Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2016

Μικρό αφιέρωμα στον Μάκη Αποστολάτο (2)



 
 Σκοπεύουμε στην καρδιά των πραγμάτων και αστοχούμε

 Επέλεξα να ξεκινήσω με αυτό τον συγκεκριμένο στίχο του Μάκη Αποστολάτου επειδή για μένα όλα όσα έγραψε και έκανε ο Μάκης συμπυκνώνονται εδώ. Όλα όσα υπήρξε, όλες οι ματιές που ακούμπησε στα πράγματα, στις ιδέες και τους ανθρώπους περιέχονται σ’ αυτό τον στίχο: υπάρχει το εμείς, ο στόχος, η συγκίνηση, υπάρχει η συνθλιπτική πραγματικότητα. 

Είναι ένας βαθιά πολιτικοποιημένος ποιητής, είναι πιστεύω σαφές αυτό, γι αυτό λοιπόν θα επικεντρωθώ καταρχάς στην σχέση της επανάστασης ως θεωρητική έννοια και ως ιστορικό γεγονός με τον έρωτα, όπως αυτή ξεδιπλώνεται στο σύνολο της ποιητικής του δημιουργίας. Στη συνέχεια θα ασχοληθώ με το πέρασμα του χρόνου και την επίδρασή του στα συμβαίνοντα, καθώς και στο φως που ρίχνει στο παρελθόν, και τέλος, θα επιχειρήσω να εντοπίσω τι είναι αυτό που μένει όρθιο να στέκεται μετά την αναπόφευκτη σύγκρουση της ουτοπίας με την πραγματικότητα.
Οι στίχοι του Αποστολάτου θα μπορούσαν να δώσουν μια αμιγώς στρατευμένη ποίηση, και άρα αποκομμένη από το σύνολο του συγκινησιακού γίγνεσθαι των ανθρώπων αλλά δεν είναι, επειδή υπάρχει ο έρωτας, και μάλιστα στην όσο το δυνατόν λιγότερο θεωρητική του υπόσταση: την σωματοποιημένη. 

Είναι τελικά μάλλον παράδοξος αυτός ο συσχετισμός, αυτό το πλησίασμα, ή τουλάχιστον ξαφνιάζει. Εννοώ το να δημιουργεί κανείς μια ποίηση με βαθιά και καταλυτική ιδεολογική τοποθέτηση και ταυτόχρονα να την κάνει και ερωτική, να σωματοποιείς και να συγκεκριμενοποιείς το συναίσθημα, άυλο και εξ’ ορισμού πέρα από κάθε θεωρία.
Έγραφα στο βιβλίο πως «η μάχη στην πολιτική επανάσταση και η μάχη στον έρωτα έχουν το κοινό συστατικό ότι τελικά αφορούν το άτομο ως ύστατη οντότητα». Τώρα θέλω να προσθέσω ότι υπάρχει και ένα δεύτερο κοινό συστατικό, το ότι και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για μάχη μέχρις εσχάτων: στην πρώτη σε ρεαλιστικό επίπεδο και στη δεύτερη σε συναισθηματικό, καταλήγουν και τα δύο στο ίδιο σημείο. Η μάχη προϋποθέτει διάφορα πράγματα αντικρουόμενα συνήθως, όπως αυτοθυσία και ταυτόχρονα εγωισμό, θάρρος για αντίδραση στην όποια δράση, αλλά και ψυχραιμία για αυτό το βήμα πίσω που θα δώσει την ακριβέστερη εικόνα της κατάστασης. Προϋποθέτει επίσης μια κοινωνική ταυτότητα αρκετά ισχυρή, ώστε να επιτρέψει την θυσία του εγώ, του καταλυτικού δηλαδή συστατικού της κάθε εξέγερσης. 

Καθώς συνέχιζα να διαβάζω, διαπίστωσα και ένα τρίτο: την απόγνωση. Τόσο στη μία περίπτωση όσο και στην άλλη, ο άνθρωπος επιλέγει αυτοβούλως μια πορεία που είναι καταδικασμένη να πηγαίνει μόνο μπροστά, με όποιο τίμημα. Γιατί τίμημα υπάρχει, αυτό είναι κάτι που ο Αποστολάτος δεν παραγνώρισε ποτέ, τίμημα μάλιστα τόσο μεγάλο που πολλές φορές η «εξόφλησή» του θέτει τα πάντα υπό αμφισβήτηση. Και παρόλο που είναι μια συνειδητή επιλογή και μάλιστα του τύπου «ή αυτό ή τίποτα άλλο», είναι γεγονός ότι την δεδομένη χρονική στιγμή οι υπόλοιπες επιλογές είναι ή τουλάχιστον φαίνονται πλασματικές, στη σφαίρα του αδύνατου. Ο άνθρωπος το γνωρίζει βέβαια αυτό, κι έτσι δεν τρέφει αυταπάτες ελεύθερης βούλησης. Αυτός είναι και ο λόγος που η παράμετρος «χρόνος» με ενδιαφέρει τόσο στην ποίηση του Μάκη, γιατί ανάλογα με την οπτική, μπορεί να αλλάξει άρδην το τοπίο, και σε κάποιες περιπτώσεις και να το γκρεμίσει κι όλας.  

Στην ποίηση του Μάκη, τα πράγματα συμβαίνουν σε ενεστώτα χρόνο. Η επανάσταση της Ισπανίας που αποτέλεσε έναν από τους πυλώνες της έμπνευσής του δεν είναι προ των πυλών αλλά συμβαίνει ήδη, η Ιστορία γράφεται τώρα μπροστά στα μάτια όλων. Στην πορεία θα συνειδητοποιούσε πιστεύω, ότι ούτε καν αυτό δεν αρκεί για να εδραιώσει την όποια ανατροπή. Αλλά αυτό είναι ένα διαφορετικό θέμα συζήτησης.
Το βασικό ερώτημα που με απασχόλησε τους τελευταίους μήνες είναι τι ακριβώς συμβαίνει κατά την πρόσκρουση των ιδεών, της ελπίδας, της ουτοπίας στην πραγματικότητα. Και αποκόμισα αυτή την αίσθηση, ότι ο Μάκης έγραφε ισορροπώντας στη στιγμή, και ζούσε επίσης: έψαχνε να αγγίξει και να ψηλαφήσει το άυλο και το ανεπαίσθητο, το ακαριαίο εκείνο συναίσθημα που αλλάζει τις ζωές για πάντα. Στήριξε το λογοτεχνικό του έργο πάνω στις αντιθέσεις, σαν να ισορροπούσε κι αυτός εκεί, πάνω στην κόψη, στην ακμή όπου τέμνονται τα πράγματα.

κι ένα καλάθι όνειρα
να ταξιδεύει
στην κόψη
του ξυραφιού

Δεν υπήρξε μετέωρος παρόλα αυτά, αντίθετα διέγραψε μια εντυπωσιακά σταθερή πορεία, χωρίς ποτέ να στερηθεί την νηφαλιότητά του. Κοιτούσε το ιστορικό και πολιτικό γίγνεσθαι με κάθετη ματιά και με μια αποστασιοποίηση που βασάνιζε πρώτα τον ίδιο, αλλά στο τέλος ήταν σε θέση να διακρίνει την ελπίδα από την ουτοπία και να την ακουμπήσει στους στίχους του όχι ως θεωρητική προσέγγιση, αλλά ως αποτέλεσμα μιας διαυγούς γενναίας σκέψης.
Στρατευμένη ποίηση ναι, γιατί είναι μια ποίηση που γίνεται πράξη. Αφηγηματική επίσης, γι αυτό και είναι μια κατ’ εξοχήν ποίηση της μνήμης. Ίσως να είναι τελικά στρατευμένη γι αυτό ακριβώς: για μένα, πέρα από την όποια ιδεολογία, την οποία κανείς δεν αμφισβητεί, η μνήμη είναι συνήθως ο τελευταίος σταθμός της Ιστορίας, ο Μάκης Αποστολάτος επέλεξε να επικεντρωθεί εκεί. 

Το βασικό στοιχείο που τον διαφοροποιεί βέβαια από την πεπατημένη στρατευμένη ποίηση είναι ότι χρησιμοποίησε την τέχνη για να αναζητήσει πράγματα αντί να τα περιγράψει κατά την κρίση του. Όχι ότι δεν υπάρχει αφηγηματική και ιστορική διάσταση στο ποιητικό έργο του Αποστολάτου, τουναντίον, πώς θα μπορούσε άλλωστε να λείπει δεδομένης της θεματολογίας και των πηγών έμπνευσης, αλλά η σημαντική παράμετρος είναι ότι στους στίχους του διαγράφεται μια πορεία αναζήτησης και επαναπροσδιορισμού, αντί για οποιαδήποτε προπαγάνδα προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Με άλλα λόγια, ο Μάκης εστιάζει στα ερωτήματα και όχι στις απαντήσεις. Η τέχνη διατηρεί λοιπόν την αυτοτέλειά της και κάνει αυτό που έκανε πάντα, ψάχνει δηλαδή απαντήσεις.
Δεν υπάρχει αδράνεια στην ποίηση του Μάκη, ούτε στις πράξεις, ούτε πολύ περισσότερο στις σκέψεις που κάνουν οι άνθρωποι αντιμέτωποι με την όποια κρίση, κοινωνική και πολιτική επί τω προκειμένω. Τις φορές που η επανάσταση αφορά σώματα και συναισθήματα, τα πράγματα λίγο αλλάζουν. Οι μάχες που είναι να δοθούν με κατεύθυνση την όποια επιβίωση, συναισθηματική ή άλλη, δίνονται ευθέως και χωρίς δισταγμούς. 

Όταν λέγαμε στην αρχή ότι το πέρασμα του χρόνου είναι βασικό σε μια τόσο ιστορικά και πολιτικά ενταγμένη ποίηση, δεν είχε να κάνει μόνο με την όποια ιστορικότητα. Ο χρόνος αποδεικνύεται ένας παράδοξος κοινός τόπος ανάμεσα στον έρωτα, τον συναισθηματικό και μη, που κατακλύζει τους στίχους του Αποστολάτου και την επανάσταση των λαών. Η μεν και ο δε διαδραματίζονται σε ένα παρόν ισοπεδωτικό και αναπόφευκτο, και αυτό λέει πολλά.
Λέει καταρχάς ότι παρόλο που σε ιδεολογικό επίπεδο είναι το Γκράαλ, στην πράξη το μέλλον συρρικνώνεται. Υπάρχει κάπου, σαφώς, αλλά τα σημαντικά συμβαίνουν τώρα, εδώ, μπροστά στα μάτια μας, και είναι τόσο έντονα, που το χθες είναι αρχαία ιστορία, και το αύριο… ας πούμε ότι άντε να φτάνει μέχρι σήμερα το βράδυ. Σαν τον έρωτα.
Στην ποίηση του Μάκη υπάρχει μια αναμέτρηση. Και για την ακρίβεια όχι μία, πολλές. Αναμέτρηση με τον εαυτό του -αναμενόμενο θα έλεγε κανείς, ποιος καλλιτέχνης το έχει αποφύγει...; Αναμέτρηση με τον χρόνο που στην δική του περίπτωση, και από ένα σημείο και μετά, του ήταν μετρημένος. 

Ψάχνω της Βαβυλώνας τα ερείπια
Μέσω Βαγδάτης επί ματαίω.
Σε λίγο τα ματόκλαδα θα κλείσουν επ’ αόριστον.

Αναμέτρηση με τα γεγονότα και με την Ιστορία, που στην εξέλιξή της ισοπεδώνει ανθρώπους και ιδανικά, ακόμα και σχεδόν επιτυχημένες προσπάθειες για ελευθερία. Αναμέτρηση με άλλα λόγια του ανθρώπου ως φυσικό μέγεθος απέναντι σε ό,τι εχθρικό τον περιβάλλει. Νομίζω ότι ακριβώς σ’ αυτό το σημείο βρίσκεται η ρίζα της τόσο ουμανιστικής και ανθρωποκεντρικής προσέγγισης της ποίησης του Αποστολάτου. Υπάρχουν ξεκάθαρες παγωμένες εικόνες και ταυτόχρονα, στον παρακάτω στίχο εκρήγνυται ο αγώνας του ανθρώπου για ένα καλύτερο μέλλον, ειδωμένος μέσα από ένα ουμανιστικό πρίσμα, και αυτή είναι η θεμελιώδης αντίφαση που κάνει όλη τη διαφορά.
Συνδυάζει την διαύγεια στη ματιά με την ουτοπιστική προσέγγιση των πραγμάτων, ακινητοποιεί σε δύο στίχους μια υποδιαίρεση της στιγμής. 

Ο τελευταίος μουσαφίρης σκοντάφτει
στο κατώφλι της επόμενης μέρας

Ο χρόνος ζευγάρωσε με τη λήθη
λιγόστεψαν τις αντιστάσεις
κι εμπλουτίζουν τις επιφάνειες.

Μην καις τις λέξεις για να ζεσταθείς
ασ’ τις ελεύθερες.
Θα επωάσουν μνήμες
Θα γεννήσουν δρόμους και περάσματα
να διαφύγουν οι αγωνίες της ύπαρξης
και ο φόβος του θανάτου

Ακόμα και λίγο πριν το τέλος, σκέφτεται και λέει ακόμα τα ίδια. Η επανάσταση μπορεί τελικά να απέτυχε να εδραιώσει τις αλλαγές αλλά εσείς μην τα παρατάτε, εσείς που δεν θα πεθάνετε σε λίγες μέρες όπως εγώ, οι λέξεις, οι σκέψεις και οι στίχοι θα τα ανοίξουν τα μονοπάτια. Μη φοβάστε. Νομίζω ότι αυτό μας λέει τελικά, μη φοβάστε. Εκείνος δεν φοβόταν. 

Κρις Λιβανίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου