποχή του ή στην παράδοση που είχε επιλέξει να υπηρετήσει ή στη νεωτερικότητα την οποία κόμιζε. Εντέλει, οι προσωπικές επιλογές καθενός από τους ποιητές διαμόρφωσαν την προσωπική του γραφή και χωρίς αυτές το έργο του δεν θα ήταν καν αναγνωρίσιμο.

Aντίθετα, «ποιητές», οι οποίοι δεν έχουν κάτι ουσιαστικό να πουν, οποιοδήποτε εκφραστικό μέσο κι αν χρησιμοποιήσουν, δεν θα καταφέρουν ποτέ να γίνουν κατανοητοί από το κοινό. Δεν είναι επομένως τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιεί, τα οποία διευκολύνουν ή τον δυσχεραίνουν τον ποιητή στη μετάδοση των νοημάτων που επιθυμεί. Είναι η αρτιότητα στη διαχείρισή του των ιδεών και η αναγωγή τους σε κάτι μεγαλύτερο από τον άνθρωπο, σε κάτι που τον ξεπερνά και τον εξυψώνει. Είναι κάτι μεγαλύτερο και από την έννοια του περιεχομένου και κάτι που δεν αποτυπώνεται σε κανένα γνωστό μοντέλο.


Η περίπτωση της στρατευμένης ποίησης – το παράδειγμα του Ρίτσου


«Ο ποιητής έχει συνείδηση της κοινωνικής, της ανθρώπινης αποστολής του, που του αναθέτει η ποίηση και που αυτός αναθέτει στην ποίησή του», πρέσβευε ο Ρίτσος, ο οποίος παρέδωσε εκτενέστατο ποιητικό έργο, το οποίο διακατέχεται έντονα από την επαναστατική κομμουνιστική ιδέα. Η ποίησή του ήταν μια διαμαρτυρία απέναντι στην κοινωνική αδικία, όπως εκείνος την αντιλαμβανόταν, και υπέρ των εργαζομένων, των φτωχότερων και των αδύναμων. Παρά το ότι η ιδεολογία του καθόρισε εν πολλοίς την ποίησή του, ο Ρίτσος είναι αγαπημένος ποιητής πολλών ανθρώπων που δεν στάθηκαν στην ιδεολογική συνιστώσα της ποίησής του, αλλά ερμήνευσαν το έργο του σε γενικότερο πλαίσιο. Εξ άλλου ένας ποιητής, όσο στρατευμένα κι αν γράφει, παραμένει ευαίσθητος ως προς την ανθρώπινη συνθήκη και αυτό τις περισσότερες φορές αρκεί. Αυτό που μόλις έγραψα, βέβαια, αποτελεί απόδειξη του ότι κάθε αναγνώστης επιλέγει τι θα φωτίσει στο έργο που θα διαβάσει και ότι μπορεί να επιλέξει (συνειδητά ή ασυνείδητα) να αγνοήσει ορισμένες όψεις του, αναδεικνύοντας αυτές που, για λόγους που αφορούν την προσωπική του ταυτότητα, προτιμά.


Ποιητικά κινήματα – το παράδειγμα του ντανταϊσμού

Μολονότι ο ντανταϊσμός σαν κίνημα δεν επηρέασε ιδιαίτερα τους Έλληνες ποιητές (ένα από τα λιγοστά παραδείγματα που μου έρχονται στον νου είναι η περίπτωση του όχι ιδιαίτερα γνωστού Θάνου Βελούδιου), αποτέλεσε μια διακριτή –αν και βραχύβια– σχολή με σαφείς θέσεις. Στην πραγματικότητα, συνιστούσε μια διαμαρτυρία ενάντια στη βαρβαρότητα του πολέμου και στην αφόρητη διανοητική αγκύλωση που πίστευαν οι ντανταϊστές ότι επικρατούσε.

Στο πλαίσιο του ντανταϊσμού παρήχθησαν ποιήματα τα οποία δεν είχαν ούτε δομή ούτε ειρμό, αλλά μάλλον έμοιαζαν με αυθαίρετες συρραφές λέξεων και φράσεων. Αν τα ερμηνεύαμε με ένα μεθοδολογικό εργαλείο, όπως το μοντέλο του Jakobson, είναι βέβαιο ότι δύσκολα θα βγάζαμε άκρη! Ωστόσο, η συμβολή του συγκεκριμένου κινήματος στην πορεία της ποίησης έγκειται στο credo του και όχι στο προϊόν per se, δηλαδή στην προσπάθειά του να αποτελέσει μια διαφορετική φωνή που θα έβαζε τα θεμέλια της ανοικείωσης με έναν κόσμο όχι μόνο αφιλόξενο, αλλά και εχθρικό (ας μην ξεχνάμε ότι το κίνημα εμφανίστηκε αμέσως μετά το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου). Οπότε οι προθέσεις των ποιητών εκπληρώθηκαν, στο πλαίσιο του κινήματος, μέσα από την ίδια την κατάργηση όλων των μέχρι τότε ποιητικών δεδομένων, η οποία λειτούργησε ως κώδικας διαμαρτυρίας κατά της προαναφερθείσας διανοητικής αγκύλωσης.


Συμπέρασμα

Τα μέσα που χρησιμοποιεί ο λογοτέχνης για να εκφραστεί, ακόμη και τα ρεύματα στα οποία εντάσσεται, είναι δευτερεύουσας σημασίας έναντι της ποιότητας των ιδεών που διαχειρίζεται, της ψυχής που καταθέτει και της ειλικρίνειας που απαιτεί από τον αναγνώστη κατά τη διαχείριση της εντύπωσης που του προκαλεί με το έργο του. Τα μορφικά στοιχεία ακόμη και αυτό το περιεχόμενο, καίτοι σημαντικά, δεν επαρκούν για να καταξιώσουν έναν ποιητή ούτε καν για να τον κάνουν να ξεχωρίσει.

Από την άλλη, η πρόσληψη του έργου του ποιητή, το οποίο δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί μήνυμα προς παράδοση, εξαρτάται από παράγοντες που είναι προσωπικοί του αναγνώστη και αγγίζουν ζητήματα ταυτότητας. Αλλά η ανάλυση αυτών των ζητημάτων είναι το αντικείμενο ενός άλλου κειμένου που ίσως παραχθεί στο πλαίσιο ενός άλλου αφιερώματος.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο τεύχος 542-543 (04-09), Απρ.-Σεπτ. 2017, του περιοδικού Νέα σκέψη.

Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

"Διάλυσις" του Γιάννη Αντιόχου

Η ποίηση του Γιάννη Αντιόχου είναι μια συνείδηση ανοιχτή στο σφυγμό του κόσμου, το ποίημα που δεν έχει σύνορα και δεν χρειάζεται την ομορφιά κι όμως την κουβαλάει... Η μέσα «διάλυσις», μια εσωτερική καταβύθιση που οδηγεί κατευθείαν στον παράδεισο, και εκεί όμως ο πόνος για την ανθρώπινη μοίρα ποτέ δεν λείπει ούτε κατασιγάζεται.

Είναι μια κατάρα να μην ξεχνάς το θάνατο, σε καμιά στροφή, σε κανένα σοκκάκι εντός της ύπαρξής σου. Να διαβάζεις σε κάθε στιγμή, κάθε ώρα τα συντρίμμια αυτού που υπήρξε, να βλέπεις μέσα σε ό,τι καινούργιο το αρχαίο υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο, την ιστορία του, το μέλλον του. Μια συγκλονιστική εμπειρία στην κόψη του ξυραφιού, η ζωή που διαρκώς αποκαλύπτεται μέσα από το φάσμα του θανάτου… Γιατί τίποτα δεν μπορεί να ανακουφίσει το δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η πραγματικότητα προκαλεί στον ποιητή συνεχή δυσφορία, μια αίσθηση αποσύνθεσης. Η μέσα διάλυση αντανακλά την έξω διάλυση του αστικού τοπίου των μεγαλουπόλεων και τη μοναχικότητα του ανθρώπου.

Η ζωή στα μεγάλα επιχειρηματικά κέντρα, όπως στην περιοχή της La Défense, στο Παρίσι, φαντάζει ιδιαίτερα σηπτική στα μάτια του ποιητή, στάζει αποσύνθεση. Οι άνθρωποι μοιάζουν χλωμά αντίγραφα του εαυτού τους με την απομυζητική στάση τους, την επαναλαμβανόμενη καθημερινότητά τους. Στο ποίημα «Ο βρυκόλακας των Παρισίων», γράφει: … Ως μια εξέλιξις βρυκολάκων/ δυναμώνουμε τους σάπιους μας κυνόδοντες/ σε οξέα και αλκάλια της λήθης/ όλων όσοι ακόμα υποκρίνονται/ πως δεν ενθυμούνται/ στη ζωή τους/ παρόμοια διάλυση


Όπως και να είναι/ στα μεγάλα φαγοπότια των θνητών/ εντός ενός σολ μινόρε/ και ενός ποιήματος/ άπαντες σιωπούν/ αναμένοντας το δήγμα τους…

Ο ποιητής, πιστός στη ρήση του Ρεμπώ «Εγώ είναι ένας άλλος», γίνεται ο αυτόπτης μάρτυρας αυτής της φθοράς στις μεταμορφώσεις του, καθώς γίνεται εκείνος ο άλλος εαυτός στο ποίημα.

Στο ποίημα «Παραίσθησις Δ΄», η ανάγκη για κατοχή του άλλου και ο φόβος της μοναξιάς φτάνει ως το φόνο και τη συναινετική ανθρωποφαγία που θα μπορούσε να ιδωθεί και ως αλληγορία του αδηφάγου έρωτα:

… Δεν γδύνομαι πια/ έτσι κι αλλιώς με εγκατέλειψες/ ολόγυμνο και ματωμένο. Όλη μου η αφή/ μια πλαστική επιφάνεια/…

… Επιπλέον απουσιάζουν/ η τραχύτητα του σώματος/ η ελπίδα/ και ο θάνατος/ που με παραφύλαγε/ στον πάνω κόσμο. Όχι όμως και ο θαυμασμός! Ως εν ζωή αισθητιστής ακόμα και τη δολοφονία μου/ από σένα/ ως έργο τέχνης/ την αντιλήφθηκα…


Το ποίημα «Αποχαιρετισμός του Τζον» αναφέρεται στη διάψευση του Αμερικάνικου ονείρου. Το ποίημα «Ο Αποχαιρετισμός της κεφαλής» υπαινίσσεται την παρακμή της φιλοσοφικής σκέψης στην αρχή του νέου αιώνα: …το σκοτάδι είναι χάος/ Για να δεις/ Για να μάθεις…

Η «Διάλυσις» αντανακλά ένα κόσμο σε αποσύνθεση με τα τρωκτικά να ροκανίζουν τα θεμέλιά του. Ο σημερινός πολιτισμός παράγει ερείπια, τίποτα αξιόλογο που να αντέχει στη διάρκεια του χρόνου. ...Ό,τι ακούγεται σήμερα/ ένα παράσιτο διάλυσης/ και αραιά και πού/ ίσως και η Αθανασία...

Οι μόνοι αληθινά ζωντανοί είναι οι ένοικοι του νεκροταφείου Père Lachaise, εκείνοι που έχουν κερδίσει την αθανασία… 

Ο ποιητής τραυματίζεται από την πραγματικότητα, πιστεύει ότι ζούμε το ρέκβιεμ μιας εποχής:

[ήχος η΄]

Ζωή μου/ είσαι όλη μια σάλπιγγα/ στο στόμα ενός τρομακτικού αγγέλου/ σαλπίζοντας το ρέκβιεμ μιας ολόκληρης εποχής/ όπου τα μαχαίρια μπήγονται με υπόκλιση/ οι βόμβες ισοπεδώνουν χειρουργικά τις πόλεις/ και οι αποκεφαλισμένοι ανάβουν τα μαλλιά τους/ πυρσοί σε πασσάλους βρυκολάκων/ μάτια σβησμένα/ κρανία αναμμένα/ φωτισμοί κι εκλάμψεις/ στη δημόσια λειτουργία του Nocturne Vulgaire/…. («Οι Σωσίες»)

Η ποίηση του Γ. Α. κινείται σε ένα μαύρο που εξάπτει τη φαντασία, καθώς αλλάζει διαρκώς ύφος και αποχρώσεις. Από ένα πένθος βαθιά ρομαντικό, όταν μιλάει για τον έρωτα και την αγάπη, ως τη μακάβρια ειρωνεία, όταν παρωδεί την ανούσια ζωή και τον χωρίς νόημα θάνατο που συνοδεύεται από μια πομπώδη νεκρική τελετή («Αποχαιρετισμός της φυσικής μου ύπαρξης»). Συχνά παρενθέσεις ή αγκύλες παρεμβάλλονται ανάμεσα στα κείμενα φτιάχνοντας ένα ποίημα μέσα στο ποίημα που θα μπορούσε να διαβαστεί χωριστά, ή να θεωρηθεί ως ψίχα, ως η ψυχή του ποιήματος, μια εκ βαθέων εξομολόγηση.

O έρωτας μοιάζει ανέφικτος, μια πληγή που ματώνει, βιώνεται ως απουσία, αιμοδοτεί την ποίηση του. Τον κάνει να αφουγκράζεται το σφυγμό του κόσμου, η αγαπημένη γίνεται το σύμπαν ολόκληρο:

Δεν ξέρω γιατί ο Αύγουστος βαθαίνει/ όμως ξέρω γιατί εισέρχομαι λαθραία/ στους σκελετούς των υψηλών κτηρίων/ ξαγρυπνώντας/ κι ανάβοντας/ το ελάχιστο τεφρώδες φως ενός τσιγάρου/ που μιμείται το άλβεδο του κορμιού σου/ ξορκίζω τον δαίμονά μου/ Είναι που δεν αντέχω άλλο να ονειρεύομαι/ τη νεότητα γδαρμένη…

…Ύστερα ακούγεται το ποδοβολητό των αλόγων/ οι πολεμικοί ίπποι της Βακτριανής/ και αυτή η αρχαία σκόνη/ γύρω από το λευκό σου πρόσωπο/ και σκύβω/ να βουτήξω τη γλώσσα μου στο λαιμό/ σώζοντας τη σφαγή σου…

…Αυτό το ένα σύμπαν/ που ένας θεός/ μετακινεί πλανήτες/ ανακινεί ωκεανούς/ και φτυαρίζει στη λύση του αφαλού σου χώματα/ Τα σκυφτά κυπαρίσσια σου/ η χαλέπιος πεύκη σου αγάπη μου…

…Το λευκό σου πρόσωπο/ ένας φθίνων αμφίκυρτος δορυφόρος/ ανατέλλει σήμερα κάπου βορειοδυτικά/ μακρινό το αμυδρό σου σεληνόφως…
 («Γεγονός του Αυγούστου»).

Η σκέψη του αιωρείται πάνω από αυτό που είναι και αυτό που θα μπορούσε να είναι ο κόσμος, το ενδιάμεσο κενό· ψάχνει να βρει τη χαμένη ψυχή του κόσμου! Το βλέμμα του σταματάει στην αρχαιότητα. Ίσως γιατί πιστεύει ότι μέσα μας φωλιάζει μια ευλογημένη παλαιότητα που θέλει να αφυπνιστεί. Ίσως γιατί πιστεύει ότι οι αρχαίες ρήσεις και οι αρχαίοι χρησμοί δεν σβήνουν ποτέ, μόνο παραμονεύουν έως ότου έρθει η ώρα να αποκαλυφθούν.

Κάτω από τις αρτηρίες ασφαλτικής μαστίχας των λεωφόρων, στο επίπεδο της αρχαίας πόλης, αιχμαλωτίζει τη σκέψη ενός εντοιχισμένου αυτοκράτορα που μοιάζει να αναρωτιέται πώς τόσοι αιώνες πέρασαν και δεν έχει αλλάξει ο κόσμος... Ο πόλεμος, οι θρησκευτικοί φανατισμοί, τότε και τώρα…

Στην ποίηση του Γιάννη Αντιόχου υπάρχει μια ατμόσφαιρα συντέλειας, μια μελωδία που άλλοτε θυμίζει το Marche Funèbre για πιάνο του Σοπέν και άλλοτε το αντάτζιο του Αλμπινόνι, ενώ:

…Σαν να σιμώνει ο κατακλυσμός/ αυτός ο παλαιικός ονειροδείκτης/ στριφογυρίζοντας καθώς τελειώνει ο κόσμος… («Οι Σωσίες»).

Στον αντίποδα, υπάρχει η ενδοχώρα, εμπνευσμένη από τον Ανδρέα Εμπειρίκο…

Η ενδοχώρα του είναι η περιχαράκωση του νου και της καρδιάς από τη διάλυση, η εμμονή σε ό,τι αξίζει να αγαπάει και να υπερασπίζεται, η πυξίδα του για τον κόσμο, η γραμμή άμυνάς του. Είναι η αγάπη του για την ποίηση του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Αρθούρου Ρεμπώ, του Οδυσσέα Ελύτη. Ο ιδανικός του έρωτας για κάποιες κυρίες της ποίησης που γνώρισε μέσα από τη γραφή τους και δεν θα έχει την τύχη να συναντήσει ποτέ, γιατί έζησαν σε μια άλλη εποχή: την Έμιλι Μπροντέ και την Έμιλι Ντίκινσον, τη Σάρα Τίσντεϊλ... Ο τόπος που η φιλοσοφική σκέψη του Μαρξ και του Ντεριντά συναντά τον Όμηρο, τον Ευριπίδη και τον Δάντη. Είναι η μουσική του Τζιμ Μόρισον που τον ταξιδεύει με οτοστόπ σε όλους τους πλανήτες. Εκεί φυλάει μικρά κτερίσματα μνήμης, στιγμές που θα ήθελε να κρατήσουν αιώνια και δεν πρόκειται ποτέ να επαναληφθούν. «Μια φέτα γαλήνιας θάλασσας και ένα καράβι πάντα ακίνητο εμφανίζεται στα όνειρα του ποιητή».

Ο ποιητής θυμίζει ότι θα υπάρχει πάντα ένα ταξίδι που αποπροσανατολίζει και θα ταξιδεύουμε αναζητώντας τίποτα/ ψηλά/ ψηλότερα/… μ’ αστρόπλοιο stainless steel σαν χτενάκι στην κόμη της Βερενίκης… και ένα ταξίδι που θα μας επιστρέφει πάλι πίσω στο κέντρο του κόσμου, στο νόημα της ζωής. Η ποίησή του, βαθιά ανθρώπινη, είναι μια εργώδης περιπολία, ένα «Αλτ τις ει;», μία τροχοπέδη κατά της φθοράς.

Κατερίνα Τσιτσεκλή

Πτήση Βολ-Πλανέ

… [Πτήση βολ-Πλανέ/ εντρυφώντας στις πλάκες των πεζοδρομίων/ και στα μαντεμένια φρεάτια/ μιας άλλης πόλης…

… Πτήση βολ-πλανέ/ σανιδώνοντας ένα μαύρο αυτοκίνητο/ στις φωτισμένες λεωφόρους/ μιας άλλης πόλης]…

… [Πτήση βολ-πλανέ/ πάνω από την κόλαση/ ζητιανεύοντας μέσα στα θρύψαλα/ το παρόν μιας άλλης πόλης]…

… η εξασθενημένη σκιά μου/ στο προαύλιο του Αγίου Κωνσταντίνου/ αναλογικό φάσμα παράσιτων τηλεόρασης/ που ξημερώνοντας θα αναληφθεί…

… Και συμμάζεψα όσο μπορούσα τα κουρέλια μου/ να μπω στο ναό σχεδόν καθαρός/ με μια επιπόλαιη χωρίστρα στα μαλλιά/ και λίγο σάλιο στις άκρες του στόματος/ απασφαλίζοντας τα βιτρό παράθυρα των θαυμάτων/ μοιράζοντας τα ψίχουλα μιας μπαγιάτικης αρτοκλασίας/ στο εξαντλημένο φεγγάρι και στα αποδημητικά πουλιά/ που μόλις είχαν φτάσει από τη Χομς και τη Λατάκεια/ και ξεχωρίζοντας ζωστικά ράσα/ διακονικά άμφια και βελούδινα καλύμματα/ έντυσα όλα τα παιδιά της κεντρικής πλατείας/ μέχρι να φυτρώσουν τα φτερά τους/ μήπως και αντέξουν τον επόμενο χειμώνα…



Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

"Οι Τυφλοί" του Νίκου Μάντη



Η πρώτη, ίσως η και η μόνη αδιαμφισβήτητη αρετή αυτού του βιβλίου για μένα είναι ότι ο συγγραφέας του διάλεξε ένα περίεργο, επουδενί αναμενόμενο θέμα για να γράψει. Και το έκανε με ένα λόγο πυκνό, που εκτείνεται σε σχεδόν εξακόσιες σελίδες και που απαιτεί από τον αναγνώστη που θα καταπιαστεί με αυτό το έργο μεγάλη δόση συγκέντρωσης για να αντεπεξέλθει στις μεγάλες προτάσεις και τις διαρκείς παρεμβολές. 

Απολύτως σύγχρονο θεματικά (και χωρίς η οικονομική κρίση να είναι ο βασικός άξονας, ούτε καν ο δευτερεύων), κινείται σε δρόμους που σπάνια περιδιαβαίνει κανείς. Στο σύνολο του βιβλίου βασιλεύει μια γκρίζα ατμόσφαιρα στενοχώριας της οποίας είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς τα ακριβή στοιχεία. Πετυχαίνει όμως να ακουμπήσει τόσο την πραγματικότητα της Αθήνας όπως αυτή διαμορφώθηκε ως αποτέλεσμα κοινωνικών και μουσικών ρευμάτων των τελευταίων δεκαετιών του προηγούμενου αιώνα, όσο και τον αναγνώστη του σήμερα, που ζει σε ένα διαρκές τώρα αβεβαιότητας κολλημένο στο χρόνο. Αυτό φαίνεται να συμβαίνει επειδή ο συγγραφέας βάζει τα γεγονότα και τα πρόσωπα στο background της ιστορίας, τα κλείνει στη σφαίρα του δεδομένου και αφήνει τις συνέπειές τους να βγουν μπροστά: η περίεργη, σχεδόν κολλώδης ατμόσφαιρα είναι αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος. Από την αρχή και μέχρι το τέλος του βιβλίου, υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ματιά στις αντιθέσεις και στους φωτισμούς μιας -σκοτεινής- πόλης που παραμένει τέτοια ακόμα και κάτω από τον καυτό ήλιο της Αττικής. 

Η ζέστη του Ιουνίου βρισκόταν σε πλήρη ένταση και, σε συνδυασμό με τη σκόνη των δρόμων καθώς και το καυσαέριο, δημιουργούσε συμπλέγματα διάφανων παραπετασμάτων στο δρόμο, ένα κοκκώδες βόρειο σέλας σε αλλεπάλληλες εκδοχές αιωρούμενης βρόμας, όπου το φως, παγιδευμένο στις πτυχώσεις, σφάδαζε αργά, σε πλήθος νούφαρα, στα οποία ο περιπατητής μπαινόβγαινε διαρκώς.[1]

598 σελίδες, είναι τουλάχιστον αναμενόμενο ότι ο Νίκος Μάντης πλατειάζει περισσότερο από όσο μπορεί να αντέξει κανείς, χωρίς να βαρύνει η ανάγνωση. Στην αρχή η ιστορία πλέκεται ωραία σε αφηγηματικό επίπεδο, ο συγγραφέας επιτυγχάνει να γεννήσει τις κατάλληλες απορίες που θα οδηγήσουν στην αναζήτηση των απαντήσεων και στην συνέχεια της ανάγνωσης, οι διαρκείς παρεμβολές δεν δείχνουν να επιβαρύνουν ιδιαίτερα το σύνολο. Στην πορεία όμως φαίνεται να χάνεται σταδιακά ο στόχος, ή ακόμα και αν παραμένει ξεκάθαρος στα μάτια του συγγραφέα, είναι σίγουρο ότι για τον αναγνώστη ο μίτος της αφήγησης δέχεται σε αρκετές περιπτώσεις ισχυρούς κλυδωνισμούς. 

Υποθέτω ότι θα μπορούσε κανείς να κατατάξει τους Τυφλούς στην κατηγορία «μυθιστόρημα μυστηρίου», που σημαίνει πως όχι μόνο υπάρχει μια πολύ ισχυρή πλοκή αλλά και ότι αυτή αποτελεί τον πυρήνα του έργου. Το πρόβλημα είναι εδώ ότι σε τόση έκταση οι συσχετισμοί χάνονται, ξεγλιστρούν ανάμεσα στις προτάσεις. ΄Ηρωες που συναντά κανείς στην αρχή του μυθιστορήματος, όπως ο Κλεάνθης και ο Ισίδωρος, εξαφανίζονται για ένα διάστημα εκατοντάδων σελίδων για να επανεμφανιστούν αργότερα αφήνοντας τον αναγνώστη στην αβεβαιότητα του «τι έκαναν την τελευταία φορά που τους είδα». Υπάρχει αναμφισβήτητα ιστορική αξία στις πληροφορίες περί αναρχισμού, φασισμού/αντιφασισμού και πανκ που αναφέρονται κάποια στιγμή στο κείμενο, αλλά για τη μυθιστορηματική τους έχω πολλές αμφιβολίες. 

Σε ό,τι αφορά το περίγραμμα του χρόνου εντός του μυθιστορήματος τα πράγματα προς το τέλος γίνονται σκιώδη. Το πρόβλημα δεν είναι οι διάφορες αναδρομές, δεν θα μπορούσε να είναι άλλωστε, αφού ο χρόνος στο μυθιστόρημα σπάνια είναι ευθύγραμμος, αλλά το ότι μπερδεύονται οι ιστορίες μεταξύ τους και τα πρόσωπα που κινούνται στη μεν, ξαφνικά εμφανίζονται στη δε χωρίς σαφές χρονολογικό πλαίσιο, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να μην είναι σίγουρος ούτε αν πρόκειται για τα ίδια πρόσωπα, ούτε σε ποια ακριβώς περίοδο της ζωής τους βρίσκονται. 

Τα προβλήματα που εντοπίζονται στη συνολική δομή πολλές φορές σκεπάζουν τις πραγματικές αρετές του μυθιστορήματος, όπως είναι για παράδειγμα η άρτια εδραιωμένη ατμόσφαιρα αυθεντικού φιλμ νουάρ ή ακόμα η έντονη φαντασία στις περιγραφές απόκοσμων πραγμάτων. Αναρωτιέμαι ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα αν το βιβλίο ήταν σημαντικά μικρότερης έκτασης και με ισχυρότερους δεσμούς ανάμεσα στις επιμέρους ιστορίες, αν θα έβγαινε κανείς χαμένος ή αν το κέρδος θα ήταν όλο για τον αναγνώστη. 

Κρις Λιβανίου


[1] σελ. 101