Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Μικρές ανθολογίες: Δημήτρης Α. Δημητριάδης

Είχαμε παράδοση στο στίγμαΛόγου να μη δημοσιεύουμε μεμονωμένα ποιήματα. Όμως, μετά την αρχή που κάναμε με τρία πρωτοδημοσιευόμενα ποιήματα του Αντώνη Ζέρβα και τη συνέχεια που δώσαμε με τη "μικρή ανθολογία του Δημήτρη Τρωαδίτη", είπαμε να τριτώσουμε με τον Δημήτρη Α. Δημητριάδη (σύντομο βιογραφικό του μπορείτε να διαβάσετε στη σελίδα "Αρθρογράφοι" στη δεξιά στήλη του ιστολογίου):


Ο,ΤΙ ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΑ ΣΠΛΑΧΝΑ ΜΑΘΑΙΝΕΤΑΙ

Πιστεύω
στην αγρύπνια της σιωπής
και στο ρίγος του πάθους
στη ρωγμή του σπόρου μέσα στη γη
σ' ό,τι είναι γραμμένο στον αέρα
στην ερημιά των δρόμων
και στα λαγούμια του πόνου.

Πιστεύω
στις λέξεις που βούλιαξαν στο έλος μιας αγάπης
πυρπολούμενες
στ'  άσπρα νερά του ποταμού με την ατέλειωτη ομίχλη
καθώς ορμητικά κατεβαίνουν
μυθικά
ανυπέρβλητα
στη μοίρα του μυροφόρου αντάρτη
που είναι πάντα μόνος
βουτηγμένος μέχρι το λαιμό μέσα του.

Πιστεύω
στη γυμνή κάμψη των δακτύλων της γροθιάς
στις κάθετες εφορμήσεις
στο γενικό ξέσπασμα του πυρός

και τέλος
- αν βέβαια υπάρχει τέλος -
πιστεύω στο πείσμα σου
καθώς βάζεις βαθιά το νυστέρι

(από τη συλλογή Απέναντι, 2015)


ΩΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΣΥΜΒΑΝ

Αίμα
αίμα
ρέει το αίμα

ως καθημερινό συμβάν
συνηθισμένο
αναμενόμενο

σαν να φέρνεις στο στόμα ένα ποτήρι νερό
να ξεδιψάσεις.

(από τη συλλογή Τα μπλουζ είναι κόκκινα, 2015)


ΞΕΔΙΠΛΩΣΕ

Πατρίδα μου
των μυστικών νεκρών
των προδομένων
και της εμφύλιας ριπής

βαθειά μου πληγή
ακοίμητη
που φτάνει μέχρι το θάνατο
και που θάνατος δεν είναι

ξεδίπλωσε τις σημαίες των έσω εκρήξεων.

(από τη συλλογή Cafe Republic, 2016)


ΣΤΟΝ ΕΚΤΟΣ ΜΕΤΡΗΣΗΣ ΧΡΟΝΟ

Η ζωή μου επιτοίχια κραυγή
με τρεμάμενα γράμματα
και κόκκινο χρώμα

σκαρφαλωμένη σε πολυκατοικίες
σε μάντες
στο αβυσσαλέο κενό

σινάλο
μήνυμα
σε άλλη γλώσσα
στον εκτός μέτρησης χρόνο.

(από τη συλλογή Στη σπηλιά της μεγάλης αγέλης)


ΞΥΠΝΑ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΤΟ ΑΙΜΑ

Τις νύχτες
το κορμί μου βαραίνει από ναυάγια ποιήματα

ένας εφιάλτης
ένας κακός ανεμοστρόβιλος με σκάβει
ξεριζώνει τους χάρτες μου
με παίρνει και με σηκώνει πέρα μακριά

παραμιλώ
στη μέση σου κρεμιέμαι

ξυπνά μέσα μου το αίμα
και κλαίει.

(από τη συλλογή Το αίμα μένει)


Μ' ΑΙΜΑ ΜΕΛΑΝΙ

Πάλι εδώ

στα ψηλά

μ' αίμα μελάνι γράφοντας
δοκιμάζοντας
την αντοχή των φράσεων
τα όρια των στίχων.


ΑΠΟ ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟ

Από αέρα και νερό είναι ο κόσμος.

Από όνειρο και θάνατο
η ποίηση.

(από τη συλλογή Από όνειρο και θάνατο)



Επιλογή: Χριστίνα Λιναρδάκη
για το στίγμαΛόγου

Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

Σφηνάκια του Μάη

"Οχτωμισάρια" της Ελένης Μπουκαούρη

21 διηγήματα αποτελούν τα Οχτωμισάρια, με βασικό στοιχείο την ανομοιογένεια στην γραφή. Παρόλο που τα περισσότερα από τα κείμενα έχουν την απαραίτητη έκταση για να εξελιχθούν και να αφήσουν συγκεκριμένο αποτύπωμα, δεν έχουν όλα την ίδια ποιότητα και για την ακρίβεια διαφέρουν πολύ. Τα διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους τουλάχιστον σε ένα πρώτο επίπεδο, επειδή ονόματα και χαρακτηριστικά επανεμφανίζονται, η σύνδεση όμως σταματάει κάπου εκεί, τα πρόσωπα τελικά αποδεικνύονται άλλα. Το «Επιστρέφω αμέσως», και ο «Παράμεσος» είναι για παράδειγμα κείμενα με ενδιαφέρον, που αποδεικνύουν ότι η συγραφέας είναι σε θέση να αναγνωρίσει και να αγγίξει τις λεπτές γραμμές των ανθρώπων και των καταστάσεων, πολλά όμως από τα υπόλοιπα δείχνουν να είναι «χωρίς αρθρώσεις».

Ίσως το πιο αξιοσημείωτο στοιχείο της συλλογής κατά τη γνώμη μου είναι ο τρόπος που η συγγραφέας βάζει τις αλήθειες των ηρώων να συμπορεύονται με τις πραγματικότητές τους: τις στήνει σε παράλληλες ευθείες, χωρίς να συναντιούνται σχεδόν ποτέ ούτε νοηματικά αλλά ούτε και τεχνικά. Σαν οι χαρακτήρες να ζουν εν γνώσει τους ταυτόχρονα και παράλληλα σε δύο διακριτά σύμπαντα, της μέσα και της έξω πραγματικότητας. Η απόσταση που γεννιέται εκ των πραγμάτων, είναι μια γκρίζα ζώνη από την οποία σπάνια προκύπτει θετική έκβαση. Αγωνία και ανατροπές ειδικά στο τέλος των διηγημάτων, παρέχουν μια μορφή δομής και σταθερότητας, δίνοντας αυτό το τόσο απαραίτητο στον αναγνώστη πλαίσιο κατανόησης, και επιχειρώντας να τον οδηγήσουν σε ένα μονοπάτι που παρόλα αυτά δεν είναι σίγουρο ότι θα καταλήξει πουθενά.


Κρις Λιβανίου

"Encore - Γυναίκες της Οδύσσειας" της Νάνας Παπαδάκη

"Encore" ζητούν οι θεατές στο τέλος μιας συναυλίας ή ενός κονσέρτου και ο καλλιτέχνης ή οι καλλιτέχνες συνήθως τους κάνουν τη χάρη και τους λένε ένα-δυο τραγούδια ακόμη. 

Το Encore της Νάνας Παπαδάκη είναι ένα βιβλίο που συνεχίζει τρόπον τινά την αφήγηση της Οδύσσειας - χωρίς να είναι συνέχειά της. Ουσιαστικά είναι ένα βιβλίο παραλειπομένων. Εάν η Οδύσσεια μιλά για τον πόθο και τον πόνο ενός άντρα, του Οδυσσέα, το Encore αφηγείται την ιστορία από την πλευρά των γυναικών που εκείνος συνάντησε στο ταξίδι της επιστροφής. Τον λόγο παίρνουν γνωστές και μη γυναικείες μορφές του ομηρικού έπους, που συνθέτουν τη δική τους πραγματικότητα για την περιπέτεια του νόστου και της γραφής σε ένα βιβλίο με ενδιαφέρον αποτέλεσμα. Το ερώτημα είναι πόσο οι γυναίκες της Οδύσσειας μπορούν να λειτουργήσουν σαν προσωπεία της σύγχρονης γυναίκας και να εκφράσουν τις αγωνίες της. Δεν είμαι σίγουρη ότι απαντάται ικανοποιητικά στο βιβλίο, όσο διαχρονικά κι αν παραμένουν κάποια ζητήματα - ιδίως της καρδιάς.


"Βλέπω ακόμα παιδικά" της Αντωνίνης Σμυρίλλη

Στην Αμερική συνηθίζουν τη ροζ λεμονάδα. Είναι σαν κανονική λεμονάδα, μόνο που είναι ροζ. Δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος που την κάνουν έτσι, ίσως μόνο το ότι εισάγει μια ενδιαφέρουσα στροφή (twist). Με το απόλυτα ροζ εξώφυλλό του, το Βλέπω ακόμα παιδικά μοιάζει εκ πρώτης όψεως σαν τη ροζ λεμονάδα.

Η συλλογή κινείται λίγο προς το απόφθεγμα και αρκετά προς την ποίηση, όμως με 20 μόλις ποιήματα, τα περισσότερα ολιγόστιχα, ο αναγνώστης καταφέρνει τελικά να πάρει απλώς μια εντύπωση από αυτά που ήθελε να πει η ποιήτρια. Ορισμένα αποφθεγματικού τύπου ποιήματα είναι αρκετά δυνατά (κατέληξα τι δεν αντέχω/ σ' αυτόν τον κόσμο/ τον κόσμο), ενώ αξιοσημείωτο είναι ένα ποίημα που εισάγει ξαφνικά θέματα σεξουαλικότητας σε μια συλλογή χωρίς άλλα ερωτικά στοιχεία, το [It's complicated]. Η σαρκαστική και συχνά αυτοσαρκαστική διάθεση κυριαρχεί στη συλλογή, της οποίας βασικός θεματικός άξονας είναι η σύγκρουση με τον κόσμο. Δυστυχώς όμως η έκτασή της είναι τόσο περιορισμένη που τα επιμέρους στοιχεία δεν προλαβαίνουν να αποκτήσουν υπόσταση.

Τελικά, το Βλέπω ακόμη παιδικά δεν καταφέρνει να κάνει ουσιαστική διαφορά και ο βασικότερος λόγος είναι ο περιορισμένος χώρος. Ωστόσο, διατηρεί το ενδιαφέρον και τη φρεσκάδα του, ακριβώς όπως η ροζ λεμονάδα.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

"Τεθλασμένοι χρόνοι" της Χρυσάνθης Ιακώβου



Στους Τεθλασμένους χρόνους η Χρυσάνθη Ιακώβου επιχειρεί να ιχνηλατήσει τις περίεργες διαδρομές του νου μετά από τον αποχωρισμό από τον άνθρωπο που αποτελούσε το συμπληρωματικό του κομμάτι. Όπως είναι αναμενόμενο, δεν είναι η πρωτοτυπία που θα τραβήξει την προσοχή σ’ αυτή τη συλλογή, τουλάχιστον θεματολογικά. Στα 37 ποιήματα που την αποτελούν, αυτό που εκτίμησα προσωπικά είναι η αναμφισβήτητη σαφήνεια του λόγου και της σκέψης. Παρόλο που η Χρυσάνθη Ιακώβου δεν πρωτοτυπεί ιδιαίτερα στις ιδέες που εκφράζονται, είναι σχεδόν εντυπωσιακή η ακρίβεια και η συνοχή των ποιημάτων της: εννοεί ακριβώς αυτά που γράφει και δεν αφήνει ποτέ τον αναγνώστη έρμαιο αναγκαστικών ερμηνειών σε πράγματα που δεν καταλαβαίνει. 

Ο δεύτερος πυλώνας της συλλογής θα μπορούσε να είναι η στάση της ίδιας της ποιήτριας απέναντι στο χρόνο: η ματιά της είναι στραμμένη και κλειδωμένη στο παρελθόν, το παρόν και πόσο μάλλον το μέλλον είναι οι δύο εκκωφαντικές απουσίες. Και ενώ δεν πρόκειται για στασιμότητα με την έννοια της ηθελημένης αποχής από την ίδια τη συνέχιση της ζωής της, είναι γεγονός ότι το Εγώ στα ποιήματα αυτά είναι απογυμνωμένο από προοπτικές: παραμένει κλειδωμένο σε ό,τι συνέβη τότε που ακόμα η πραγματικότητα ήταν διαφορετική. Σε ένα πεδίο αναμνήσεων από νεανικά καλοκαίρια και κλασικό ελληνικό φως, το Εγώ κάνει απέλπιδες προσπάθειες να ισορροπήσει ως ανεξάρτητη παρουσία... σχεδόν παρά τη θέλησή του. Και μπορεί να είναι τελικά μια ποίηση για το παρελθόν, από την άλλη μεριά όμως είναι γεγονός ότι η ποιήτρια κοιτάζει τα τότε συμβάντα με την διαύγεια και την απόσταση που της προσφέρει η παρούσα θέση της στον κόσμο. 

Υπάρχει ένα είδος διαλόγου στους Τεθλασμένους χρόνους, ανάμεσα στις δύο αυτές παρουσίες που αποτελούν και τον συνεκτικό ιστό της συλλογής, ο οποίος εξελίσσεται στην πορεία της ανάγνωσης: ενώ στην αρχή δείχνει μονόπλευρος με το Εγώ να αναλώνεται στις κοινές αναμνήσεις, στη συνέχεια η δυναμική αυτή κερδίζει σε ένταση και καταλήγει σε μια μάλλον ισορροπημένη ανταλλαγή σκέψεων μεταξύ των δύο πόλων. Ο ύφαλος αυτής της παράδοξης επικοινωνίας βρίσκεται στο ότι ο χρόνος πάγωσε σε ένα ξεφτισμένο σημείο της σχέσης ανάμεσα στους δύο αυτούς ανθρώπους και το Εγώ της ποιήτριας αδυνατεί να δει πέρα από αυτό το χρονικό σημείο. Η υπέρβαση που ενδεχομένως να έχει ενδιαφέρον είναι ότι το Εγώ προσπαθεί να βρει τη θέση του στο χρόνο, αρνούμενο παράλληλα να βγει από το παρελθόν.

Όσο προχωράει η ανάγνωση, οι Τεθλασμένοι χρόνοι δείχνουν να είναι μια ποίηση απολογισμού και πεθαμένου έρωτα. Οι παράδοξοι αυτοί διάλογοι ανάμεσα στο Εγώ του τώρα και το Εσύ του τότε, δίνουν σταδιακά τη θέση τους σε εικόνες εγκατάλειψης που ξεκινούν από τις μύχιες σκέψεις του πρώτου για να επεκταθούν στο εξωτερικό τοπίο και στην ισοπεδωτική σιωπή του δεύτερου. Μόνο στο τέλος τα δύο άκρα θα συναντηθούν μπροστά στην εικόνα της κοινής τους αποτυχίας. Η έλλειψη πρωτοτυπίας και φρεσκάδας είναι για μένα ένα σοβαρό ελάττωμα αυτής της δουλειάς που έχει παράλληλα αρετές, όπως η σαφήνεια και η αβίαστη αμεσότητα, που δεν συναντά κανείς όσο συχνά θα επιθυμούσε. Ο έρωτας που πάγωσε και κατέλαβε το παρελθόν, η απουσία κίνησης προς την όποια κατεύθυνση λυτρωμού, είναι θεματικές που στους Τεθλασμένους χρόνους παραμένουν αυστηρά περιορισμένες στα όριά τους: μένει να γίνει το επόμενο βήμα.  Το βήμα αυτό λείπει, ο αναγνώστης βρίσκεται τελικά μετέωρος. 

Παραθέτω ένα από τα ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:

ΚΟΣΜΟΣ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟΣ
Ωραίος που ήταν ο κόσμος σου,
η μυρωδιά
η γεύση των χειλιών σου
όμοια με λήθη και ανάσταση,
πόσο ωραίος ο κόσμος σου
ο σκοτεινός
απ’ όπου γεννιόντουσαν και ξεκινούσαν
τα πιο ολόφωτα μονοπάτια
-τα μάτια σου-
ωραίος
σαν μια στιγμή αιώνιας αστραπής,
στο δύο επί δύο,
στο ένα επί ένα,
πιο σφιχτά,
πιο κοντά,
να παίρνει το σιμά
ένα νέο νόημα
μια καινούρια αρχή
κι ένα τέλος,
στο ξεκίνημά τους
όλα να λιώνουν
να φεύγουν
να πεθαίνουν,
ν’ ανθίζουν μόνο για μια στιγμή
τέλεια στη λάθος ώρα,
-τα μάτια σου-
ένα επί ένα
δύο επί δύο,
πόσο το μαζί μας
μεγαλώνει
και χάνεται,
πόσο γρήγορα στεγνώνει
η γεύση των χειλιών σου
-το δέρμα σου-
τι γεύση είχε ο κόσμος σου
τι μυρωδιά
τι αίσθηση,
πόσο ωραίος
στην ελάχιστη του λάθους μας στιγμή.[1]

Κρις Λιβανίου


[1] Σελ. 38-39.

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Τρία τραγούδια του Μπομπ Ντίλαν

Ο Μπομπ Ντίλαν (Bob Dylan, 24 Μαΐου 1941), γεννημένος Ρόμπερτ Άλλεν Ζίμμερμαν (Robert Allen Zimmerman), είναι Αμερικανός μουσικός. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους τραγουδοποιούς και, στις 13 Οκτωβρίου 2016, η Σουηδική Ακαδημία του απένειμε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Ακολουθεί η μετάφραση στίχων από τρία τραγούδια του. Για το Blowin' in the Wind θα μπορέσετε να εντοπίσετε πολλές ακόμη μεταφράσεις στο διαδίκτυο:


Idiot Wind
(απόσπασμα)

I can’t feel you anymore, I can’t even touch the books you’ve read
Every time I crawl past your door, I been wishin’ I was somebody else instead
Down the highway, down the tracks, down the road to ecstasy
I followed you beneath the stars, hounded by your memory
And all your ragin’ glory

I been double-crossed now for the very last time and now I’m finally free
I kissed goodbye the howling beast on the borderline which separated you from me
You’ll never know the hurt I suffered nor the pain I rise above
And I’ll never know the same about you, your holiness or your kind of love
And it makes me feel so sorry

Idiot wind, blowing through the buttons of our coats
Blowing through the letters that we wrote
Idiot wind, blowing through the dust upon our shelves
We’re idiots, babe
It’s a wonder we can even feed ourselves


Ανόητος άνεμος
(απόσπασμα)

Πια δεν μπορώ να σε νιώσω, ούτε τα βιβλία που σου άρεσαν να δω
Όποτε περνώ δίπλα απ’ την πόρτα σου, εύχομαι να μην ήμουν εγώ
Στη λεωφόρο, στις ράγες, στον δρόμο προς την έκσταση
Σ’ ακολούθησα κάτω απ’ τ’ αστέρια, κυνηγημένος απ’ τη θύμηση
Και όλη σου την αίγλη την ορμητική

Προδόθηκα τελευταία φορά και είμαι επιτέλους ελεύθερος πια
Αποχαιρέτησα το θηρίο στα σύνορα που μας χώριζαν παλιά
Ποτέ δεν θα μάθεις τον πόνο τον δικό μου ή την πληγή
Ούτε κι εγώ θα μάθω τη δική σου αγάπη ή την ουλή
Κι είναι η λύπη που νιώθω αμείλικτη

Ανόητε άνεμε, περνάς μέσ’ απ’ των παλτών μας τα κουμπιά
Μέσ’ απ’ τα γράμματα που γράφαμε παιδιά
Ανόητε άνεμε, φυσάς μέσα από των ραφιών μας τη σκόνη
Εμείς είμαστε ανόητοι, μωρό μου
Είναι θαύμα που ζούμε ακόμη

**

Blowin’ In The Wind

How many roads must a man walk down
Before you call him a man?
Yes, ’n’ how many seas must a white dove sail
Before she sleeps in the sand?
Yes, ’n’ how many times must the cannonballs fly
Before they’re forever banned?
The answer, my friend, is blowin’ in the wind
The answer is blowin’ in the wind

How many years can a mountain exist
Before it’s washed to the sea?
Yes, ’n’ how many years can some people exist
Before they’re allowed to be free?
Yes, ’n’ how many times can a man turn his head
Pretending he just doesn’t see?
The answer, my friend, is blowin’ in the wind
The answer is blowin’ in the wind

How many times must a man look up
Before he can see the sky?
Yes, ’n’ how many ears must one man have
Before he can hear people cry?
Yes, ’n’ how many deaths will it take till he knows
That too many people have died?
The answer, my friend, is blowin’ in the wind
The answer is blowin’ in the wind


Αιωρείται στον άνεμο

Πόσους δρόμους πρέπει να’ χει κανείς διαβεί
Προτού άντρας να θεωρηθεί;
Και πόσες θάλασσες πρέπει ένα περιστέρι λευκό να ’χει δει
Προτού στην άμμο ν’ αποκοιμηθεί;
Και πόσες φορές πρέπει τα κανόνια να ρίξουν
Προτού για πάντα να σιγήσουν;
Η απάντηση, φίλε μου, αιωρείται στον άνεμο
Η απάντηση αιωρείται στον άνεμο

Για πόσα χρόνια ένα βουνό να υπάρχει μπορεί
Προτού η θάλασσα το καταπιεί;
Και πόσα χρόνια μπορούν οι άνθρωποι να ζουν
Προτού μπορέσουν να ελευθερωθούν;
Και πόσες φορές μπορεί απ’ την άλλη κανείς να γυρίσει
Τάχα μου πως δεν βλέπει για να παραστήσει;
Η απάντηση, φίλε μου, αιωρείται στον άνεμο
Η απάντηση αιωρείται στον άνεμο

Πόσες φορές πρέπει κανείς να κοιτάξει ψηλά
Προτού τον ουρανό να δει από χαμηλά;
Και πόσα αυτιά πρέπει κανείς να έχει
Προτού τα δάκρυα των άλλων να αρχίσει να προσέχει;
Και πρέπει να πεθάνουν πόσοι
Προτού να καταλάβει πως οι νεκροί είναι άλλοι τόσοι;
Η απάντηση, φίλε μου, αιωρείται στον άνεμο
Η απάντηση αιωρείται στον άνεμο

**


Not Dark Yet

Shadows are falling and I’ve been here all day
It’s too hot to sleep, time is running away
Feel like my soul has turned into steel
I’ve still got the scars that the sun didn’t heal
There’s not even room enough to be anywhere
It’s not dark yet, but it’s getting there

Well, my sense of humanity has gone down the drain
Behind every beautiful thing there’s been some kind of pain
She wrote me a letter and she wrote it so kind
She put down in writing what was in her mind
I just don’t see why I should even care
It’s not dark yet, but it’s getting there

Well, I’ve been to London and I’ve been to gay Paree
I’ve followed the river and I got to the sea
I’ve been down on the bottom of a world full of lies
I ain’t looking for nothing in anyone’s eyes
Sometimes my burden seems more than I can bear
It’s not dark yet, but it’s getting there

I was born here and I’ll die here against my will
I know it looks like I’m moving, but I’m standing still
Every nerve in my body is so vacant and numb
I can’t even remember what it was I came here to get away from
Don’t even hear a murmur of a prayer
It’s not dark yet, but it’s getting there


Δεν έχει σκοτεινιάσει ακόμη

Οι σκιές μακραίνουν κι είμαι εδώ όλη μέρα
Πολλή ζέστη για να κοιμηθώ, ο χρόνος τρέχει πέρα
Νιώθω σαν η ψυχή μου να’ χει γίνει ατσάλι
Κι ο ήλιος δεν έγιανε τις ουλές μου πάλι
Ο χώρος είναι λιγοστός και δεν βολεύει
Δεν έχει σκοτεινιάσει ακόμη, μα κοντεύει

Η ανθρωπιά μου λοιπόν έφυγε μακριά
Ο πόνος πίσω από καθετί ωραίο παραφυλά
Κείνη μου ‘στειλε γράμμα κι ήταν τόσο γλυκό
Μου ‘γραψε καταλεπτώς ό,τι είχε στο μυαλό
Απλά δεν ξέρω γιατί πρέπει να με γοητεύει
Δεν έχει σκοτεινιάσει ακόμη, μα κοντεύει

Πήγα στο Λονδίνο και στο ωραίο Παρί
Πήρα το ποτάμι κι ήρθα στην ακτή
Έφτασα στον πάτο ενός κόσμου όλο ψευτιά
Δεν ψάχνω πια για τίποτε σε κανενός ματιά
Το βάρος που έχω φορτωθεί κάποτε με παιδεύει
Δεν έχει σκοτεινιάσει ακόμη, μα κοντεύει

Γεννήθηκα και θα πεθάνω εδώ θέλοντας και μη
Ξέρω πως μοιάζω να πετώ, μα στέκω όλο εκεί
Τα νεύρα πώς μουδιάσανε κι είναι χωρίς λαλιά
Καθόλου δεν θυμάμαι από πού το’ σκασα παλιά
Προσευχή καμιά ή ψίθυρος δεν με συντροφεύει
Δεν έχει σκοτεινιάσει ακόμη, μα κοντεύει


Μετάφραση: Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Τα δύο πρώτα τραγούδια δημοσιεύθηκαν στο τεύχος αρ. 37 του vakxikon. Το τρίτο στο τεύχος αρ. 541 (01-03) Μαρτίου 2017 του λογοτεχνικού περιοδικού Νέα Σκέψη.

Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Περί διακειμενικότητας

" ...η Διακειμενικότητα, πολύ περισσότερο από μια επιλογή, υπήρξε ανέκαθεν μία αναπόφευκτη, άρα εν πολλοίς φυσιολογική και οπωσδήποτε αναμενόμενη, κατάσταση των πραγμάτων (ειδικά αν ως κείμενο δεν θεωρήσουμε μόνον το γραπτό). Κάποιοι ασχολήθηκαν μαζί της περισσότερο και κάποιοι λιγότερο, κάποιοι σηματοδότησαν τα δάνειά τους και κάποιοι όχι, ορισμένους, επίσης, τους απασχόλησε και θεωρητικά. Τα οφέλη από την πλευρά του αναγνώστη, όταν πρόκειται, συγκεκριμένα, για τη Διακειμενικότητα στον χώρο της Λογοτεχνίας, μπορεί να είναι σημαντικά. Πράγματι. Όταν ο ίδιος είναι ικανός να κατανοήσει ένα κείμενο, συμπεριλαμβανομένων και των διακειμένων του, τότε η πνευματική ικανοποίησή του είναι μεγάλη. Του ανοίγονται, δε, καινούργιοι δρόμοι και ο αναγνωστικός εθισμός του αυξάνει. Όσο πολυπλοκότερη, μάλιστα, είναι η διακειμενική δικτύωση, τόσο πιο σίγουρος αισθάνεται για τις πνευματικές του δυνάμεις, όταν την αποκωδικοποιεί.

Ωστόσο, η Διακειμενικότητα δεν υπάρχει για να αποκωδικοποιείται αναγκαστικά. Συνυφαίνεται (στο) και αποτελεί τον πλούτο του κειμένου, ο οποίος μπορεί και πρέπει να είναι αξιοποιήσιμος από το μεγαλύτερο μέρος των αναγνωστών. Όπως γράφουν και οι Still και Worton: "Είναι αποφασιστικής σημασίας [...] να αναγνωρίσουμε μαζί με τον Rifaterre ότι αυτό το τελικά προσδιορίσιμο διακείμενο δεν χρειάζεται κατ' ανάγκην να εντοπιστεί από τον αναγνώστη, ο οποίος για λόγους παιδείας, χρόνου κ.λπ., μπορεί να μην το μάθει ή να μην το βρει ποτέ". Ο κίνδυνος εδώ, όμως, είναι να θεωρηθεί από τους άλλους ή ο ίδιος ο αναγνώστης να υποχρεωθεί να θεωρήσει ότι στερείται των απαραίτητων ικανοτήτων ή γνώσεων και άρα πρέπει να ανατρέξει σε άλλα βιβλία προκειμένου να μπορέσει να απολαύσει τελικά εκείνο το οποίο ξεκίνησε αρχικά να διαβάζει.

[...] "Και βέβαια μ'  αρέσουν τα παιχνίδια και οι αναφορές σε άλλα βιβλία", είχε βάλει κάποτε ο Αλέξης Πανσέληνος τον Σταντάλ να του απαντά σε μία ψευδεπιστολή. "Οι σύγχρονοί σας τα ονομάζουν intertextualitè (τι φρίκη!). Εμείς τα ονομάζαμε κουλτούρα". [...] Στην ψευδεπιστολή του ο Σταντάλ συνέχιζε ως εξής: "Οι ιδέες είναι ένας τομέας επικίνδυνος. Θαύμασα, νέος, πολλούς συγγραφείς έμπλεους ιδεών, αλλά και γρήγορα απογοητεύτηκα από αυτούς. Χρειάστηκαν δεκαετίες για να καταλήξω: οι πιο πειστικές ιδέες περιέχονται στα έργα αυτών που περισσότερο έζησαν και λιγότερο διάβασαν. Οι ιδέες που προσλαμβάνουμε από βιβλία ποτέ δεν περνούν στο αίμα μας και ό,τι δεν έχει περάσει στο αίμα του συγγραφέα δεν μπορεί να διαποτίσει τα κείμενά του - μόνο να πασπαλίσει το ύφος του".

Σταυρούλα Τσούπρου


Σημ.: Απόσπασμα από ομότιτλο κείμενο που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 10 (Ιούλ.-Σεπτ. 2016) του περιοδικού "Το κοράλλι".

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

"Έχων σώας τας φρένας & άλλες τρελές ιστορίες" του Αργύρη Χιόνη



Η συλλογή διηγημάτων του Αργύρη Χιόνη Έχων σώας τας φρένας εκδόθηκε μετά τον θάνατο του συγγραφέα και είναι, εκτός από πολύ προσεγμένη, γεμάτη τρυφερότητα. Καταρχάς απέναντι στον δημιουργό αλλά, και είναι εξίσου σημαντικό, απέναντι στα κείμενά του. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα όταν διάβασα τα πρώτα διηγήματα είναι ότι είναι τόσο... διασκεδαστικά. Χωρίς να είναι κωμικά, σατιρικά ή περιπαιχτικά, είναι κείμενα που σταδιακά αλλάζουν την διάθεση του αναγνώστη προς το καλύτερο, του φτιάχνουν το κέφι. Έχουν αυτή την διακριτική, συγκαλυμμένη αυτοβιογραφική πλευρά που φέρνει αμέσως συγγραφέα και αναγνώστη στο ίδιο τραπέζι μπροστά σε μια ρακή, και έναν αυτοσαρκασμό που συνήθως είναι εκεί προς χάρην αποστασιοποίησης και σπάνια πονάει (σπάνια αλλά όχι και ποτέ). 

Ένας από τους πιο αγαπημένους σύγχρονους ποιητές, ο Χιόνης αναθυμάται την ποιητική του ιδιότητα και αναπολεί στα διηγήματά του –με διακριτικότητα πάντα- δομές και ήχους, συχνά φτιάχνει προτάσεις που είναι σαν να χωρίζονται στα δύο με κόμμα ή άλλους συνδέσμους και βάζει στο τέλος τους ρήματα που ομοιοκαταληκτούν, γράφει μια πρόζα γεμάτη ρυθμό που σχεδόν απαγγέλλεται. Η ποιητικότητα αυτή ίσως είναι ο τόπος όπου ο Χιόνης βρίσκεται στο φυσικό του περιβάλλον, μια ιδιότητα που τον ακολουθεί σε ό,τι και αν γράψει, στο κάτω-κάτω δεν δείχνει φανατικός των συμβάσεων ούτε της κατηγοριοποίησης.

Δεν υπάρχει επιτήδευση ούτε υπερβολή, μόνο μια ελαφριά διάθεση για χιούμορ και μια απομάκρυνση από την πηγή της συγκίνησης μόνο και μόνο για να επανέλθει στο τέλος, συνήθως με ένα twist. Στο Έχων σώας τας φρένας ο Χιόνης είναι ένας αφηγητής έμπειρος και απελευθερωμένος από κλισέ και αναμενόμενες πορείες, το αποτέλεσμα είναι όχι μόνο φρέσκο αλλά και τελικά τόσο ανατρεπτικό: αγγίζει ακριβώς εκείνες τις χορδές που τον ενδιαφέρουν με ακρίβεια λέιζερ. Και υπάρχει και αυτή η ειρωνεία που αλλάζει το χρώμα των πραγμάτων και των σκέψεων για να τα κάνει όλα πιο πονηρά, πιο αστεία. 

Η αποστασιοποίηση και η «χαρούμενη» ειρωνεία φέρνουν όσο προχωράει η ανάγνωση μια θεατρικότητα που κανείς δεν περιμένει. Στην πραγματικότητα ο αγαπημένος ρόλος του Χιόνη δείχνει να είναι αυτός του αφηγητή: απολαμβάνει να διηγείται τις ιστορίες του μπροστά σε κοινό, να παίζει με τις αποστάσεις, με τις πραγματικές και φανταστικές αναμνήσεις και με την προσωπική εμπλοκή (η αυτοβιογραφική διάσταση που έλεγα πιο πριν), και όλα αυτά για να κεντρίσει και να διατηρήσει το ενδιαφέρον της πλατείας αμείωτο. Το πετυχαίνει απολύτως. Εκτίθεται ως αφηγητής, παίρνει θέση πρωταγωνιστή με όλα τα απαραίτητα κοστούμια φυσικά, και χρησιμοποιεί όλα τα εργαλεία που έχει στη διαθεσή του για να εδραιώσει αυτή την αλληλεπίδραση ανάμεσα στον δημιουργό και στον αποδέκτη. Μου άρεσε πολύ που είδα Το άρωμα του Ζίσκιντ και λίγο Καββαδία να περιφέρονται ανάμεσα στις σελίδες. Το μόνο που δεν συμβαίνει στα κείμενα αυτής της συλλογής είναι να κλείνονται στον εαυτό τους. Αντίθετα βγαίνουν εκεί έξω αναζητώντας αναγνώστες να κάνουν παρέα, και αυτό φέρνει έναν αέρα ανανέωσης που παρασύρει τα πάντα. 

Θα έλεγε κανείς ότι οι ιστορίες που διηγείται δεν είναι παρά μόνο το «σενάριο» αυτού που συμβαίνει στο βιβλίο, υπάρχουν κι άλλα στοιχεία, με σημαίνοντα ρόλο: ο τρόπος της αφήγησης, αυτός ο παράδοξος «διάλογος» με τον αναγνώστη –ελλείψει κοινού- το σασπένς. Και φυσικά τα twists στο τέλος κάθε ιστορίας: ο συγγραφέας δεν γράφει όλα όσα θέλει να καταλάβει ο αναγνώστης του αλλά περιορίζεται μόνο στα απαραίτητα. Τον αφήνει, αφού τον έχει καθοδηγήσει κατάλληλα στις προηγούμενες σελίδες, να φτάσει μόνος του στα τελικά συμπεράσματα, να νιώσει έξυπνος και πονηρός, και φυσικά να συνδεθεί με τον συγγραφέα με την χαρακτηριστική συνενοχή εκείνων που γελάνε με το ίδιο –κρυφό δήθεν- αστείο. 

Και βέβαια, το τελευταίο φως του προβολέα πέφτει σ’αυτόν τον περίεργο και διασκεδαστικό αφηγητή που φεύγει με μια υπόκλιση. Είναι κρίμα που στο κύκνειο άσμα του, το Έχων σώας τας φρένας & άλλες τρελές ιστορίες, έδωσε την τελευταία του παράσταση. 

Κρις Λιβανίου

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

«Μυστικά του συρταριού» της Κατερίνας Σχινά

Μια ανθολόγηση ημερολογιακών καταγραφών, χωρισμένων σε θεματικές ενότητες. Πώς μπορεί ένα τέτοιο βιβλίο να διαφέρει; Ή απλώς να ενδιαφέρει τον σύγχρονο αναγνώστη;

Τα Μυστικά του συρταριού της Κατερίνας Σχινά είναι ένα βιβλίο που διαφέρει. Και διαφέρει επειδή δεν συνιστά δύναμη κατά μόνας: αντλεί από το συλλογικό συνειδητό, επικαλείται τη μνήμη και τη μεταχειρίζεται σαν μία ακόμη εκδοχή ενός άχρονου κατά βάση εαυτού που γράφει στο παρόν για το παρελθόν, προχωρώντας αμετάκλητα προς ένα άγνωστο αύριο.

Επίσης, τα Μυστικά του συρταριού είναι ένα βιβλίο που ενδιαφέρει κάθε αναγνώστη, γιατί τον βοηθά να αντιληφθεί τους μηχανισμούς με τους οποίους δομείται το εγώ του: είναι σαν ένα παλίμψηστο το οποίο η μνήμη γράφει και ξαναγράφει, αλλοιώνοντας, εξιδανικεύοντας, καταβαραθρώνοντας και μετουσιώνοντας στιγμές. Το εγώ αναδύεται έτσι ως ένα σύνολο από κατακερματισμένες στιγμές που μεταφράζονται κατά το δοκούν από τη μνήμη, που θρυμματίζονται πάνω στο σκληρό εσωτερικό στρώμα το οποίο χωρίζει το συνειδητό από το ασυνείδητο και ανασυντίθενται με περισσή αυθαιρεσία. Το εγώ είναι το υποκείμενο που μιλά αναπόδραστα σε χρόνο ενεστώτα, ακόμη κι όταν πιστεύει ακράδαντα ότι αφηγείται γεγονότα του παρελθόντος. Όπως γράφει η Κ. Σχινά στον πρόλογό της: «Είναι ολοφάνερα ψευδής η πεποίθηση πως η διαφορά του ημερολογίου από το απομνημόνευμα είναι η επί τόπου αντίδραση – λες και στο πρώτο παγιδεύεται η αλήθεια του συγγραφέα όπως την αισθάνεται και όχι όπως την έχει αισθανθεί, λες και η αυθημερόν εγγραφή εγγυάται τον οριστικό χαρακτήρα της αμεσότητας. Η στιγμή είναι παρελθούσα, όσο κοντά στην καταγραφή της κι αν βρίσκεται· τη θερμοκρασία της την έχει αναπόφευκτα ψυχράνει το κύλισμα του λεπτοδείκτη. Όσο για το ίδιο το συμβάν, η πράξη της γραφής το μεταμορφώνει».

Κάτι συμβαίνει λοιπόν, μια αλχημιστική διαδικασία παρεμβαίνει, όταν κάποιος παίρνει μολύβι και χαρτί για να καταγράψει κάτι που του συνέβη. «Γράφω ημερολόγιο δεν σημαίνει εκμυστηρεύομαι απλώς στη σελίδα τις στίλβουσες στιγμές μιας ζωής που αναβλύζει αδιάκριτα· σημαίνει, κυρίως, ανακατασκευάζω τον εαυτό μου, ξαναφτιάχνω από το πρώτο πρόσωπο ένα καθαρό σημαίνον (εγώ)», γράφει η Κ. Σχινά. Γράφοντας ένα ημερολόγιο, επομένως, ωθούμαστε σε μια παραμορφωτική κατασκευή που φορά τη μάσκα της πραγματικότητας. Διαβάζοντας ένα ημερολόγιο, δεχόμαστε ότι κοιτάζουμε μια επίφαση της πραγματικότητας – και αυτό ακριβώς, δηλαδή η ψηλάφηση της απόστασης ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη εσκεμμένη ερμηνεία (τον εξωραϊσμό ή την απομάγευση) ενός συμβάντος, είναι από μόνη του συνταρακτικό.

Η Κ. Σχινά μας δίνει ορισμένα ιστορικά στοιχεία για την τήρηση ημερολογίων, η οποία όπως λέει αποτελεί «λογοτεχνική ανωμαλία»: «Η μακρινή καταγωγή των δυτικών ημερολογίων είναι τα εμπορικά κατάστιχα, τα βιβλία εσόδων-εξόδων και εμπορικών συναλλαγών, τα ημερολόγια καταστρώματος στην Ευρώπη του 16ου και του 17ου αιώνα. Κι αυτά ονομάζονταν diaries ή journaux, ακόμη και πριν αρχίσουν δειλά-δειλά να αποκτούν προσωπικό χαρακτήρα μέσω μιας μικρής παρατήρησης πλάι στους αριθμούς, μιας υπόμνησης εις εαυτόν («να μην ξεχάσω»), ενός ψήγματος στοχασμού. […] Στον 16ο αιώνα [όπως σημειώνει ο Ρ. Μπαρτ], όταν άρχισαν να γράφουν ημερολόγιο, χωρίς απέχθεια το ονόμαζαν diaire: diarrhée και glaire (διάρροια και βλέννα). Διάρροια των λέξεων, απέκκριση του εαυτού, απαλλαγή από το βάρος της ύπαρξης μέσω της αποδελτίωσης της προσωπικής περιπέτειας. Ωστόσο, βρισκόμαστε ακόμη στην εποχή που το Εγώ, αν δεν είναι μισητό […], είναι οπωσδήποτε αμελητέο».

Και συνεχίζει: «Το απαιτητικό Εγώ θα εμφανιστεί στο προσκήνιο λίγο αργότερα. Το πρόσωπο θα αποσπαστεί από το πλήθος, ο εαυτός θα διεκδικήσει την αποκλειστική του επικράτεια και την αισθητική του δικαίωση, και τα προσωπικά ημερολόγια θα πολλαπλασιαστούν στη Δύση με ρυθμούς καταιγιστικούς». Για να παρατηρήσει: «η ημερολογιογραφία δεν υποχώρησε ποτέ, ούτε στις πιο “σκληρές” της εποχές […]. Η απώλεια του υπερβατικού, η απομάγευση του κόσμου, η εξάχνωση της ηρωικής διάστασης της ζωής, που σφραγίζουν τη νεωτερικότητα, έκαναν το άτομο να στραφεί στη μοναξιά της καρδιάς του, να αναπτύξει την ιδέα της πραγμάτωσης του εαυτού, να εξωτερικεύσει το εσωτερικό βάθος, να διατρανώσει την ιδιαιτερότητά του, να διεκδικήσει την αναγνώρισή της – ακόμη και ως εγγραφή σε ένα μυστικό τετράδιο».

Όσο για σήμερα: «ο χρήστης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης που σπεύδει να μετακενώσει στον τοίχο του Facebook το αίσθημα της στιγμής, νομίζει μεν ότι μιλάει με τους άλλους, στην πραγματικότητα, όμως, μιλάει με τον εαυτό του. Προς τι λοιπόν μια ανθολογία ημερολογιακών εγγραφών σε καιρούς που ο εαυτός γίνεται διάφανος, εκτίθεται, επανεπινοείται, κατασκευάζεται, επιβεβαιώνεται μέσα από την άγρα όσο το δυνατόν περισσότερων like; Ίσως για να δούμε πώς συνδιαλεγόταν κανείς με τα φαντάσματα και τους καημούς του, πριν αποφασίσει να κατοικήσει σε γυάλινο σπίτι· τι αποσιωπούσε δημοσίως και τι εκμυστηρευόταν ιδιωτικώς προτού τα όρια ανάμεσα στη δημόσια και την ιδιωτική σφαίρα, στο μέσα και το έξω, στο υποκείμενο και το αντικείμενο γίνουν ρευστά και ανταλλάξιμα. Και σίγουρα προς συνηγορία του αινίγματος – αυτού που είναι ο ανθρώπινος βίος». Πόσο πιο όμορφα και εύστοχα μπορεί κάποιος να το διατυπώσει;


Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

Οι διεθνείς εκθέσεις βιβλίου και η Κύπρος

Frankfurt Book Fair
Διαβάζουμε ότι το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού έλαβε πρόσφατα μέρος στη μεγαλύτερη έκθεση βιβλίου της Μέσης Ανατολής, στο Κάιρο (27 Ιανουαρίου – 10 Φεβρουαρίου 2017). Πιο πριν, στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στο Πεκίνο (24-28 Αυγούστου 2016), στη Φρανκφούρτη, τη μεγαλύτερη διεθνώς (19-23 Οκτωβρίου 2016), στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Μόσχα (7-11 Σεπτ. 2016, η Ελλάδα τιμώμενη χώρα). Η Ελλάδα, μια χώρα που έχει ρημαχτεί οικονομικά, αντιλαμβάνεται τη σημασία που έχει η συμμετοχή της και φροντίζει, παρά τα πενιχρά της μέσα, να δίνει το στίγμα και την παρουσία της, τουλάχιστον στις πιο σημαντικές εκθέσεις βιβλίου.

Εμείς τι κάνουμε; Διαβάζουμε στο σχέδιο των Πολιτιστικών Υπηρεσιών για τη στήριξη προβολής των κυπριακών εκδόσεων σε διεθνείς εκθέσεις βιβλίου πως η χρηματοδότηση φορέων που δυνατόν να λάβουν μέρος μπορεί να καλύψει και το 100% των επιλέξιμων δαπανών. Είναι πράγματι ένα φιλόδοξο και καλό σχέδιο. Το ζήτημα είναι πως δε λαμβάνει κανείς μέρος. Οι κυπριακοί εκδοτικοί οίκοι είναι μικροί, δεν μπορούν να στηρίξουν μια τέτοια προσπάθεια, ακόμα κι αν είναι εξασφαλισμένη η χρηματοδότησή τους. Η Κύπρος απουσιάζει από όλες τις διεθνείς εκθέσεις βιβλίου. Δεν υπάρχει πουθενά στον διεθνή χάρτη για το βιβλίο. Απουσιάζει από αυτές τις κορυφαίες πολιτιστικές συναντήσεις.

Ίσως να έπρεπε οι ίδιες οι Πολιτιστικές Υπηρεσίες να αναλάβουν να πράξουν ό,τι και το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού; Δηλαδή να συμμετέχουν με δικό τους περίπτερο τουλάχιστον στις σημαντικότερες εκθέσεις και σ’ αυτό να στεγάσουν τους κυπριακούς εκδοτικούς οίκους και τις εκδόσεις, όπως γίνεται στο ελληνικό περίπτερο. Αν δεν έχουν την τεχνογνωσία, ας απευθυνθούν στο Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού που αποτελεί συνέχεια του εξαίρετου Εθνικού Κέντρου Βιβλίου.

Στην Φρανκφούρτη κάθε χρόνο συμμετέχουν γύρω στις 100 χώρες. Αρκετές από αυτές είναι μικρότερες της Κύπρου, με λιγότερα μέσα στη διάθεσή τους. Π.χ. το 2015 δικό τους περίπτερο είχαν τα νησιά Φερόε. Να πιστέψουμε ότι τα νησιά Φερόε έχουν σπουδαιότερες εκδόσεις από τις δικές μας και διαθέτουν περισσότερα μέσα στη διάθεσή τους; Τα οφέλη της παρουσίας μας εκεί είναι πολλαπλάσια της δαπάνης που απαιτείται. Η Τουρκία συμμετέχει κάθε χρόνο στην Φρανκφούρτη με ένα τεράστιο και πολυτελές περίπτερο, ένα από τα επιβλητικότερα. Αλλά, είπαμε, εμείς προτιμούμε να δηλώνουμε την παρουσία μας στη Γιουροβίζιον.


Αιμίλιος Σολωμού


Σημ.: Αναδημοσίευση από το κυπριακό περιοδικό λόγου, τέχνης και προβληματισμού Άνευ, τεύχος 62, χειμώνας-άνοιξη 2017. Τηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου.

Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

"Το κλαρινέτο" του Βασίλη Αλεξάκη



Είναι εμφανές αρκετά γρήγορα αυτό που συμβαίνει με Το κλαρινέτο: πρόκειται για ένα πολύ δυνατό κείμενο γραμμένο από έναν ιδιαίτερα έμπειρο συγγραφέα. Συμπέρασμα ήδη από την αρχή: δεν υπάρχουν λάθη, ελλείψεις, ανισορροπίες. Πρόκειται για ένα βιβλίο που θα αποφύγω επιμελώς να κατατάξω γιατί αισθάνομαι πως ό,τι και να γράψω σχετικά θα είναι στην καλύτερη περίπτωση ανακριβές, και είναι γεγονός ότι τελικά οι ετικέτες δεν βοηθούν πάντα. 

Ο αφηγητής ψάχνει τον φίλο του μέσα στο βαθύ σκοτάδι που αποτελεί την νέα τους πραγματικότητα μετά τον θάνατό του, και αυτό ήδη από τις πρώτες σελίδες και ενώ είναι ακόμα ζωντανός. Ο αναγνώστης γίνεται αμέσως αποδέκτης μιας έντασης που τουλάχιστον αρχικά υποβόσκει, για να γίνει στην συνέχεια το καίριο χαρακτηριστικό ενός κειμένου που συνολικά αλλάζει πολλές «ιδιοσυγκρασίες» για να καταλήξει σε μια ιδιάζουσα και πολύπλευρη ταυτότητα την οποία και θα υποστηρίξει εξαιρετικά μέχρι το τέλος. 

Η καταλυτική τρυφερότητα και η γρήγορη αποδοχή του τετελεσμένου είναι υποθέτω οι βάσεις για ολόκληρο το κείμενο: ο αφηγητής επαναοριοθετεί την φωνή του και τις λέξεις του σύμφωνα με αυτή την καινούρια κατάσταση που θα αποτελέσει από εδώ και στο εξής τη νέα του πραγματικότητα: εκ πρώτης όψεως ίδια με την προηγούμενη, και επί της ουσίας ριζικά, τρομακτικά διαφορετική. Η τρυφερότητα αυτή είναι τόσο ενδιαφέρον στοιχείο γιατί μεταλλάσσεται για να αγγίξει όλους όσους κυκλοφορούν στο Κλαρινέτο. Ο επικείμενος θάνατος του φίλου του, κάνει τον αφηγητή να δείξει όλη του την τρυφερότητα και στους δυο τους παρόλο που εκ προοιμίου ξέρει ότι δεν θα υπάρξει τίποτα να τον παρηγορήσει. Η αφήγηση στο δεύτερο ενικό είναι αυτή η κραυγή σε κενό αέρος, η προσπάθεια, απέλπιδα, είναι γνωστό εξαρχής, εκείνου που είναι ζωντανός να επικοινωνήσει με εκείνον που έχει πάψει να είναι αλλά που δεν μπορεί να χαθεί στην λήθη. 

Το κλαρινέτο είναι ένα κείμενο γραμμένο με ακρίβεια τέτοια που δεν ξεφεύγει ούτε κόμμα, ο Αλεξάκης είναι ο απόλυτος κύριος ακόμα και της τελευταίας ανάσας: στα χέρια του οι λέξεις κάνουν ακριβώς αυτό που τους λέει. Θυμάμαι τον Guy Saunier, καθηγητή μου στη σχολή κάποιους αιώνες πίσω, να σχολιάζει τον Γλαύκο Θρασάκη του Βασιλικού, και να λέει ότι είναι τόσο απίθανα δύσκολο να αναλύσει κανείς ένα κείμενο που αυτοαναλύεται μόνο του. Είχε, κατά τη συνήθειά του, δίκιο, και αυτό διαπίστωσα ότι ισχύει κι εδώ: ο αφηγητής δίνει την εντύπωση ότι εκθέτει τα πάντα, κάθε σκέψη και κάθε ανάμνηση, μόνο και μόνο για να κάνει τις λέξεις του όλο και καλύτερες κρυψώνες. Ο αναγνώστης βλέπει μόνο ό,τι ο συγγραφέας θέλει να δει και δεν έχει πρόσβαση σε απολύτως τίποτα άλλο, παρόλο που νομίζει το αντίθετο.
Η ελληνική επικαιρότητα που φαίνεται να είναι η αφορμή του βιβλίου πριν εξελιχθεί και αλλάξει τόσα πρόσωπα, είναι απογυμνωμένη από κάθε εμπάθεια: ο αφηγητής προσέχει να αφαιρέσει και το τελευταίο ίχνος της, για να μπορέσει να δώσει μια εικόνα που απεικονίζει ταυτόχρονα γνωστά γεγονότα και καταστάσεις αλλά και τον απόηχό τους στη μνήμη και στην ψυχή των ανθρώπων. Φαντάζομαι η δημοσιογραφική του ιδιότητα είναι αυτή που του δίνει την δυνατότητα της ταυτόχρονης εμπλοκής και αποστασιοποίησης, την ευχέρια να δίνει ονόματα αποφεύγοντας την ευθεία κριτική, πολλές φορές ακόμα και την έμμεση. Χωρίς κανείς να αμφιβάλλει για την προσωπική του τοποθέτηση, η οποία ακούγεται όσο ένας ψίθυρος.

Ο αφηγητής μιλάει στον φίλο του τώρα που είναι πια πεθαμένος όπως ακριβώς του μιλούσε όσο ήταν ζωντανός: σε απευθείας σύνδεση και σε ενεστώτα χρόνο. Ο θάνατός του ήταν τελικά μια φρικτή διακοπή, και μετά το σοκ η επικοινωνία τους συνεχίζει από το σημείο που σταμάτησε χωρίς αξιόλογες διαφοροποιήσεις εκτός από την μοναξιά. Πέρα από αυτό, θα έλεγα ότι προσπαθεί να παρηγορήσει τις ίδιες του τις σκέψεις, σκέψεις ερημιάς τελικά, και ξενιτεμού. Πεθαίνοντας, ο φίλος του πήρε μαζί του και μέρος της «επίκτητης» ταυτότητας του αφηγητή, που είναι τώρα αναγκασμένος είτε να την ξαναδημιουργήσει, είτε να φτιάξει μια εντελώς καινούρια: επιστροφή στα πάτρια λοιπόν, με ό,τι μπορεί να συνεπάγεται αυτό. Υπάρχουν τουλάχιστον οι αναμνήσεις. Η τρυφερότητα που σχεδόν αυθαίρετα πάει και γατζώνεται στις πιο αθόρυβες σκέψεις είναι αυτή που τελικά θα αποτελέσει το άνοιγμα: ο αφηγητής παίρνει όλες του τις αναμνήσεις μαζί του και στέκεται μπροστά στη θάλασσα της Τήνου για να ονειρευτεί την σκιά του πύργου του Άιφελ. Και πρέπει να πω ότι ξέρω πολύ καλά για ποιο πράγμα μιλάει.  

Κρις Λιβανίου