Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

"Περί λογοτεχνίας και απλών δαιμονίων: 60 χρόνια γραφής και ανάγνωσης" του Βασίλη Βασιλικού

Ο Βασίλης Βασιλικός δεν απαιτεί συστάσεις, είναι από τους ονομαστούς συγγραφείς της νεοελληνικής μεταπολεμικής πεζογραφίας. Συγγραφέας με διεθνή αναγνώριση, πληθωρική προσωπικότητα, με υπεύθυνο δημόσιο λόγο. Κύρια γνωρίσματα των έργων του είναι το αυτοβιογραφικό στοιχείο, ο πολιτικός και κοινωνικός προβληματισμός, το χιούμορ, η ειρωνεία καθώς και η υπέρβαση της καθιερωμένης αφηγηματικής γραφής, τόσο στο επίπεδο της ροής του λόγου όσο και στη χρονική συνοχή και στην διαμόρφωση των γεγονότων. Οι επιδράσεις του από την δημοσιογραφική και την κινηματογραφική γραφή είναι έκδηλες. «Περί Λογοτεχνίας και άλλων δαιμονίων», ο τίτλος και ο υπότιτλος «60 χρόνια γραφής και ανάγνωσης», ένα ογκώδες βιβλίο του Βασ. Βασιλικού με επιμέλεια, σχόλια και εισαγωγή των γνωστών μας δοκιμιογράφων Θ. Αγάθου και Αρ. Σαϊνη σε συνεργασία με τον συγγραφέα. Όπως μας μαρτυρεί ο τίτλος του έργου, είναι ένα αφιέρωμα στα 60 χρόνια δημιουργικής παρουσίας του συγγραφέα στο χώρο της λογοτεχνίας αλλά και στη δημόσια ζωή.

Ο Β. Βασιλικός, κατά παράφραση του τίτλου του γνωστού διηγήματος του Νοτιοαμερικανού Νομπελίστα Γ. Γκ. Μαρκές «Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων» αναζητά τα δικά του δαιμόνια που τον οδήγησαν στην τέχνη του λόγου. Ας αφήσουμε καλύτερα τους ανθολόγους των έργων του Β. Βασιλικού να μας διηγηθούν στην μακροσκελή εισαγωγή του βιβλίου: «Γνωρίζουμε ότι τα δαιμόνια που βάζουν σε πειρασμούς κάθε τεχνίτη του λόγου μπορεί να είναι πολλά, κανένα όμως δεν ξεπερνά σε επινοήσεις, κόλπα και τεχνάσματα, την διαμεσολαβιτική σχέση της γλώσσας και της φαντασίας σε κάθε προσπάθεια αποτύπωσης της πραγματικότητας, της ιστορίας και του εαυτού».

Αυτά είναι και τα δαιμόνια του Β. Βασιλικού. Ο φυγόκεντρος, κομματιαστός, συχνά άναρχος και επιμελώς ατημέλητος τρόπος γραφής του, άλλοτε αγγιστρώνεται με διαθέσεις κοινωνικής καταγγελίας στην καυτή πραγματικότητα, άλλοτε αφήνεται στις διαθέσεις της στιγμής ή στις εισβολές του ονείρου, άλλοτε ακολουθεί συνειρμικά τη λειτουργία της μνήμης και τις μεταμορφώσεις της πρωτεϊκής προσωπικότητας που πολιορκεί εδώ και 60 χρόνια το ίδιο πυρηνικό κέντρο. Τι είναι πραγματικότητα; Τι είναι εαυτός; Τι είναι λογοτεχνία; Αυτά είναι τα ερωτήματα που ταλανίζουν τον συγγραφέα και επανέρχονται σαν δεσπόζοντα μοτίβα στην πεζογραφία του.

Όπως συνηθίζεται, σε αυτού του είδους έργα το βιβλίο ξεκινά από τα νεανικά κείμενα του συγγραφέα. Ως γνωστόν οι πρώτες δημοσιεύσεις του Β. Βασιλικού είναι το 1949 με ποιήματα στην εφημερίδα Μακεδονία της Θεσσαλονίκης. Το πρώτο κείμενο του τόμου, «Ο ποιητής και ο πεζογράφος», είναι ένας διάλογος – αντιπαράθεση ενός «ποιητή» με ένα «πεζογράφο». Η φαντασία και η πραγματικότητα της ζωής συγκρούονται στο διάλογο. Οι «ψηφίδες» (1952), το δεύτερο κείμενο της συλλογής, είναι προβληματισμοί γύρω από την Τέχνη και την δημιουργία.

Οι επιδράσεις από τον μεγάλο Γάλλο διηγηματογράφο Ζίντ είναι εμφανείς στην νεανική νουβέλα του Β. Βασιλικού: «Η διήγηση του Ιάσωνα», όπου διαλέγεται με τον «Θησέα» του Γάλλου συγγραφέα. Ο Γ. Θεοτοκάς αποτελεί κατά το Β. Βασιλικό τον μεγαλύτερο Έλληνα συγγραφέα στην εποχή του. Εμπιστεύεται σε αυτόν τα χειρόγραφα του μυθιστορήματος «Θύματα ειρήνης». Βαθύς γνώστης των έργων του Γ. Θεοτοκά, αφιερώνει μία διάλεξη για τον μεγάλο συγγραφέα της «Γενιάς του ’30» στην «Κίνηση νέων Θεσσαλονίκης» με το πρωτοποριακό για την εποχή του θέμα: «Ο Γ. Θεοτοκάς και η Ευρωπαϊκή ιδέα» (1955) ενώ δύο χρόνια πριν, έχει προβεί σε κριτική για τις τελευταίες παραγράφους του έργου του Γ. Θεοτοκά: «Δοκίμιο για την Αμερική». Το 1962 είναι νωπές οι μνήμες του από την παραμονή του στις ΗΠΑ, όπου σπούδασε τις τεχνικές κινηματογράφου και της τηλεόρασης. Δημοσιεύονται «Οι Μπήτνικς της Αμερικής», όπου αφηγούνται οι συνθήκες υπό τις οποίες γεννήθηκε και ανδρώθηκε αυτό το κίνημα των νέων στο χαοτικό μεταπολεμικό περιβάλλον των ΗΠΑ. Γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στους ηγέτες αυτού του κινήματος, τον πολυδιαβασμένο συγγραφέα Κέρουακ, και τον πρωτοπόρο ποιητή Άλεν Γκινζμπεργκ. Η μυθολογία της Αμερικής, (1964) αποτελεί μία απομυθοποιητική εκδοχή του συγγραφέα για το «Αμερικανικό Όνειρο».

Οι δύο συνεντεύξεις που ακολουθούν, έχουν αντικείμενο την βράβευσή του με το «Λογοτεχνικό βραβείο των 12», για την πολυδιαβασμένη τριλογία «Το Φύλλο», «το Πηγάδι», «Το Αγγέλιασμα» (1962). Ο Β. Βασιλικός αποκαλύπτει στους συντάκτες των περιοδικών «Ταχυδρόμος» και «Επιθεώρηση Τέχνης» τις συνθήκες έμπνευσης της τριλογίας. Ο συγγραφέας θεωρεί τον εαυτό του απόφοιτο της «Λογοτεχνικής σχολής της Θεσσαλονίκης», εκφράζει την προτίμησή του για τον Παπαδιαμάντη έναντι του Καζαντζάκη, με τον συγγραφέα του «Ζορμπά» και της «Ασκητικής» θα αργήσει να συμφιλιωθεί. Αναφερόμενος στις πηγές έμπνευσης της τρίλογίας, υποστηρίζει ότι του άσκησαν γοητεία οι Γάλλοι υπαρξιστές Ζ. Π. Σαρτρ και ο Αλ. Καμύ. Η «Πανούκλα» του Καμύ, όπως ομολογεί ο ίδιος είναι η πηγή έμπνευσής του για τα «θύματα της Ειρήνης» (1956). Έχει ακόμη ένα σταθερό θαυμασμό για τους κορυφαίους συγγραφείς Κάφκα και Ντοστογιέφσκι. Κατατοπιστική για την πορεία του συγγραφέα είναι μία σύντομη συνέντευξη το 1964 στην εφημερίδα ΑΥΓΗ, στο αφιέρωμαάτης για τους νέους συγγραφείς, με τον τίτλο «Μιλήστε για το έργο σας και τα για τα μελλοντικά σας σχέδια».

Τον Β. Βασιλικό προβληματίζει σοβαρά η πορεία του μυθιστορήματος στην Ελλάδα, το μέλλον κατά το συγγραφέα, ανήκει σε δύο λογοτεχνικά είδη, την νουβέλα και την μαρτυρία, στη συνέντευξή του τονίζει: «με την έννοια της προσωπικής αφήγησης, του ρεπορτάζ, του ντοκουμέντου». Η στροφή αυτή αρχίζει να φαίνεται στην αφηγηματική γραμμή των πεζογραφημάτων της εποχής όπως οι «Φωτογραφίες» (1964), και το «Εντός των τειχών» (1966): αφηγήματα που προαναγγέλουν τον Β. Βασιλικό που έγινε διεθνώς γνωστός με την έκδοση του «Ζ».

Η συνέντευξη του στον Δ. Γκιώνη μας μεταφέρει στο καιρό του «Ζ», έτος 1966, όταν στην Θεσσαλονίκη δικάζονταν οι υπαίτιοι της δολοφονίας του βουλευτή της ΕΔΑ Γρ. Λαμπράκη. Η λογοκρισία της δικτατορίας μερικούς μήνες αργότερα, απαγορεύει την κυκλοφορία του «Ζ». Ο συγγραφέας αναγκάζεται να αυτοεξορισθεί στο εξωτερικό. Ο Β. Βασιλικός, όπως αναφέρουν οι κριτικοί του έργου, δικαιολογεί τον τίτλο του βιβλίου «Ζ, φανταστικό ντοκιμαντέρ ενός εγκλήματος» επιχειρώντας έναν συσχετισμό με τον χαρακτηρισμό «Μη μυθιστορηματικό μυθιστόρημα» που θεμελιώνει ο Αμερικανός συγγραφέας Τρούμαν Καπότε με το πολύκροτο έργο του «Εν ψυχρώ» (1966). Η διεθνής επιτυχία του «Ζ», χάρη και στην κινηματογραφική διασκευή του Κώστα Γαβρά (1969), ανεβάζει στα ύψη του όνομα του Β. Βασιλικού. Το σύντομο κείμενο «Το κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου (1973), αποτελεί μία δημοσίευση σε περιοδικό του Παρισιού, η ανάγνωση της οποίας έπεισε τον ονομαστό γαλλικό εκδοτικό οίκο Gallimard για την πρώτη έκδοση στα γαλλικά του βιβλίου του Αλεξάνδρου. Συγκεκριμένα αναφέρει: «πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ενός ικανότατου πεζογράφου, εκτός από ποιητή και μεταφραστή από τα ρωσικά που γνωρίζαμε έως τώρα» και καταλήξει: Είναι ένα βιβλίο υγιεινό, κάνει καλό. Σαν το καθάρσιο». «Οι τρεις νέες ποιήτριες» (1976) ένα κείμενο που επικεντρώνεται σε τρείς νέες γυναικείες φωνές της «Γενιάς του 70», την Νατάσα Χατζηδάκη, την Βερενίκη Δαλακούρα και την Μαρία Κυρτζάκη.

«Ο άλλος Λόρκα» αναφέρεται όχι στο Λόρκα ως σύμβολο του αντιφασισμού, όπως έχει καθιερωθεί στην Ελλάδα, αλλά στο Ισπανό ποιητή και δραματουργό Λόρκα που “σαρκώνεται το ρόλο του θύματος, όχι γιατί ήθελε να αλλάξει τον κόσμο, αλλά γιατί προτίμησε να μην αλλάξει σε τίποτε την ευαισθησία του, που ήταν σε άμεση επαφή με τον τόπο και την εποχή του”. Στο «Γράμμα στον Ισμαήλ Κανταρέ» (1977) Αλβανό ομότεχνο του, γνωστό και έξω από τα σύνορα της χώρας του, ο Β. Βασιλικός τείνει χείρα φιλίας και συνεργασίας με τον ονομαστό συνάδελφό του της γειτονικής χώρας.


Δεν παραλείπει όμως να αναφερθεί και στην μεροληπτική και προκα­τειλημμένη αναφορά του Ι. Κανταρέ για τους Έλληνες, στο μυθιστόρημα του «Το χρονικό της πέτρινης πολιτείας», που εμπνέεται από την πόλη του Αργυροκάστρου. Η συνέντευξη του, στην Άντεια Φραντζή (περιοδικό ΑΗΤΙ, 1983) με τίτλο: «Βίωμα αποστασιοποιημένο και βίωμα ξεχασμένο» με αφορμή τα 30 χρόνια από την έκδοση του πρώτου μυθιστορήματος «Διήγηση του Ιάσωνα», είναι μία συζήτηση του συγγραφέα εφ’ όλης της ύλης. Ομιλεί για την ενασχόληση του με την ποίηση, το θέατρο, την μετατόπιση του από τους κύκλους της «Αστικής Αγγλοελληνικής Επιθεώρησης», στην συνεργασία του με θεωρητικούς και στοχαστές της Αριστεράς, αυτής που μεταπολιτευτικά θα ονομασθεί «Ανανεωτική». Ομολογεί για μία ακόμη φορά τις επιδράσεις του, στο ύφος από τους Ζιντ και Σαρτρ, καθώς και από τον Γάλλο Φλωμπέρ στο ογκώδες και αγαπημένο του μυθιστόρημα: «Γλαύκος Θρασάκης». Υποστηρίζει την ανάγκη δημιουργίας επαγγελματιών συγγραφέων στην Ελλάδα. Το 1984 δημοσιεύονται οι ραδιοφωνικές του συνομιλίες, με τον Μάνο Χατζηδάκι που μεταδόθηκαν το 1979 από το Γ’ πρόγραμμα.
 Ο συγγραφέας εδώ, επικεντρώνεται στις αλλαγές που προκάλεσε η κυριαρχία της κινηματογραφικής γλώσσας και της τηλεοπτικής εικόνας στην εξέλιξη του μυθιστορήματος. Τονίζει πως δεν υπάρχουν πρότυπα μεγάλων μυθιστορημάτων στην ελληνική λογοτεχνία. Από τους Έλληνες ομοτέχνους του, ξεχωρίζει τον Μυριβήλη και τον Παπαδιαμάντη για την γλώσσα τους. Τον ίδιο χρόνο σε συνέντευξη στον Μιχ. Μήτρα, ανοίγει την εργαλειοθήκη του συγγραφέα και εξομολογείται ότι στόχος του είναι η καθιέρωση και «δεύτερης γραφής» για όλα τα έργα του. Ο Γάλλος ελληνολάτρης Ζακ Λακριέρ, μεταφραστής των έργων του συγγραφέα στα Γαλλικά και φίλος του, έχει την τιμητική στο «χρονικό μιας οδοιπορίας». Τον θεωρεί όπως και τον Κίμωνα Φράϊερ μεταφραστή του Καζαντζάκη στα αγγλικά, ένα ειλικρινή φιλέλληνα, άριστο γνώστη της μεταπολεμικής ελληνικής πραγματικότητας, έναν ελληνιστή που με τις άψογες μεταφράσεις των ελλήνων λογοτεχνών έκανε γνωστή στο εξωτερικό την σχεδόν άγνωστη νεοελληνική λογοτεχνία.

Το 1985, απαλλαγμένος πλέον από τα καθήκοντα του Διευθυντή προγράμματος της ΕΡΤ (1981-84), επανέρχεται στην συγγραφική του δραστηριότητα με το κείμενο «ο συγγραφέας στην Ελλάδα». Τονίζει ότι η πολυσυζητημένη έμπνευση του συγγραφέα αποτελεί ένα μύθο και υποστηρίζει ότι η δημιουργία, δεν αποτελεί ιδιωτική υπόθεση αλλά έχει την ανάγκη κοινού. Στο «Αντρέας Καραντώνης, ο τελευταίος κριτικός πριν την εμφάνιση της σημειολογίας» (1986) κρίνει με επιείκεια τον κριτικό της γενιάς του ’30 και τον απαλλάσσει από τις διάφορες εις βάρος του κατηγορίες αριστερών κύκλων. Ο Γ. Καραντώνης όπως σωστά αναφέρει: «επίσημος κριτικός του Σεφερο-Ελυτικού κυκλώματος, «έριχνε μία γέφυρα προς την άλλη πλευρά, διαπιστώνοντας στο δίδυμο Βρεττάκου – Ρίτσου, το ίδιο, αν όχι μεγαλύτερο ποσοστό ταλέντου». Κατά τον Β. Βασιλικό το σπάνιο είδος κριτικού – συνδημιουργού όπως ο Γ. Καραντώνης, με εξαίρεση τον Π. Μπουλά και ίσως και τον Απ. Σαχίνη, απουσιάζει στην εποχή μας. Αποτίει φόρο τιμής στον δολοφονηθέντα πεζογράφο του «Τρίτου στεφανιού» Κ. Ταχτσή, σε άρθρο του (1988) τον χαρακτηρίζει: “εκφραστή της ίδιας πεζογραφικής γενιάς, που έδωσε με το τραγικό του τέλος το στίγμα της”. Η στροφή του στον ποιητικό λόγο στα χρόνια της δικτατορίας, ως εσωτερική ανάγκη για να δώσει το ψυχολογικό στίγμα στους φίλους και συμπατριώτες του, αναφέρεται στο κείμενο «πως έγραφα ποίηση» (1989). Θυμίζει στους αναγνώστες τον νεανικό του εαυτό, πριν τον κερδίσει η πεζογραφία. Στη συνέχεια γίνεται ένας σπάνιος λόγος για την σύνδεση της λογοτεχνίας με την έβδομη τέχνη. Ο συγγραφέας με την πολύχρονη εμπειρία του σε αυτούς τους χώρους, προτείνει στους σκηνοθέτες να διαβάζουν πολλή λογοτεχνία. «Υπάρχουν παλαιότεροι και σύγχρονοι Έλληνες και ξένοι συγγραφείς που μπορούν να πλουτίσουν τον χώρο της εμπειρίας σας».

Στο σημείωμα (περιοδικό, Λέξη 1991): «Λογοτεχνία: η δημοσιογραφία της επόμενης μέρας», εντοπίζει συγκλίσεις αλλά κυρίως αποκλίσεις μεταξύ αυτών των δύο ειδών του λόγου. Όπως επισημαίνει, «αν η ελληνική δημοσιογραφία υποφέρει, είναι από την παρεξήγηση αυτών συνόρων». «O μεγάλος Ρίτσος» γράφεται στα γαλλικά το 1992 και δημοσιεύεται στο περιοδικό «Η λέξη» (2004). Ο Β. Βασιλικός θεωρεί τον μεγάλο ποιητή της «Ρωμιοσύνης» συνέχεια και ισάξιο του Κ. Παλαμά, αλλά και ισότιμο με διεθνείς ποιητές – ποταμούς, όπως τους Νερούντα, Μαγιακόφσκυ, Λόρκα. Στο «Γιατί ξεχάσαμε τον Παλαμά» προτείνει, και σωστά, μια επανεκτίμηση του έργου του εθνικού ποιητή του «Δωδεκάλογου του γύφτου», και προβλέπει με αισιοδοξία ότι η νέα γενιά του διαδικτύου και των Μακ Ντόναλντ θα ριχθεί στον Κ. Παλαμά γιατί αυτός ο ποιητής είναι “ναρκωτικό”, δημιουργεί εξάρτηση. Στις «Έξι φανταστικές συνεντεύξεις» υποδύεται τον δημοσιογράφο και συζητά με ένα χαριτωμένο τρόπο, με ονομαστούς ποιητές και διηγηματογράφους της νεοελληνικής ιστορίας, προσπαθώντας να επικαιροποιήσει τα μηνύματα των έργων τους. Τα πρόσωπα της «συνέντευξης» είναι οι Ρήγας, Κάλβος, Βιζυηνός, Παλαμάς, Καβάφης και Καρυωτάκης. «Οι τέσσερις εποχές μιας φιλίας» (1994), είναι μία συγκινητική εξιστόρηση της καθοριστικής για την πορεία της φιλίας του Β. Βασιλικού με τον θεωρητικό της Αριστεράς Δ. Δεσποτίδη και  ιδρυτή του ιστορικού εκδοτικού οίκου «Θεμέλιο». Το αδημοσίευτο κείμενο «Διαβάζοντας» διαπραγμα­τεύεται την χρήση της γλώσσας στη λογοτεχνία της δεκαετίας του ’60. Προβληματίζεται για τα δυσδιάκριτα πλέον όρια μεταξύ γραπτού και προφορικού λόγου και αναγνωρίζει τα προτερήματα του πεζογράφου ως αφηγητή παραμυθά. Το συγγραφικό έργου του Αιγυπτιώτη Στρατή Τρίρκα είχε απασχολήσει τον Β. Βασιλικό. Όταν ήταν διευθυντής στην ΕΡΤ (1984), είχε εγκρίνει μία τηλεοπτική σειρά βασισμένη στην τριλογία του Τσίρκα. Στο «Νταρέλ και Τσίρκας αναπόφευκτες συγκρίσεις» (1996), ο συγγραφέας επιχειρεί μία σύγκριση ανάμεσα στην διεθνή αναγνώριση στα πεζογραφήματα «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο» του Ντάρελ και «Ακυβέρνητες πολιτείες» του Σ. Τσίρκα. Η συμφιλίωση του Β. Βασιλικού με το έργο του Ν. Καζαντζάκη αναλύεται κατατοπιστικά στο μακροσκελές κείμενο «Είκοσι παράγραφοι για τον Καζαντζάκη».

Μία συμφιλίωση που άργησε να έλθει, ήλθε στα χρόνια της ωριμότητας, όταν ο συγγραφέας του «Ζ», ήταν αυτοεξόριστος στο εξωτερικό. Σε αυτό συνέβαλαν η διεθνής επιτυχία της «Οδύσσειας», καθώς και οι κινηματογραφικές μεταφορές των έργων του Ν. Καζαντζάκη.

Μια αναφορά στην εξομολογητική πεζογραφία του Γιώργου Ιωάννου της «σχολής» της Θεσσαλονίκης γίνεται στο σημείωμα «Γιώργος Ιωάννου» (2006). Ο συγγραφέας αναγνωρίζει στον Γ. Ιωάννου το χάρισμα να κάνει τέχνη τις «Ανείπωτες εμπειρίες» της καθημερινής ζωής. Μία τέχνη με τα πιο ταπεινά υλικά.

Οι τελευταίες σελίδες του τόμου, ανθολογούν δημοσιεύσεις του Β. Βασιλικού που σχετίζονται με την αστυνομική πλοκή και την παράδοση του νουάρ, ένα είδος που έχει αφήσει ανεξίτηλα ίχνη στην δημιουργία του συγγραφέα. Δημοσιεύεται επίσης ένας εντυπωσιακός πρόλογός του στην αστυνομική νουβέλα του Κ. Καλφόπουλου: «Καφέ – Λούκατς», καθώς και ένα κείμενο που αναλύει τις βασικές συνιστώσες των έργων του γενάρχη» του ελληνικού αστυνομικού μυθιστορήματος Γιάννη Μαρή. Αναρωτιέται και σωστά, αν θα υπάρξει στο μέλλον ένας νέος Μαρής που θα μετέτρεπε την τεχνολογία του διαδικτύου, των κινητών και της τηλεόρασης σε λογοτεχνία. Εκφράζει για αυτό τις αμφιβολίες του.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα βιβλίο – απάνθισμα μικρών και μεγάλων κειμένων που μας ξεναγούν στη πνευματική δημιουργία ενός ονομαστού νεοέλληνα συγγραφέα, Ελληνοκεντρικού και κοσμοπολίτη, ανήσυχου διανοούμενου. Χρήσιμο πλοηγίο, για όσους επιθυμούν μία έγκυρη γνώση για την μεταπολεμική λογοτεχνική και πνευματική ζωή του τόπου μας.



Λουκάς Θεοχαρόπουλος




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου