Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

"Άλκηστις" της Στέργιας Κάββαλου



Ήθελα να κλείσω τις αναρτήσεις μου για το 2016 με ένα κείμενο περσινό, θέατρο για την ακρίβεια. Με την δουλειά της Στέργιας Κάββαλου έχω ασχοληθεί ξανά στο παρελθόν, έχει γράψει το Φαμιλιάλ, το ξανακοίταξα για να δω αν μπορώ να μπω στο κλίμα, μου αρέσει ακόμα το ίδιο. 

Η Άλκηστις είναι ένας μονόλογος λοιπόν. Ένας μονόλογος μοντέρνος και καθημερινός, σχεδόν συχνός, και αυτή η έλλειψη πρωτοτυπίας θα είναι και το μόνο στοιχείο που θα του προσάψω. Η γρήγορη και σκληρή γραφή που έκανε την πιο ισχυρή εντύπωση στο Φαμιλιάλ είναι κι εδώ παρούσα, και δίνει ένα κείμενο που καρφώνει το βιβλίο στα χέρια του αναγνώστη μέχρι την τελευταία λέξη. Ο μονόλογος ως «είδος» συμβάλλει σ’ αυτό, δεν αντιλέγω, από την άλλη μεριά όμως είναι εξίσου εύκολο να γίνει βαρετός. Και αν κάτι δεν είναι η Άλκηστις, αυτό είναι βαρετή. 

Η Στέργια Κάββαλου γράφει για να ακουστούν πράγματα και για να μαντέψει ο αναγνώστης/θεατής άλλα τόσα, τα οποία πρώτα νιώθει στο δέρμα του και μετά τα συνειδητοποιεί το μυαλό του. Τις απουσίες για παράδειγμα. Η ηρωίδα αναφέρει ανθρώπους, τους εντάσσει στην πυκνή καθημερινότητα που συγκροτεί και συγκρατεί τη ζωή της, τους περιγράφει, μιλάει για το τι κάνουν και πώς είναι, σε ποιον μοιάζουν, δύο από αυτούς είναι και τα παιδιά της άλλωστε, αλλά αυτοί πουθενά. Ο θεατής και ο αναγνώστης ακούνε την σιωπή. Η μοναξιά λοιπόν, είναι το πρώτο στοιχείο. Μέχρι την στιγμή που η ηρωίδα, εκεί που περιπλανιέται στους μαιάνδρους των σκέψεων και των αναμνήσεων, της πραγματικότητας και της φαντασίας, συναντάει και κάποιον άλλον. Ο εαυτός της είναι μόνο, αλλά η συνάντησή της μαζί του είναι τόσο έντονη και αποκαλυπτική που είναι σαν να έπεσε πάνω της μετεωρίτης. 

Η αποχή και η αποστασιοποίηση κάνουν θριαμβευτική είσοδο και κερδίζουν τις εντυπώσεις, αποδεικνύονται ωστόσο πλασματικές. Μπορεί η ηρωίδα να «απέχει» από ό,τι την αποτέλεσε και την αποτελεί ακόμα, αλλά από την στιγμή που αρχίζει ο εσωτερικός διάλογος με την γειτόνισσα, με την οποία έχει μία φανταστική συνομιλία ορμώμενη από μια υποθετική αφορμή, η επιφάνεια της σκέψης της χάνει και τις τελευταίες άγκυρες που την συγκρατούσαν στην πραγματικότητα και ο μονόλογος αποκτά διακυμάνσεις και απρόβλεπτες εναλλαγές. Και εκεί που νομίζει ο θεατής ότι η συγγραφέας παρουσιάζει τις αποτυχίες, τα κενά και τις ελλείψεις που συγκέντρωσε η πρωταγωνίστριά της στην μέχρι τώρα ζωή της, αυτό που βλέπει στην πραγματικότητα είναι όλες της οι νίκες, να ξεδιπλώνονται η μία μετά την άλλη. Και το τι της κόστισαν επίσης.
Ο μονόλογος, όπως συχνά συμβαίνει, είναι μια πορεία. Ο ήρωας ξεκινάει από ένα σημείο, συνήθως στο παρόν του, και καταλήγει σε ένα άλλο, άγνωστο στην αρχή της περιπέτειας. Η πορεία εδώ είναι μοναχική χωρίς αμφιβολία, είναι η γυναίκα μαζί με τις σκέψεις της. Σκέψεις που αποδιώχνει από συνήθεια, αλλά που ελλείψει διαφυγής (έχει κλειστεί έξω από το σπίτι και περιμένει μέχρι κάποιο από τα παιδιά της να έρθει με τα κλειδιά της σωτηρίας) και ένεκα των συνθηκών αναγκάζεται να αντιμετωπίσει. Και αυτές την κατακλύζουν από παντού, παρελθόν και παρόν εξίσου, και δεν έχει άλλη επιλογή παρά να κολυμπήσει με το ρεύμα, και μετά τους λέει κάτι σαν για στάσου γιατί παράγινε, και αφού τις κοιτάξει στις πραγματικές τους διαστάσεις, σπανίως τόσο καταστροφικές όσο στην φαντασία της, τις παίρνει μαζί της και φεύγει. Όπως περίπου παίρνουμε και όλα όσα τελικά μας αποτελούν, όλα αυτά των οποίων είμαστε το αποτέλεσμα. 

Η Άλκηστις μέχρι να αρχίσει αυτόν τον τυχαίο μονόλογο έψαχνε να βρει το είδωλό της στους καθρέφτες των άλλων ανθρώπων. Του πρώην συζύγου, των παιδιών της, των εραστών, της επαγγελματικής ανέλιξης που διαφαίνεται στο background: κάτι του τύπου «πείτε μου τι βλέπετε μπροστά σας, για να το δω κι εγώ». Στο τέλος του μονολόγου έχει συντελεστεί το ακριβώς αντίθετο: «είμαι έτσι, είμαι όλα αυτά, και αυτά θα δείτε αν με κοιτάξετε». Βλέπει τις ρωγμές ενός όλου αλλά δεν οριοθετείται από αυτές. Και ενώ πριν στρίμωχνε όσες συγκινήσεις μπορούσε σε όσο χώρο της άφηναν διαθέσιμο τα κενά της, στο τέλος βλέπει την μεγάλη εικόνα, το αποτύπωμα που αφήνει ο εαυτός της ως ένα σύνολο που μπορεί μεν να έχει ρωγμές αλλά παραμένει ενιαίο. 

Η Κάββαλου έχει έναν ρεαλισμό στην γραφή που σου σπάει τα κόκκαλα ένα-ένα και μια τρυφερότητα που τα ξανακολλάει όλα από την αρχή. Όλη η ανθρωπιά της ηρωίδας, η ευθραυστότητα, η απτή, γήινη πλευρά της υπάρχουν χάρη σ’ αυτή την αξεπέραστη τρυφερότητα, τον καταλύτη των πάντων και την βάση για κάθε μία επόμενη μέρα που θα ξημερώσει.
Και το λέω αυτό για να καταλήξω εκεί που ήθελα από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησα αυτή την ανάρτηση, στην πανίσχυρη και πανταχού παρούσα ποιητικότητα που συστέλλει και διαστέλλει το σύμπαν κατά το δοκούν:

            Πλένει κανένας άλλος τους δρόμους εκτός από τη βροχή;[1]

Εννοείται. Το βλέμμα της ηρωίδας που τους χαϊδεύει.

Κρις Λιβανίου


[1] σελ. 29.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου