Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

"Χομχάχ" του Βάκη Λοϊζίδη

Ξεκίνησα με την προοπτική να συμπεριλάβω το Χομχάχ στα σφηνάκια του Νοέμβρη, αλλά καθώς το ξανάνοιξα θυμήθηκα τον ενθουσιασμό μου για την πληθώρα των απόψεων που περιέχει και αποφάσισα τελικά να του αφιερώσω ξεχωριστή ανάρτηση.

"Χομχάχ" είναι λέξη ανατολίτικης προέλευσης για την Τέχνη, όπως μαθαίνουμε στη σελ. 47 του βιβλίου. Είναι μια διευκρίνιση που μάλλον παρέλκει (έχουμε άλλωστε ολοκληρώσει την ανάγνωση της συλλογής, όταν τη συναντάμε), μολονότι ικανοποιεί την περιέργεια για την παράξενη λέξη του τίτλου, αφού όλο το βιβλίο είναι ένας διάλογος με την Τέχνη, στην οποία ο ποιητής απευθύνεται σε β΄ ενικό πρόσωπο από το πρώτο δίστιχο.

Το επόμενο δίστιχο αναφέρεται στο "καρκίνωμα της πρωτοτυπίας" και μεταφέρει μια γνωστή άποψη που ωστόσο αποτελεί ανάθεμα για τους καλλιτέχνες, αν και εδώ δηλώνεται ευθαρσώς: η αναζήτηση της πρωτοτυπίας είναι μάταιη, αφού παρθενογένεση στην τέχνη δεν υπάρχει. Αντίθετα, η προσπάθεια για πρωτοτυπία γεννά εξαμβλώματα που αναπτύσσονται στο σώμα της όπως ο καρκίνος.

Παρακάτω γίνεται λόγος για το "υπηρετικό προσωπικό" της Τέχνης, γι' αυτούς που τη διακονούν, όπως είναι η έκφραση - είναι προφανής ο σαρκασμός του ποιητή στην απεύθυνση. Λίγες γραμμές πιο κάτω ο ποιητής ειρωνεύεται την "εποχή της σερπατίνας", όπως ονομάζει την εποχή μας.

Η Τέχνη για κείνον είναι κάτι αγνό, που δεν χρειάζεται "μεσάζοντες" για να γίνει κατανοητή. Λέγοντας μεσάζοντες, ο Λοϊζίδης εννοεί τους θεωρητικούς ("που τάχα την εξυψώνουν, ενώ καταβροχθίζουν την ουσία της"), τους εμπόρους ("φανερούς υπεργολάβους") και τους επιμελητές (που "θανατώνουν άθελά τους το θέμα της έκθεσης"). Στο ίδιο πνεύμα, διατυπώνει και τον αφορισμό "η πολλή φιλοσοφία βλάπτει την τέχνη" - φυσικά, όπως σε κάθε αφορισμό που δεν επέχει (ακόμη κι αν διεκδικεί) θέση αξιώματος, ο αντίλογος είναι θεμιτός και προσωπικά θα είχα πολλά να αντιτάξω.

Στη σελίδα 17 (τα μικρά κείμενα, στην πλειονότητά τους αφορισμοί, δοσμένοι με αμιγώς ποιητική διάθεση, δεν έχουν τίτλους. Είναι μια τεχνική που δίνει την εντύπωση του συνεχούς, ρέοντος κειμένου, ομολογουμένως όμως δυσχεραίνει την παραπομπή), γίνεται νύξη στο θέμα της συνύπαρξης εικόνας και κειμένου ("καρτελάκι δίπλα στο έργο τέχνης") με τρόπο που η μία καθορίζει το άλλο και τούμπαλιν. Σχετικά έχουν γράψει πολλοί θεωρητικοί (Μπέρτζερ, Μπένγιαμιν, Μπαρτ για να αναφέρω ορισμένους) και η συζήτηση είναι εκτενής, όμως αυτό που πραγματικά ενδιαφέρει τον Λοϊζίδη είναι αφενός οι δεκάδες τρόποι με τους οποίους εμποδίζεται ή κατευθύνεται η πρόσληψη της καλλιτεχνικής έκφρασης και αφετέρου η μετατροπή της τέχνης συνολικά σε κάτι υποδεέστερο. Και τα δύο είναι θέματα που παρακολουθεί με λύπη, παρότι τα διατυπώνει με ειρωνεία, γιατί τον αφορούν άμεσα: άλλωστε είναι και ο ίδιος ζωγράφος.

Θίγονται κι άλλα θέματα, όπως εκείνο της απλότητας στην τέχνη (σε σχέση με το ναΐφ), εκείνο της διεθνούς αναγνώρισης του καλλιτέχνη, εκείνο της αντιγραφής ή εκείνο του κιτς, τα οποία θα βγούμε πολύ από τον δρόμο μας, αν καθίσω να αναλύσω, είναι ωστόσο εξαιρετικά ενδιαφέροντα για όσους έχουν προβεί στις σχετικές διερωτήσεις. Η διαπραγμάτευσή τους από τον ποιητή δείχνει βαθιά και ουσιαστική γνώση τους, από την οποία πηγάζει η προσωπική του άποψη.

Την άποψή του, μαζί με τις αγωνίες του, είναι που καταθέτει στο Χομχάχ ο Βάκης Λοϊζίδης και τις καταθέτει ντυμένες με τον μανδύα της ειρωνείας, η οποία πηγάζει από την επίγνωση της ματαιότητας που δημιουργεί το αναπόδραστο του κατεστημένου στην Τέχνη. Το κάνει όμως χωρίς να αποποιείται την παράλληλη ιδιότητά του του ποιητή και γι' αυτό ακριβώς θα ήθελα να του υπενθυμίσω ότι ίδιον των ποιητών είναι να εξακολουθούν να πιστεύουν στο όνειρο, ακόμη κι όταν είναι απόλυτα σίγουροι ότι πρόκειται για ουτοπία.

Χριστίνα Λιναρδάκη



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου