Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2016

"Ερωτικά Σαφές" της Αθηνάς Τιτάκη



Η πρώτη διαπίστωση που αξίζει να γίνει πάνω στη συλλογή αφηγημάτων Ερωτικά Σαφές της Αθηνάς Τιτάκη είναι ότι δημιουργούν ή εκφράζουν ένα ιδιαίτερα παράξενο σύμπαν, ασυνήθιστο αν μη τι άλλο. Ανάμεσα στο όνειρο και την φαντασία, τα κείμενα που απαρτίζουν το Ερωτικά Σαφές κινούνται στους απροσδόκητους δρόμους που απομακρύνουν τον αναγνώστη από την απτή πραγματικότητα. 

Οι ιστορίες εξελίσσονται σε λίγες γραμμές κάθε φορά και είναι ως επί το πλείστον αυτόνομες ή τουλάχιστον αυτοτελείς. Ακολουθούν ένα μοτίβο κλασικής αφήγησης παραμυθιού: «ήταν κι οι φορές» ή «ήταν κι εκείνες οι μέρες», το οποίο έρχεται να συμπληρώσει την συνολικότερη εικόνα της «φανταστικής» αφήγησης. Είναι γεγονός ότι η πρωτοτυπία δεν λείπει και όχι μόνο αυτό, αλλά το ενδιαφέρον που προκαλεί στον αναγνώστη αποδεικνύεται ένα σταθερό σημείο αναφοράς στο σύνολο των κειμένων. Η Αθηνά Τιτάκη πετυχαίνει να δημιουργήσει ένα κλειστό σύμπαν ονείρου και παραμυθιού. Η πραγματικότητα, αυτό δηλαδή που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε ρεαλισμό της κάθε μέρας, δεν έχει θέση σ’ αυτή τη δουλειά, η συγγραφέας έχει επικεντρωθεί στο ονειρικό περιβάλλον που κινείται εκτός των ορίων του χώρου και του χρόνου, κατεξοχήν πηγή λογοτεχνικής ελευθερίας. 

Το πρόβλημα βέβαια είναι ότι μαζί με αυτή την ελευθερία έρχεται συχνά και μια δόση ασάφειας. Τα κείμενα της Αθηνάς Τιτάκη βρέθηκαν αντιμέτωπα με αυτό και σε κάποιες περιπτώσεις δεν ανταπεξήλθαν. Και είναι κρίμα, γιατί η συγγραφέας όχι μόνο δείχνει μια λεξιλογική και συναισθηματική πλαστικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί, αλλά και μια ικανότητα να βλέπει πέρα από την εικόνα που περιγράφει, και μαζί μ’ εκείνη, να βλέπει και ο αναγνώστης.
Είναι κατά κάποιο τρόπο σαν να ιχνηλατεί μια παιδική φαντασία προ πολλού ξεχασμένη, σαν να γυρίζει πίσω σε εποχές και σε συνθήκες που έχουν χάσει τον ισχυρό ρόλο που θα έπρεπε τελικά να τους αναλογεί, και να ξαναβλέπει τα πράγματα με τα μάτια όμως... ενός ενήλικα:

Πλάθονταν ιστορίες κι ανακατεύονταν, γίνονταν ήχοι, φως, πάχνη και πέτρα, όνειρα της μαστίχας και της επιστροφής, των ίσκιων, της διασποράς και της ανάφλεξης. [1]

Η γυναικεία φιγούρα που κυκλοφορεί και στοιχειώνει τα κείμενα αλλά και τα υπόλοιπα πλάσματα που συναντά κανείς διαβάζοντας, είναι πλάσματα του ονείρου και του παραμυθιού, και άρα κανείς δεν περιμένει να τα δει σε προβλέψιμες, καθημερινές διαστάσεις. Και αν η γραφή ήταν λιγότερο εσωστρεφής και προσωπικά συμβολική, ίσως ο αναγνώστης να μπορούσε να ενταχθεί πιο εύκολα σ’ αυτό το τόσο ιδιαίτερο τελικά σύμπαν. Υπάρχει μια έντονη αποσπασματικότητα που σε γενικές γραμμές ενισχύει την αίσθηση του ονείρου, από την άλλη όμως τα κείμενα είναι μάλλον θραύσματα και στιγμιότυπα, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει εξέλιξη και να συνεχίζεται το ίδιο απαράλλαχτο μοτίβο.
Η επιλογή των λέξεων και οι συνδυασμοί που γίνονται επιτυγχάνουν να αποδώσουν τέλεια το αέρινο σύμπαν που ενδιαφέρει την συγγραφέα, και παρόλο που σε κάποια σημεία οι λέξεις δεν λειτουργούν σαν άγκυρες κατανόησης και ερμηνείας, είναι σίγουρο ότι δημιουργούν ένα άρτιο τοπίο εικόνων και συναισθημάτων:

Ήταν κι οι μέρες που μάζευε τις αχτίδες σφιχτά δεμάτια και τις έπλεκε το καταμεσήμερο κοφίνες, για να τρυπώνουν οι σκιές.[2]

Κρις Λιβανίου


[1] σελ. 18.
[2] σελ. 55

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου