Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

Συνέντευξη με τον Τουρκοκύπριο ποιητή Μεχμέτ Γιασίν (Mehmet Yaşin)

Μεχμέτ Γιασίν, φωτογραφία: Στράτος Προύσαλης.
Το στίγμαΛόγου έχει φιλοξενήσει κατ' επανάληψη Κύπριους ποιητές, έχει κάνει μίνι έρευνα για το εκδοτικό τοπίο στην Κύπρο (μέσω δύο συνεντεύξεων, μίας με τον σπουδαίο Βάσο Πτωχόπουλλο των εκδόσεων Αιγαίον και μίας με την Κατερίνα Βοσκαρίδου των εκδόσεων Τεχνοδρόμιον), έχει παρουσιάσει μια ανθολογία τουρκικής ποίησης και τώρα ήρθε η ώρα να αντικρίσει την τουρκοκυπριακή πλευρά. Αφορμή για τη συνέντευξη με τον Μεχμέτ Γιασίν, το βιβλίο του "Άγγελοι εκδικητές"  που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις vakxikon και η παρουσίασή του την περασμένη εβδομάδα στο "Σπίτι της Κύπρου". Συζητήσαμε με τον Τουρκοκύπριο ποιητή για την ποίηση, την πατρίδα και την ταυτότητα και, ενώ περίμενα να ακούσω κάτι που θα αντανακλούσε, ασυνείδητα έστω, την πλευρά του εισβολέα, το μόνο που άκουσα ήταν μια ισχυρή προσωπική αλήθεια που αντιστέκεται στις κρατούσες αφηγήσεις.  

Χριστίνα Λιναρδάκη: κ. Γιασίν στο στίγμαΛόγου γνωρίζουμε ορισμένους Τούρκους ποιητές και έχουμε δημοσιεύσει και κάποια ποιήματά τους, αλλά είστε ο πρώτος Τουρκοκύπριος ποιητής που γνωρίζω. 

Μεχμέτ Γιασίν: Ο ορισμός είναι αρκετά προβληματικός, εννοώ το να προσπαθήσει κάποιος να περιγράψει έναν ποιητή ως Τούρκο, Τουρκοκύπριο, Κύπριο ή Έλληνα. Δεν νομίζω ότι η δουλειά μου μπορεί να ανήκει σε αυτή ή εκείνη την ταυτότητα. Και δεν συμμερίζομαι την άποψη καμίας κοινότητας και κανενός έθνους. Φυσικά, όλοι επηρεαζόμαστε από την οικογένειά μας, τους φίλους μας, το σχολείο στο οποίο μορφωθήκαμε...Φυσικά, όλοι έχουμε κάποια πολιτισμικά, γλωσσικά ή συναισθηματικά θέματα κοινά με άλλους. Όμως μεγάλωσα σε πολύ κοσμοπολίτικα μέρη στην Κύπρο και είχα δει πολλά πράγματα όταν ήμουν ήδη 17 ετών και επίσης έχω την αίσθηση του ανήκειν σε πολλές πόλεις, μεταξύ αυτών την Αθήνα (έχω ζήσει και στην Αθήνα, πήγα σεθερινό σχολείο για την ελληνική γλώσσα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών). Έτσι δεν νιώθω ότι εκπροσωπώ καμία ταυτότητα. 

Χ.Λ.: Και πιθανότατα ούτε και θέλετε. 

Μ.Γ.: Ακόμη κι αν ήθελα... ορισμένοι Κύπριοι ποιητές, για παράδειγμα, προσπαθούν να περιγράψουν τους εαυτούς τους ως Έλληνες ποιητές, όμως δεν γίνονται τόσο εύκολα αποδεκτοί από τους Έλληνες κριτικούς ως Έλληνες  ποιητές. Εμπίπτει στα οράματά μας το πού ανήκουμε. Τελικά, οι κριτiκοί ορίζουν πού ανήκουμε, όμως εγώ δεν μπορώ να το κάνω. Αυτή είναι μια ανθολογία ελληνικής ποίησης (κρατάει το Austerity Measures) και συμπεριλαμβάνομαι σε αυτήν ως Έλληνας ποιητής. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι η δουλειά μου έχει δημοσιευθεί σε τουρκικές ανθολογίες, αγγλικές (μιας και είμαι Βρετανός υπήκοος και έζησα πολλά χρόνια στην Αγγλία), κυπριακές, τουρκοκυπριακές και τώρα και σε ελληνικές. Οπότε δεν ξέρω ποια οπτική είναι πιο κοντινή σε μένα ή αν έχω κάποια ταυτόσημη οπτική. 

Χ.Λ.: Καταλαβαίνω. Αλλά, βλέπετε, υπάρχει ασφαλώς μια ιστορία που λέγεται για την Κύπρο και αυτή η ιστορία έχει δύο πλευρές. Οπωσδήποτε ακούγατε τη μία όταν ήσασταν μικρός και μετά, που μεγαλώσετε, ακούσατε και την άλλη πλευρά. 

Μ.Γ.: Είναι η προσωπική μου ιστορία. Υπάρχουν ασφαλώς, ιστορίες των κοινοτήτων, κοινωνικές και άλλες ιστορίες, όμως γίνονται όλες μία με προσωπικά, ατομικά πράγματα.

X.Λ: Δεν υπάρχει τελικά άλλος τρόπος να δει κανείς τον κόσμο παρά από εντός του... Γνωρίζετε αυτό το βιβλίο; Είναι άλλη μία ελληνική ανθολογία [του δείχνω το "Poetry of the Greek crisis”].

Μ.Γ.: Ελληνική κρίση ξανά.

Χ.Λ.: Ναι.

Μ.Γ.:  Είναι τέλειο. Θα ήθελα  πολύ να το διαβάσω. Επιτρέψτε μου να δω ποιοι φίλοι μου βρίσκονται εδώ [πηγαίνει στα "Περιεχόμενα", στέκεται σε κάποια ονόματα]. Ξέρω ορισμένους! Ναι, ενδιαφέρον... Πρέπει να πάω στην ιστοσελίδα σας,  να διαβάσω γι' αυτό. Είναι στην ιστοσελίδα σας, σωστά; 

Χ.Λ.: Όχι, δεν είναι. Το διάβασα στη διάρκεια του καλοκαιριού και θα γράψω γι' αυτό τώρα. Αλλά, κοιτάξτε, έχω ένα χαρτάκι ανάμεσα στις σελίδες, παραπέμπει σε ένα ποίημα που έγραψε ο ποιητής George Ttoouli, ο οποίος ζει στην Αγγλία.

Μ.Γ.: Το έγραψε στα αγγλικά; 

Χ.Λ.:  Νομίζω ότι το έγραψε στα ελληνικά και μετά μεταφράστηκε, όπως και τα υπόλοιπα ποιήματα στο βιβλίο. Αλλά ο εναρκτήριος στίχος του ποιήματος λέει "I watched a cockroach walk beneath the barricades” ("παρατήρησα μια κατσαρίδα να περπατά κάτω από τα οδοφράγματα"). Η ανθολογία είναι για την ελληνική κρίση, όμως αυτός γράφει για την Κύπρο. Η ερώτηση, λοιπόν, είναι: θα μπορούσατε να είχατε γράψει εσείς αυτόν τον στίχο; 

M.Γ.: Δεν ξέρω, πού να ξέρω; Ίσως, ίσως όχι. Γιατί ρωτάτε; 

Χ.Λ.: Γιατί ο στίχος υπονοεί ότι ένα έντομο μπορεί να διασχίσει τα οδοφράγματα, ενώ... 

M.Γ.: [διακόπτοντας] Ναι, είναι πολύ δημοφιλής μεταφορά. Πολύς κόσμος χρησιμοποεί περιστέρια, σκύλους, γάτες ή γαϊδούρια. Τα γαϊδούρια περνούν χωρίς πρόβλημα. Η μεταφορά είναι η ίδια, μόνο το ζώο αλλάζει. Αλλά η κατσαρίδα είναι πιο εντυπωσιακή. Δεν ξέρω, επειδή δεν τα πάω πολύ καλά με τα οδοφράγματα και ποτέ δεν περνάω τα οδοφράγματα για να κάνω διακοινοτικές συναντήσεις. Επισκεπτόμουν το ελληνικό τμήμα της Κύπρου είτε από την Αθήνα είτε από το Λονδίνο, όχι μέσα από τα οδοφράγματα. Και όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα, το 2003, και μετατράπηκαν σε σημεία ελέγχου, πάλι δεν περνούσα επί πολλά, πολλά χρόνια. Και μετά έπρεπε να περάσω, επειδή η κόρη μου φοιτά σε σχολείο στην ελληνική πλευρά. Πλεόν περνώ μόνο με αυτοκίνητο, εννοώ οδηγώντας. Δεν θέλω να περπατώ και να βλέπω. Έτσι, πάντοτε οδηγώ. Ακόμη κι αν βρίσκομαι σε κάποιο σημείο πολύ κοντά στα οδοφράγματα, δεν τα περνώ πεζός. Αλλά στους Κύπριους πάντοτε αρέσει να δραματοποιούν τα πράγματα και να εγείρουν τον οίκτο. Στη Λευκωσία οι Έλληνες και οι Τούρκοι εμφανίζονται ως κοσμοπολίτες. Γιατί να θυματοποιούμε τη Λευκωσία; Ας της δώσουμε πίσω τη δόξα της! Ήθελα να την παρουσιάσω, στο πρόσφατο μυθιστόρημά μου, σαν μια κοσμοπολίτικη μητρόπολη. Είναι ευρωπαϊκή, ίσως μικρή, όμως ακόμη κουβαλά τους παλιούς ένδοξους καιρούς του Λεβάντε, επειδή όλες οι γειτονικές χώρες στέλνουν τα παιδιά τους στην Κύπρο να μορφωθούν. Στην Κύπρο η ζωή έχει ευρωπαϊκό αέρα και στα εστιατόρια, σε κάθε τραπέζι, μπορεί κανείς να ακούσει να μιλιούνται περισσότερες και από τρεις γλώσσες. Δεν υπάρχει μία μόνο γλώσσα. Έτσι, θέλω να παρουσιάσω αυτή την ένδοξη πλευρά - αρκετά με τη θυματοποίηση των εαυτών μας. Όλα αυτά με κάνουν διαφορετικό. Έδωσα μια διάλεξη στο Πανεπιστήμιο της Λυών, σε ένα Συνέδριο Ελληνικών Σπουδών (βλέπετε, με προσκαλούν σε ελληνικές γιορτές βιβλίου, ελληνικά συνέδρια... δεν ήταν η πρώτη φορά που δέχθηκα) όπου, για να είναι ασφαλείς, έδωσαν τον τίτλο “Love poems from Cypriot poets” ("Ερωτικά ποιήματα Κυπρίων ποιητών"), που θα μπορούσε κατά πάσα πιθανότητα να είναι ασφαλής και δεν αναμείγνυε την πολιτική. Αλλά τα ποιήματα που διάβαζαν έλεγαν ότι χωρίστηκαν από τους αγαπημένους τους όπως ο Πενταδάκτυλος ή ότι η καρδιά τους πονάει όπως πονούν τα σύρματα στα οδοφράγματα, όλες αυτές οι μεταφορές για πολιτική και συμπόνια και επίσης μια ισχυρή ανδρική φωνή (τι είναι αυτή η φωνή; σαν να ζούμε στα τέλη του 19ου αιώνα, αναχρονισμός, ξέρετε). Εννοώ εντονότερη από την ηρωική φωνή του Σεφέρη, αλλά ο Σεφέρης ήταν μεγάλος ποητής. Και αυτή η ανδρική φωνή αναφέρεται σε πράγματα από την εποχή του Βύρωνα. Στη μυθολογία αυτό δεν σε κάνει Έλληνα, σε κάνει Ελληνόφιλο. Γιατί στην καθημερινή ζωή, είσαι Έλληνας και δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσεις μεταφορές από την ελληνική μυθολογία για να είσαι Έλληνας.

Χ.Λ.: Καταλαβαίνω. Ο μεταφραστής σας, o κ. Αϊναλής, διαπιστώνει συγγένεια μεταξύ εσάς και της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, δηλ. με ποιητές όπως ο Αναγνωστάκης, ο Λειβαδίτης, ο Γκάτσος... 

Μ.Γ.: Δεν τους έχω διαβάσει! Ή ίσως τους διάβασα και δεν το θυμάμαι. Εννοώ δεν τους διάβασα όπως διάβασα Καβάφη ή Ρίτσο... ωστόσο μπορώ να ισχυριστώ ότι γνωρίζω Καβάφη. Έχω γράψει και ορισμένες μελέτες για τον Καβάφη και τον Σεφέρη στα Σύγχρονα θέματα πολλά χρόνια πριν. Έχω δική μου άποψη και δική μου κατανόηση του Καβάφη, του Σεφέρη, του Ελύτη. Και φυσικά γνωρίζω και πιο κλασικούς ποιητές, όπως ο Σολωμός και ο Ανδρέας Κάλβος, αρκετά καλά, όμως δεν γνωρίζω τους ποιητές που αναφέρει ο μεταφραστής μου! Θα ήθελα να τους διαβάσω σε μετάφραση. 

Χ.Λ.:  Δεν νομίζω πως έχουν μεταφραστεί πολλοί από αυτούς.  Ο Λειβαδίτης έχει μεταφραστεί, ίσως και ο Γκάτσος, αλλά για τον Αναγνωστάκη έχω έντονες  επιφυλάξεις.

Μ.Γ.: Ήθελα να ψάξω γι' αυτούς, να τους γκουγκλίσω, αλλά δεν βρέθηκε ο χρόνος…

Χ.Λ.: Προέρχεστε από οικογένεια συγγραφέων. Ο πατέρας σας είναι συγγραφέας, το ίδιο και ο αδερφός σας. 

Μ.Γ.: Όχι, η αδερφή μου είναι, αναφέρατε το όνομά της νωρίτερα [προτού ξεκινήσει η μαγνητοφώνηση].

Χ.Λ.: Ω, η Νεσέ Γιασίν (Nese Yaşin) είναι αδερφή σας; Μα φυσικά! Έχετε το ίδιο επώνυμο! Πόσο σας επηρέασε αυτή η "παράδοση" της οικογένειάς σας; Έπαιξε κάποιο ρόλο στο να γίνετε κι εσείς συγγραφέας; 

Μ.Γ.:  Είναι κι άλλοι. Αναφέρατε μόνο την πλευρά του πατέρα μου. Από την πλευρά της μητέρας μου υπάρχει ένας διάσημος Κύπρος ποιητής, που έγραφε στα αγγλικά, δεύτερος ξάδερφός μου, ο Ταϊνέρ Μπαϊμπάρ (Tayner Baybars), ο οποίος έγραφε επίσης στα τουρκικά και τα γαλλικά - έχει πεθάνει πια. Και ο αδερφός του παππού μου από την πλευρά της μητέρας μου ήταν Οθωμανός συγγραφέας. Έτσι, και από τις δύο πλευρές, και εκείνη της μητέρας μου και εκείνη του πατέρα μου, υπήρχε ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία. Επίσης, ο γιος του αδερφού του πατέρα μου ήταν ιδρυτής ενός από τους μεγαλύτερους τουρκοκυπριακούς εκδοτικούς οίκους. Και ο πατέρας μου είχε έναν εκδοτικό οίκο στην Κύπρο και εξέδιδε μια εβδομαδιαία εφημερίδα. Επομένως... ήταν πεπρωμένο! Η κόρη μου αποφάσισε κι εκείνη να γίνει συγγραφέας και μάλιστα κέρδισε ένα βραβείο για νεαρούς συγγραφείς στην Αγγλία, όταν ήταν μόλις 9-10 ετών.

Χ.Λ.: Συγχαρητήρια!

Μ.Γ.: Συγχαρητήρια;  Δεν είμαι σίγουρος... Η μόνη μου ελπίδα είναι ότι ενδιαφέρεται για την πεζογραφία, εννοώ το μυθιστόρημα, περισσότερο απ' όσο για την ποίηση και ότι σκοπεύει να γράψει στα αγγλικά, ελπίζω λοιπόν ότι θα επιβιώσει. 

Χ.Λ.: Σας καταλαβαίνω.

Μ.Γ.: Έγραψα και γι' αυτό επίσης! Έδωσα μια ομιλία στο Μίσιγκαν και μίλησα για την "παράδοση" της οικογένειάς μου, γιατί ο ξάδερφός μου που ανέφερα είναι επίσης ο πρώτος μεταφραστής του Ναζίμ Χικμέτ στα αγγλικά. Είναι εκείνος που γνώρισε τον Χικμέτ στον αγγλόφωνο κόσμο. Κι αυτό γιατί, ως Κύπριος, δεν είχε πάρε-δώσε με την τουρκική πολιτική Αρχή. Δεν μπορούσαν να του κάνουν τίποτε. Δεν δημοσίευε στην Τουρκία και ζούσε στην Αγγλία. Και επίσης μετέφρασε δικά μου έργα, προτού πεθάνει, στα αγγλικά. Μίλησα στο Μίσιγκαν για τις σχέσεις της οικογένειάς μου, συμπεριλαμβάνοντας και τα πρόσφατα μέλη, και για το μάθημα που πήρα από αυτά: να μην εκπροσωπώ καμία ταυτότητα. Επειδή καθένας από αυτούς ταυτίστηκε με κάποια σημαία, ακόμη κι αν όλοι τους ήταν προοδευτικοί για την εποχή τους. Μα εγώ δεν θέλω να εκπροσωπώ την κυπριακή ταυτότητα: την εκπροσωπεί η αδερφή μου. Καταλαβαίνω ασφαλώς τον λόγο [που το κάνει], όμως θα ήθελα να είμαι ελεύθερος από ταυτότητες και προσπαθώ, τουλάχιστον, να είμαι χωρίς σημαία. Φανταστείτε: στα λογοτεχνικά πράγματα της Τουρκίας υπήρχε ένας κριτικός (στην πραγματικότητα ήταν ο γιος του Ναζίμ Χικμέτ), ένας από εκείνους στους οποίους άρεσαν τα ποιήματά μου και δημοσίευσε τη δουλειά μου, ο οποίος έλεγε ότι επειδή, κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, ο Χικμέτ ήταν απαγορευμένος στην Τουρκία, οι νεότερες γενιές μεγάλωσαν χωρίς να μπορούν να διαβάσουν αυτόν ή οποιονδήποτε άλλον αριστερό Τούρκο συγγραφέα και αυτό επηρέασε πολύ αρνητικά την τουρκική λογοτεχνία, την ποιητική παράδοση κ.λπ. Μερικοί από εκείνους τους αριστερούς συγγραφείς δραπέτευσαν τότε στη Βουλγαρία... Όμως αυτό δεν ίσχυε για μένα. Διάβασα όλο το έργο του Ναζίμ Χικμέτ όταν ήμουν ακόμη πολύ μικρός, στην Κύπρο. Το έργο του είχε εκδοθεί στη Βουλγαρία, επειδή οι Βούλγαροι Τούρκοι είναι πολύ ισχυροί, οπότε εξέδωσαν όλους τους αριστερούς Τούρκους συγγραφείς εκεί. Και η Βουλγαρική Πρεσβεία έφερε τα βιβλία δώρο στον πατέρα μου στην Κύπρο, επειδή ήταν δημοσιογράφος. Έτσι μπόρεσα να τους διαβάσω. Βλέπετε, έχω τέτοιου είδους διαφορές με τους συγγραφείς από την Τουρκία και επίσης γνωρίζω Έλληνες ποιητές. Έχω... 

Χ.Λ.: Διαφορετική άποψη.

Μ.Γ.: Ναι, και επίσης π.χ. ο ξάδερφός μου που έγραφε στα αγγλικά, χρησιμοποιούσε πιο οθωμανική γλώσσα, γιατί δεν έζησε την κάθαρση της τουρκικής γλώσσας, που εφαρμόστηκε πολύ αυστηρά στην Τουρκία. Όμως ο πατέρας μου μεγάλωσε στην Τουρκία και ήρθε στην Κύπρο αργότερα, στα 18 του. Η γλώσσα του ήταν η καθαρή γλώσσα της Κωνσταντινούπουλης, ενώ η γλώσσα της μητέρας μου ήταν η τουρκοκυπριακή της Λευκωσίας. Έτσι αισθάνομαι πολύγλωσσος και στα τουρκικά, υπό μία έννοια. 

Χ.Λ.:  Ο κ. Αϊναλής αναφέρει ότι ανήκετε στη λογοτεχνική γενιά του 1974.

M.Γ.: Ναι, έτσι τη λένε στην Κύπρο, προσπαθώντας να κάνουν μια γενίκευση. Και στην Τουρκία μιλούν για τη γενιά του 1980. Κάθε χώρα έχει τις δικές της γενιές που διευκολύνουν τους κριτικούς, όμως οι γενιές δεν κρατούν για δεκαετίες. 

Χ.Λ.: Μια τελευταία ερώτηση: είστε χαρούμενος που η δουλειά σας μεταφράστηκε στα ελληνικά; 

Μ.Γ.: Ασφαλώς και είμαι, ιδίως αφού η κύρια γλώσσα της χώρας μου είναι η ελληνική. Έχω μεταφραστεί σε 23 γλώσσες και μόλις τώρα με ανακάλυψαν και με μετέφρασαν στα ελληνικά. 

Χ.Λ.: Κάλλιο αργά παρά ποτέ. 

M.Γ.: Πράγματι. Και ελπίζω να θελήσουν να μεταφράσουν κι άλλα τμήματα του έργου μου. 

Χ.Λ.: Οπότε, αν σας ρωτήσω ποια είναι η πατρίδα σας, τι θα μου απαντήσετε; Ο κόσμος όλος; 

M.Γ.: Όχι, δεν θα ήταν αλήθεια. "Ο κόσμος όλος" είναι κάτι αφηρημένο. Πατρίδα είναι οπουδήποτε υπάρχει το τουρκικό και το ελληνικό στοιχείο. Σήμερα το πρωί ξύπνησα και κολύμπησα στο Παλαιό Φάληρο, ξέρετε... Αυτός είναι ο κόσμος μου.


Σημ.: Δείτε τη συνέντευξη και στα αγγλικά.


Στο Σπίτι της Κύπρου, στην παρουσίαση του βιβλίου του "Άγγελοι εκδικητές"
τον Σεπτέμβριο που μας πέρασε. Φωτογραφία: Στράτος Προύσαλης.

3 σχόλια:

  1. "Ακόμη κι αν βρίσκομαι σε κάποιο σημείο πολύ κοντά στα οδοφράγματα, δεν τα περνώ πεζός. Αλλά στους Κύπριους πάντοτε αρέσει να δραματοποιούν τα πράγματα και να εγείρουν τον οίκτο. Στη Λευκωσία οι Έλληνες και οι Τούρκοι εμφανίζονται ως κοσμοπολίτες. Γιατί να θυματοποιούμε τη Λευκωσία;"

    ΤΗΣ ΕΙΣΒΟΛΗΣ

    Είναι δύσκολο να πιστέψω
    πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας
    είναι δύσκολο να πιστέψω
    πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας
    *
    Πικρή θάλασσα της Κερύνειας
    που πρέπει ν’ αποσύρουμε πια
    τους στίχους που σου γράψαμε

    Κ. Μόντης

    Κα Λιναρδάκη, όσο νερό της λησμονιάς κι αν πιούμε, ο Αττίλας δεν καταπίνεται..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Έχετε δίκιο. Όταν έφυγα από τη συνέντευξη, σκεφτόμουν μήπως τελικά το να λες ότι δεν ανήκεις σε καμιά σημαία είναι απλώς βολικό... Αλλά όχι. Δεν έχουν υψηλούς τόνους οι δηλώσεις του Γιασίν και λέει πάντα "προσπαθώ". Μου θύμισε τις ιστορίες του παππού μου για την Κρήτη, την εποχή πριν την ανταλλαγή των πληθυσμών, τότε που συνυπήρχαν ειρηνικά Έλληνες, Τούρκοι και Εβραίοι. Μια τέτοια κατάσταση έχει κατά νου ο Γιασίν, γιατί σε μια τέτοια κατάσταση γεννήθηκε. Δεν έζησε την εισβολή από την πλευρά κανενός, έζησε τη διχασμένη πόλη σαν τετελεσμένη υπόθεση. Προς Θεού, δεν δικαιολογώ κανέναν και τίποτα. Και μάλιστα, επειδή κάνω μεταπτυχιακό στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου τα τελευταία χρόνια, έχω αυξημένη ευαισθησία στο συγκεκριμένο θέμα. Όμως υπενθυμίζω συνέχεια στον εαυτό μου ότι πρέπει να προσπαθούμε να βλέπουμε τα πράγματα με όσο γίνεται πιο αντικειμενική ματιά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Εμένα πάντως κάποια σημεία των λεγομένων του ούτε τόσο ουδέτερα μου φαίνονται ούτε τόσο αθώα.. Ναι, ας είμαστε όσο πιο αντικειμενικοί και καλόπιστοι γίνεται. Αλλά θύτες και θύματα δεν εξισώνονται. Και τέτοια εγκλήματα δεν παραγράφονται, κι ούτε ποτέ πρέπει να ξεχαστούν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή