Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

"Αρλεκίνος" του Γιώργου Λίλλη

Είναι περίπου τρεις μήνες που ο Αρλεκίνος περιμένει υπομονετικά να διαβαστεί. Χαίρομαι όμως τόσο πολύ που τον διάβασα κι ας άργησα λιγάκι... Έξι ποιήματα, αυτή είναι όλη η συλλογή. Των ποιημάτων προηγείται η ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός πουκαμίσου ριγμένου κατάχαμα, πάνω στο χορτάρι. Ριγμένο έτσι κι αδειανό, το πουκάμισο συνείρει τον γνωστό στίχο του Σεφέρη.

Ο Γιώργος Λίλλης, σε συνέντευξή του στο fractalart, αναφέρεται στην κλασική ποίηση των μεγάλων έργων του παρελθόντος και στην «ιαματική ομορφιά της» που απάδει του σύγχρονου ποιητικού λόγου. Ο Αρλεκίνος συνοψίζει την προσπάθεια του ποιητή να θυμίσει τη μεγαλειώδη αυτή πτυχή – σε αυτό συνηγορούν, εκτός από το πουκάμισο στην αρχή του βιβλίου, και οι εναρκτήριες λέξεις «Άκουσέ με», οι οποίες σε αρκετές κριτικές που διάβασα θεωρείται, όχι άδικα, ότι συνιστούν απάντηση στη μνημειώδη αναρώτηση του Ελύτη «μ’ ακούς;».

Ηχώ των μεγάλων κλασικών στον Αρλεκίνο, λοιπόν, ηχώ παραμυθιών επίσης (πρίγκιπες και νάνοι, ροδάνι που γυρίζει κ.ά.), αλλά και ηχώ επική, με μια απεύθυνση που εντάσσεται στην αισθητική κατηγορία του υψηλού («Ξέρω πως αναμετρήθηκες και πληγώθηκες/Εκεί που έπεσες/αγριολούλουδα φύτρωσαν») και αφορά κυρίως τον ρυθμό, που είναι πολύ προσεκτικά δουλεμένος.

Γιατί όμως Αρλεκίνος; Γιατί ένας γελωτοποιός, ένας μικρός διάβολος (όπως σημαίνει η λέξη) που φοράει μάσκες; Γιατί ένα πουκάμισο αδειανό στην αρχή του βιβλίου; Ίσως επειδή όλα είναι ψευδαίσθηση, ο κόσμος που περιβάλλει, ο ιστορίες που μας διηγείται ο εαυτός μας, οι μεγάλες παραμυθητικές αφηγήσεις με τις οποίες μεγαλώσαμε (θρησκεία, πολιτική, φιλοσοφία). Ο Λίλλης τα προσεγγίζει όλα αυτά όχι απλώς με σκεπτικισμό, αλλά με σαφή διάθεση να απαλλαγεί από το βάρος τους. Να απεκδυθεί τα προσχήματα κάθε είδους, τα ενδύματα, τις μάσκες και τους ρόλους, και να μείνει γυμνός μπροστά στην αλήθεια («Αλλάζω μορφές, για να μην προδώσω το αληθινό μου πρόσωπο»). Το αν το καταφέρνει, μόνο ο ίδιος το γνωρίζει, όμως ο Αρλεκίνος είναι το ποιητικό ιστορικό αυτής του της προσπάθειας. Γραμμένος σαν λυρικό ερωτικό ποίημα, αποκαλύπτει τον έρωτα του ποιητή για τη ζωή και την ποίηση, μέσα από μικρές, αριστοτεχνικές ιστορίες της μισής σελίδας που βυθίζουν τον αναγνώστη στη συγκίνηση:

«Πώς μπορείς
να προστατεύεσαι μέσα στη γυάλινη, την τόσο
εύθραυστη
περιβολή σου;
Ένα θαύμα σε μικρογραφία, δοσμένο σε νεράιδες αλλά ποτέ
σε αρλεκίνους.»

Η αλήθεια είναι ότι ο αναγνώστης σε αυτό το βιβλίο νιώθει πως ο ταχυδρόμος (γιατί ο ποιητής το δηλώνει ξεκάθαρα: «θα παραμείνω απλά ένας ταχυδρόμος, ποτέ ο αποστολέας/Ούτε καν ένας τυχαίος παραλήπτης») τον σκέφτηκε και τον σεβάστηκε πολύ: ο λόγος είναι τόσο προσεγμένος, τα νοήματα τόσο βαθιά και η σοφία τόπους-τόπους τόσο πυκνή, που ο αναγνώστης ακουμπά πάνω τους με εμπιστοσύνη και αφήνεται να τον ταξιδέψουν πάνω στα φτερά τους.

Ο καλλιτέχνης, διάβαζα νωρίτερα σήμερα, μιλά συνήθως μέσα από τον ταραγμένο του εαυτό. Κάποιοι μιλούν και μέσα από την αγάπη τους για τον κόσμο. Δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε εκείνους που κλίνουν προς τη δεύτερη επιλογή. Οπωσδήποτε δεν μπορούμε να το κάνουμε και για τον Γιώργο Λίλλη.


Χριστίνα Λιναρδάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου