Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

"Διηγήσεις πόλεων" του Σταύρου Σταμπόγλη




Γεύση στην άκρη των λέξεων[1]

Έχω συναντήσει ποίηση που είναι φτιαγμένη για να ακούγεται, άλλη να τραγουδιέται, ακόμα και ποίηση που είναι μια σειρά από σκηνοθετικές εντολές. Στις Διηγήσεις πόλεων του Σταύρου Σταμπόγλη βρήκα μια ποίηση που ζωγραφίζεται. Κάπως σαν να σχηματοποιεί την φαντασία, σαν να τραβάει γραμμές για να περικλείει τις σκέψεις, αφήνοντας παράλληλα μια αίσθηση φροντίδας και συγκατάνευσης. 

Δεν είναι η πρώτη φορά που διαβάζω στίχους του Σταύρου Σταμπόγλη, και έτσι μπορώ να ξέρω ότι είναι ένας ποιητής που στήνει ένα ολοκληρωμένο σύμπαν από την αρχή και μένει πιστός σ’ αυτό μέχρι το τέλος. Όχι ότι δεν υπάρχουν επιρροές (και έντονες μάλιστα) από άλλους, θα το ξανασυζητήσουμε αυτό πιο κάτω, αλλά σε γενικές γραμμές η εικόνα που ιχνογραφείται από τους στίχους του παραμένει ενιαία και συνολικά λειτουργική. Μια πρώτη ματιά δείχνει δύο στοιχεία: καταρχάς μια ποίηση με θεμελιώδη άξονα την φύση και την παραδοχή της ως ανεξάρτητη οντότητα ως προς τον άνθρωπο, και δεύτερον μια σχεδόν παντελή απουσία άλλης ματιάς πλην αυτής του ποιητή. Η φύση εμφανίζεται εξ’ ολοκλήρου ως αυτόνομη πραγματικότητα και κατ’ επέκταση ως σταθερή αξία σε έναν κόσμο που σίγουρα δεν έχει πια αρκετές. Ο ποιητής την παρατηρεί σε μια σχέση χωρίς παρεμβάσεις από τρίτους.

Υπάρχει επίσης παρουσία και των πέντε αισθήσεων, και μάλιστα ισορροπημένα: στην έκρηξη των χρωμάτων έρχεται να προστεθεί η «φασαρία» της φύσης, το άγγιγμα στα πράγματα και στις σκέψεις. Η γεύση των λέξεων μαζί με τις μυρωδιές συμπληρώνει την συνολική εικόνα μιας πραγματικότητας που εναλλάσσεται αέναα. Το ότι βάζει σε πρώτο πλάνο τα «μη-ομιλούντα» στοιχεία, του προσφέρει μια διαφυγή από τον σκληρό ρεαλισμό της εικόνας, μια διέξοδο προς τη μαγεία της ατομικής, σχεδόν μυστικιστικής προσέγγισης.
Η απουσία σαφούς χρονικού πλαισίου που θα λειτουργούσε σαν «μπούσουλας» υπερτονίζει την λεπτομερή αναφορά στις τοποθεσίες ανά την Ελλάδα, σημείο-κλειδί για την προσωπική μυθολογία του ποιητή, και δίνει ταυτόχρονα μερικά από τα λιγότερο αφηγηματικά ποιήματα που έχω συναντήσει τελευταία. Ο χρόνος συνήθως παγώνει μέσα από την απώλεια, την ανάμνηση και τελικά την νοσταλγία, και βγάζει τον αναγνώστη από τα γνώριμα μονοπάτια της γραμμικής αφηγηματικής σειράς. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι τα κείμενα του Σταμπόγλη στις Διηγήσεις πόλεων, όπως άλλωστε και στο Με την πλάτη στο παρόν[2] κινούνται στα όρια ανάμεσα στην ποίηση και την πρόζα, πρόκειται δηλαδή για κείμενα όπου ο ποιητικός λόγος δεν εδραιώνεται στην μορφή αλλά περισσότερο στο ύφος. Η φιλοσοφική διάσταση που συνάντησα εδώ δεν υπήρχε τόσο έντονα στις προηγούμενες δουλειές του, ο ποιητής αναζητεί ξεκάθαρα την θέση του απέναντι στα συμβαίνοντα, για να αποστασιοποιηθεί τελικά από ό,τι ξεπερνάει τα όρια του προσωπικού του περιγράμματος: 

Τις νύχτες αναρωτιέμαι αν στέκομαι κόμβος μοναξιάς ή είμαι κάτι από λέξεις σε κορεσμένη έννοια.[3]

Το δεύτερο στοιχείο που σηματοδοτεί τις Διηγήσεις πόλεων και κατά τη γνώμη μου το πιο ενδιαφέρον, είναι το ότι πρόκειται για ποίηση που ενώ δεν είναι μοντέρνα και καθημερινή, είναι καταλυτικά επίκαιρη:

            Και η Αθήνα μια πόλη με ρούχο εισαγωγής σε ντόπιους ήλιους.[4]

Η υπερσυμπύκνωση της σκέψης και η εξαιρετική κατά τη γνώμη μου απόδοσή της σε παραδείγματα όπως εδώ, είναι αυτό που στις Διηγήσεις πόλεων κερδίζει τις εντυπώσεις και πάει τον αναγνώστη μερικά βήματα πιο πέρα. Παρόλο που απουσιάζουν τα γεγονότα αυτά καθαυτά (μη-αφηγηματική ποίηση όπως είπαμε πιο πάνω), το συναίσθημα και η συγκίνηση είναι παρόντα με όλο τους το συνθλιπτικό βάρος. Οι στίχοι είναι επίκαιροι κατά τη γνώμη μου επειδή ενώ αποσιωπούνται οι αιτίες των προβλημάτων που κάθε φορά αλλάζουν ανάλογα με τις συνθήκες και τις καταστάσεις, η δυναμική έγκειται στις συνέπειές τους που από την άλλη, είναι μια… σταθερή αξία με τα γνωστά σε όλους καταστροφικά αποτελέσματα. 

Θα ήθελα η επιρροή του Ελύτη να ήταν λιγότερο εμφανής, είναι γεγονός. Η σκιά του βαραίνει τους στίχους του Σταμπόγλη σε αρκετές περιπτώσεις, αλλά όταν αποστασιοποιείται από τις πηγές της έμπνευσής του, βλέπω κάποιον με απολύτως διακριτή και στιβαρή γραφή. Μια γραφή στακάτη και περιεκτική για παράδειγμα, χωρίς κενά:

Και τα ηφαίστεια˙ λέξεις ζωντανές να υποφέρουν στο θαλάμι τους. Αίσθηση καρτερίας χωρίς κοψιά συντριβής.[5]
 
Ο Σταμπόγλης βρίσκει την εξαιρετικά εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην καταλυτική ύλη του σώματος και το άυλο, ανεπαίσθητο πλησίασμα της φύσης και την συντηρεί πλησιάζοντας μεταξύ τους αντιθέσεις και απομακρυσμένες έννοιες, όχι «πυροτεχνηματοειδώς» για να κερδίσει τις εντυπώσεις αλλά με το βλέμμα σ’ αυτό που έλεγα πριν, στο «πάμε ένα βήμα πιο ‘κει». Δεν λείπει η διαύγεια της σκέψης, ούτε είναι απογυμνωμένη από τον κυνισμό που συνήθως την ακολουθεί σε ανάλογες περιπτώσεις, αλλά από την άλλη μεριά ο ποιητής τηρεί τις αποστάσεις και, ελλείψει εμπάθειας, κερδίζει την «αντικειμενικότητα» που χρειάζεται: 

Αλλά υπάρχουν χίλιες λογικές ανήμπορες να κρύψουν ετούτο το γεγονός, ότι η επιδημία κέρδους δεν αναγνωρίζεται ως πανδημία εγκλήματος.[6]

Ομολογώ ότι τις φορές που η συμβολιστική προσέγγιση του Σταμπόγλη έγινε απόλυτα συνολική και δεν άφησε χαραμάδες και κλειδιά κατανόησης στα χέρια του αναγνώστη, το κείμενο βάρυνε ανεπανόρθωτα. Η κατανόηση, η πλήρης μάλιστα κατανόηση, είναι καλώς ή κακώς ο μόνος δίαυλος επικοινωνίας που είναι σημαντικό να παραμένει ανοιχτός. Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν σημαντικά πράγματα που πρέπει να παραμένουν σε σκοτεινές περιοχές γιατί η συνεννόηση δέχεται ισχυρό πλήγμα. Ο Σταύρος Σταμπόγλης βγαίνει από την ποιητική πεπατημένη, δεν το αμφισβητώ αυτό. Δεν βγαίνει από την δική του πεπατημένη όμως, και είναι κρίμα. Αυτό που περιμένω από εκείνον πλέον δεν είναι μια καλή ποίηση (που σε πολλές περιπτώσεις είναι εξαιρετική) γιατί αυτό το θεωρώ δεδομένο. Περιμένω να πάρει ρίσκα και να βγει από τις σκιές όσων τον επηρέασαν, μπορεί και οφείλει να είναι το πρότυπο του εαυτού του. 

Κρις Λιβανίου


[1] σελ. 13
[2] Σταύρος Σταμπόγλης, Με την πλάτη στο παρόν, εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 2014.
[3] σελ. 43.
[4] σελ. 23.
[5] σελ. 25.
[6] σελ. 36.

3 σχόλια:

  1. Αγαπητή φίλη ένα μεγάλο ευχαριστώ για την προσοχή σας, για τον χρόνο σας, για την εμπιστοσύνη που μου δείχνετε, κυρίως όμως για τις ελπίδες σας σ΄ ότι αφορά το μέλλον της γραφής μου. Δεν έχω λόγια να εκφράσω την υποχρέωση μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ακόμα κάτι μαζί με την καλημέρα μου όπως το ανέβασα στο fb:ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΗΜΕΙΩΣΕΩΝ ΕΝΟΣ ΚΡΙΝΟΜΕΝΟΥ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΟΛΟΝΥΧΤΙΑ ΚΑΤΑΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ.
    Θεωρώ αυτήν την κριτική εξαιρετική για μένα. Εξαιρετικά τιμητική μάλιστα αφού η κριτικός είναι νεότατη, σχεδόν μισό αιώνα πίσω μου, κι όμως μπόρεσα να κερδίσω ή να κεντρίσω το ενδιαφέρον της. Διαφωνώ σε κάποια σημεία, ίσως κρίσιμα, αλλά αυτό δα μας αποδέλειπε, (όπως θα έλεγε ο παππούς μου ο εκ Κρήτης), μέσα στο ελληνικό χάος, η ουσιαστική κριτική , ( η ανεξαρτησία και το ήθος της κυρίως), να έχει υποχρεωτικά, για διάφορους λόγους και συμφέροντα, τον χαρακτήρα ενός ύμνου για τον κρινόμενο. Ευχαριστώ λοιπόν, κυρίως, για τα σημεία της κριτικής που νομίζω προς το παρόν ότι διαφωνώ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Θα γράφω πάντα για την δουλειά σας κύριε Σταμπόγλη, γιατί με ενδιαφέρει να παρακολουθώ την ευαισθησία της ματιάς σας στα πράγματα, και επίσης -σημείο-κλειδί για μένα στην λογοτεχνία κάθε είδους- γιατί δομικά και τεχνικά αυτό που γράφετε στέκει. Κα παρόλο που νεότατη έχω πάψει να είμαι εδώ και πολλά χρόνια πια, δεν έχει σημασία, το αντίθετο μάλιστα: σε πολλές περιπτώσεις, είδα στους στίχους σας να συμπυκνώνετε τον χρόνο, και οι αναγνώστες να βρισκόμαστε όλοι μπροστά στα ίδια σημεία αναφοράς. Καθόλου υπόχρεος δεν μου είστε κύριε Σταμπόγλη, αν κάποιος θα ήταν, μάλλον θα ήμουν εγώ επειδή μου δώσατε τροφή για σκέψη και με βάλατε να επαναπροσδιορίσω και να συγκρίνω τα τωρινά με τα παλαιότερα, να κάνω ένα βήμα πιο μπροστά στις ίδιες μου τις σκέψεις.
      Δεν έχω λογαριασμό στο facebook, δεν ξέρω τι γράφεται εκεί, μόνο εδώ βλέπω και ακούω αντιδράσεις, θα σας ευχαριστήσω λοιπόν για την ευγένειά σας και θα απολαύσω, να είστε σίγουρος, παραγωγικές και παθιασμένες διαφωνίες στο μέλλον.

      Διαγραφή