Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

"Φωνήεντα σε περίπτερο" της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου



 
            Αποθέτω την τέφρα της μέρας
Στα πιο ακριβά κρύσταλλα της νύχτας
Οι νεκροί αξίζουν τις τιμές
Των ζωντανών ονείρων μας[1]

Τα Φωνήεντα σε περίπτερο είναι μια ιδιαίτερα εκτενής συλλογή, ξεπερνάει τα 100 ποιήματα. Το αναφέρω αυτό από την αρχή επειδή είναι ταυτόχρονα ένα θετικό στοιχείο και ένα μειονέκτημα. Η ευκαιρία που δίνει στον εαυτό της η ποιήτρια να ξετυλίξει σκέψεις, γραφή, και προσωπική μυθολογία βλάπτεται από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα που εκ των πραγμάτων συναντά κανείς σε μια συλλογή ανάλογης έκτασης. Ο ποιητικός λόγος της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου είναι συμπυκνωμένος και δεν αφήνει τίποτα στην τύχη, από την άλλη μεριά όμως βρισκόμαστε απέναντι σε μια ποίηση κατά μια έννοια στατική, χωρίς κίνηση και εναλλαγές. Υπάρχει ισορροπία και η γραφή της είναι γενικά λεία χωρίς μεταπτώσεις, τα leitmotifs της νύχτας, του φεγγαριού, του χρόνου, των χεριών παίζουν με επιτυχία τον ρόλο των θεματικών αξόνων. Δεν είναι πρωτότυπα αλλά παρέχουν ενότητα και εξασφαλίζουν μια συνολική οπτική. Η αίσθηση στατικότητας που ανέφερα και πριν έγκειται κυρίως στην στάση της ίδιας της ποιήτριας απέναντι στα γεγονότα και στα ποιήματα που προέκυψαν από αυτά. Πάντως επιλέγει να μην τοποθετεί εαυτόν ενεργά απέναντι στα πράγματα, αν και η παθητικότητα δείχνει να εντάσσεται σε ένα πλαίσιο όπου όλα είναι κλειδωμένα στο παρελθόν. 

Το πιο έντονο στοιχείο, αυτό που είναι καταλυτικά παρόν στην αρχή τουλάχιστον της ανάγνωσης είναι η λέξη: ως πρωτεύον εργαλείο επικοινωνίας, ως σύμβολο φέρον μαγικές ιδιότητες, ως βασικό συστατικό της προσωπικής μυθολογίας της ποιήτριας. Όπως και στην προηγούμενή της συλλογή που είχα κοιτάξει πριν κάποιο καιρό, την Διμερή συμφωνία, υπάρχει ακρίβεια στην έκφραση και στην απόδοση, αυτό το στοιχείο είναι και εδώ χαρακτηριστικό και μάλιστα εξελίσσεται κατά τη γνώμη μου στην πιο μεγάλη αρετή αυτής της δουλειάς.
Σε αντίθεση με ό,τι είχα διαβάσει από την ίδια παλιότερα, εδώ είδα την δημιουργία μιας συγκεκριμένης ατμόσφαιρας: χωρίς φως, με το κρύο να υπολανθάνει (περισσότερο σαν αίσθηση παρά σαν κυριολεκτική παρουσία), με μια κατακρημνισμένη και διαρρηγμένη ενότητα του εγώ, και μια αίσθηση κενού στο στόμα ελάχιστα συγκαλυμμένη. Ακόμα και τις φορές που φαίνεται να υπάρχει ελπίδα, αυτή στοιχειοθετείται ως απάντηση μιας εν δυνάμει καταστροφής. 

Μια πιο σφαιρική ματιά θα έδειχνε μια πολύ συχνά αλληγορική ποίηση, επικεντρωμένη στους συμβολισμούς της (και κλείνοντας τον αναγνώστη απ’ έξω όταν αυτοί γίνονται πολύ προσωπικοί), που αυτό που χάνει από την έλλειψη πρωτοτυπίας το κερδίζει χωρίς αμφιβολία από την ειλικρίνεια και την ένταση που αυτή επιφέρει. Ακόμα και όταν δεν λέει πρωτότυπα πράγματα, η ευθεία ματιά και η γενναιότητα να εκθέσει όσα την καθιστούν ευάλωτη, παράγουν στίχους όπου μπορεί κανείς να ακουμπήσει τις σκέψεις του. Το εγώ που κινείται στους στίχους της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου βρίσκεται σε μια μετέωρη στιγμή της πορείας του, και προσπαθεί να εντοπίσει το στίγμα του, το περίγραμμα και τα όριά του. Το όποιο μέλλον θα έχει μετέπειτα, εξαρτάται από αυτή την συγκεκριμένη πορεία αναζήτησης. Και δεν είναι εγωκεντρική η ποίηση, επειδή μεταξύ άλλων το πολύ ισχυρό πρώτο ενικό επικεντρώνεται στα κενά και τις ρωγμές με όλο το θάρρος που διαθέτει. Εκεί έγκειται κατά την γνώμη μου και το σημείο ταύτισης του αναγνώστη. Ό,τι συμβαίνει στους στίχους των Φωνήεντων σε περίπτερο δεν συμβαίνει σε μια απτή πραγματικότητα αλλά σε άλλες παράλληλες: του ονείρου, του εφιάλτη, της φαντασίας. Το εγώ κοιτάζει μεν τον εαυτό του, αλλά αυτό που βλέπει τελικά είναι ένα παραμορφωμένο είδωλο, όπως όλοι μας λίγο ή πολύ. Αυτό είναι ένα δεύτερο σημείο ταύτισης με τον αναγνώστη. 

Ο έρωτας ανήκει κι αυτός στο παρελθόν, το τετελεσμένο και το απρόσιτο, αλλά δεν είναι καθαγιασμένος από την απόσταση, το αντίθετο: είναι αυτή η χρονική απόσταση που τον καθιστά αντικείμενο παρατήρησης από την ποιήτρια, ένα αντικείμενο απογυμνωμένο από τον φόβο της συναισθηματικής εμπλοκής. Το δεύτερο ενικό του Άλλου έχει υποστηρικτικό ρόλο σε αυτή την τόσο προσωπική τελικά αναζήτηση, δεν έχει ξεκάθαρη ατομική ταυτότητα, δεν μπορεί –πλέον- να επηρεάσει.

Υπάρχει τελικά ένα είδος εσωτερικής εξέλιξης στην συλλογή. Ξεκινάει με την αναγνώριση της απώλειας ως μη-αμφισβητήσιμη πραγματικότητα, συνεχίζει σε μια απόπειρα να την αποδεχτεί ως τέτοια και να την εντάξει σε ό,τι στέκεται ακόμα όρθιο, και καταλήγει σε απόπειρες να την αφήσει πίσω. Τέλος, εγκαθίσταται η συνειδητοποίηση, η παραδοχή έστω, ότι καμία απάντηση στις ερωτήσεις δεν θα φέρει ανατροπή σε παρόν και μέλλον. Υπό αυτό το πρίσμα, τα Φωνήεντα σε περίπτερο διαγράφουν μια ολοκληρωμένη πορεία, και στο τέλος τους δεν αφήνουν ανοιχτές υποθέσεις για κανέναν, ούτε για την ποιήτρια, ούτε και για τον αναγνώστη. 

Κάποια ποιήματα που τράβηξαν την προσοχή μου:

ΒΕΛΌΝΙ ΚΑΙ ΔΑΚΤΥΛΗΘΡΑ ΣΙΔΕΡΟ[2]
Βελόνι παίρνω μες στη νύχτα
φέγγει σαν λύχνο παλιό
το μυστικό φεγγάρι μου
Ράβω αγάπες που ξηλώθηκαν
φόδρες που υποχώρησαν
και με αφήσανε γυμνή
στα βλέμματα τα’ αχόρταγα
αρσενικών ωρών
που σπέρνανε μα δε γεννούσαν μέλλον
Βελόνι παίρνω και δαχτυλήθρα σίδερο
από ορυχείο που έσκαψα
βαθιά μέσα στη νύχτα
δίχως το φως από τα μάτια τους

Μόνο σκοτάδι να φωτίζει
να απογεμίσει χρώματα
ζωή να μεγαλώσει

ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΕΣ ΣΤΕΓΕΣ[3]
Γερνούν τα σπίτια
Οι τοίχοι τους γεμάτοι ρυτίδες
Τα κεραμίδια κάτασπρα
διάτρητα από μνήμες
Οι πόρτες παραβιασμένες
Ορθάνοιχτες σαν παραδομένες οδοντοστοιχίες
στην τερηδόνα της απόγνωσης
Μέσα ανήμπορες οι λέξεις
Αφηρημένα ουσιαστικά σε πτώση ονομαστική
Η έλλειψη… η παράλειψη


Κρις Λιβανίου

[1] «Κρύσταλλα της νύχτας», σελ. 69.
[2] σελ. 81.
[3] σελ. 17.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου