Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

"Συναμφότερα και λίγα μόνα" του Νίκου Δόικου



 
Κανένα πρωινό δεν συγχωρεί τον έρωτα της νύχτας[1]
 
Ξεκινήσα μ’ αυτόν τον στίχο για τον ίδιο λόγο που οι εφημερίδες χρησιμοποιούν αυτούς τους πηχυαίους τίτλους στην πρώτη σελίδα: επειδή άπαξ και ακουμπήσεις τα μάτια σου πάνω του, δύσκολα μπορείς να τον αγνοήσεις. Υπάρχει και ένας δεύτερος λόγος, η σχεδόν ολοκληρωτική (με έμφαση στο σχεδόν) απουσία του έρωτα από το σύνολο της ποιητικής συλλογής του Νίκου Δόικου, αλλά σ’ αυτό θα επανέλθω στην πορεία.

Κανένα πρωινό, λοιπόν, δεν συγχωρεί τον έρωτα της νύχτας, ο Νίκος Δόικος ακουμπάει μια προσεκτική ματιά στα ανθρώπινα συναισθήματα και πεπραγμένα, τόσο προσεκτική μάλιστα που φτάνει να γίνεται διακριτική και σχεδόν ευγενική, και αν δεν υπήρχε μια ανεπαίσθητη επίγευση ενός παλιωμένου κυνισμού, θα έλεγε κανείς ότι ο ποιητής γράφει αποστασιοποιημένος. Η επίγευση υπάρχει, και κανείς δεν μιλάει για αποστασιοποίηση. Πρόκειται για μια ποίηση που ξετυλίγεται με όλη της την άνεση σε εκτενή στίχο που συχνά δεν στερείται θεατρικότητας, ανθρωποκεντρική και ταυτόχρονα μια ποίηση του φανταστικού στοιχείου, βασισμένη σε ευαίσθητες και παράδοξες ισορροπίες ανάμεσα στο άτομο και στο σύμπαν που το περιβάλλει. 

Στα Συναμφότερα και λίγα μόνα, ο Νίκος Δόικος ψηλαφεί άυλα πράγματα, συναισθήματα και σκέψεις φυσικά, αλλά και πράγματα που συνήθως δεν μιλάνε, όπως οι πένες για παράδειγμα, και το κάνει όχι με διάθεση παιχνιδιού αλλά με την ανάγκη να αγγίξει τους συμβολισμούς που κάποιες φορές διακατέχουν όσα αναμετριώνται με την καθημερινή τριβή:

            Η πένα γράφει μόνη της,
μόνη κι ανεπίβλεπτη.

Κι ‘κειν’ η δυστυχής ιδέα
ντροπιασμένη, κατακόκκινη
τρύπωσε στο κοχύλι.[2]

Η συμπυκνωμένη σκέψη (και ακόμα περισσότερο η συμπυκνωμένη γραφή) είναι κάτι που δεν συναντά κανείς συχνά, οι άνθρωποι έχουν την τάση να ξετυλίγουν και να ξεδιπλώνονται με ευκολία. Μια από τις αρετές αυτής της συλλογής είναι η δημιουργία και η διατήρηση της ισορροπίας ανάμεσα στο εμφανές και το ελάχιστα κρυμμένο. Ο αναγνώστης αποκτά την επιθυμία να τραβήξει την κουρτίνα και να δει τι κρύβεται πίσω από τους στίχους, τις αλληλουχίες και τις σιωπές, και έχει ταυτόχρονα την εντύπωση ότι ο ποιητής θα είναι εκεί για να τον ξεναγήσει. Το εγώ που γράφει είναι ένας παρατηρητής τεκταινομένων με αναμνήσεις και με συναισθηματική εμπλοκή: τα δικά του κενά, η μοναξιά που ενδεχομένως να διαφαίνεται, αυτή η αίσθηση ότι ζει σε πεπερασμένο χρόνο, δεν αναφέρονται με λόγια αλλά αναπαράγεται με ακρίβεια η γεύση που αφήνουν, σαν να μην εκφράζονται, παρά μόνο να περιγράφονται οι συνθήκες που δεν μπορούν παρά να τα προκαλέσουν. 

Το γεγονός ότι δεν γίνεται να τοποθετηθεί η συλλογή σε κάποιο χρονικό πλαίσιο (όχι ότι θα ήταν απαραίτητο βέβαια), με κάνει να διερωτηθώ σχετικά με το επίκαιρο των ποιημάτων που την αποτελούν, και τους τρόπους που θα μπορούσε να επιτευχθεί αν παρακάμψει κανείς την οφθαλμοφανή θεματολογία της καθημερινότητας. Οι ισχυροί συμβολισμοί και η αλληγορική ματιά που ο ποιητής ακουμπάει στα πράγματα και τους ανθρώπους είναι το σημείο συνάντησης ανάμεσα σε τωρινές και μελλοντικές αναγνώσεις. Δεν είναι ότι απουσιάζει εντελώς το καθημερινό φορτίο της πραγματικότητας, αρχίζω πλέον να πιστεύω ότι δεν μπορεί παρά να κυκλοφορεί παντού. Είναι μάλλον το ότι σπανίως (και ελάχιστα) διαφαίνεται, ότι δεν διαφεντεύει τον χώρο: τα μάτια του ποιητή δείχνουν στραμμένα πίσω στην Ιστορία και την ταυτότητα, στις σταθερές όλων δηλαδή. Ο άνθρωπος στους στίχους του Νίκου Δόικου δεν απομονώνεται από το σημερινό γίγνεσθαι, το αντίθετο μάλιστα: αντιμετωπίζεται ως ένα σύνολο ιστορικών και προσωπικών εμπειρίων, και αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένα είδος «μοντέρνου» ουμανισμού, πρωτότυπου και φρέσκου. 

Έγραψα στην αρχή ότι ο έρωτας είναι αν όχι απών, τουλάχιστον μια ελάχιστα θορυβώδης παράμετρος. Δεν αποτελεί κινητήριο δύναμη ούτε άξονα για το σύνολο της συλλογής, παρέχει μόνο τρυφερότητα και μια σταθερότητα σε έναν κόσμο που τελικά έχει τόσο λίγες. Υπολανθάνει και ενίοτε διαφαίνεται, εγκαθίσταται στις πίσω σκέψεις και διαγράφει την αχνή πορεία των μη-αναστρέψιμων αλλαγών. Φωτίζει επίσης ένα από τα καλύτερα ποιήματα αυτής της συλλογής:

Κοιλώματα της γης
Πλαγιάσαμε στα μυστικά κοιλώματα της γης
γιομάτα πλατανόφυλλα του Οκτώβρη,
πέτρινες φλέβες σκαλισμένες στις πλαγιές,
μαλαματένιο φόντα, ιδεογράμματα
γνωστά μόνο στους μύστες
των παλιών μας εξεγέρσεων.

Ψηλάφησες με δισταγμό στο στήθος μου
βαθιάν ουλή παλιάς πληγής
στο στέρνο χαραγμένη
και μάτωσες χωρίς να πληγωθείς.

Σύννεφο πέρασε μπροστά ‘πο το φεγγάρι
αρπάζοντας το φως του, καμαρώνοντας
τις φωτεινές ανταύγειες στις καμπύλες του,
τις φορτωμένες με ιδρώτα και βροχή.

Πόσες απρόσμενες βροχές
τότε που θέλαμε ήλιο
και πόσες άλλες αρνηθήκανε
τις λιτανείες και τα ξόρκια των αγρών
αφήνοντας λίγ’ άνθη ξηρασίας
ν’ απολογούνται για την στείρ’ απροθυμία τους.

Θα ‘ρθει καιρός και πάλι να πλαγιάσουμε
στα μυστικά κοιλώματα της γης
γιομάτα ελπίδες κι όνειρα της Άνοιξης,
κόκκινες φλέβες κεντημένες στις πλαγιές
σε σμαραγδένιο φόντα, τα ορμητικά πρωινά,
όταν με πάθος θα εφορμάνε τα παιδιά μας
χωρίς τους μύστες των παλιών μας εξεγέρσεων.[3]
Κρις Λιβανίου

[1] στ. 28, σελ. 90.
[2] στ. 18-22, σελ. 25.
[3] σελ. 87.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου