Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

"Το κόκκινο κασκόλ" του Γιώργου Δουατζή



Στο Κόκκινο κασκόλ ο Γιώργος Δουατζής εκθέτει σε 67 ποιήματα μια αναζήτηση. Η συλλογή είναι εκτενής, η αναζήτηση επίσης. Η ποίηση ως μέσο έκφρασης και έκθεσης, αλλά ταυτόχρονα και ως εμπόδιό τους, ως αυθύπαρκτη κατά ένα τρόπο πραγματικότητα με την οποία ο ποιητής αναμετριέται και προσδιορίζεται, αυτοί είναι οι άξονες στους οποίους κινείται η συλλογή αυτή. 

Παράλληλα με την αναζήτηση που τον οδηγεί να εντοπίσει, ή τουλάχιστον να επιχειρήσει να εντοπίσει τις λέξεις εκείνες που θα αποδώσουν και θα «παγώσουν» το ακριβές συναίσθημα και την ριπή της σκέψης, υπάρχει και μια αναζήτηση σε τεχνικό επίπεδο που δίνει ως αποτέλεσμα μια ποίηση ελαστικών ορίων και με ευέλικτη μορφή. Υπάρχει μια αντισυμβατικότητα στον συνδυασμό ποίησης και πρόζας στο ίδιο κείμενο, μια κατά ένα τρόπο προσπάθεια επέκτασης των ορίων στα οποία κινείται ο ποιητικός λόγος, και παρόλο που ο Γιώργος Δουατζής δεν είναι ο πρώτος που επιχειρεί κάτι τέτοιο (θα έλεγα μάλιστα ότι τείνει να γίνει μια άτυπη «μόδα»), είναι γεγονός ότι δεν στερείται ενδιαφέροντος. 

Δεν είμαι σίγουρη ότι λύνει άλλα προβλήματα, όπως για παράδειγμα αυτό της παράδοξης εσωστρέφειας που κλείνει πόρτες αντί να τις ανοίγει, αλλά αυτή ευέλικτη μορφή είναι ένα ισχυρό θετικό στοιχείο. Στο Κόκκινο κασκόλ διαβάζει κανείς μια επίκαιρη ποίηση, είναι όμως κι αυτό σημείο των καιρών, αλλά και την αποτύπωση μιας πορείας προς μια πιθανή διέξοδο. Λογοτεχνική, εκφραστική, πολιτική ίσως κάποιες φορές. Το πρόβλημα για μένα είναι ότι σ’ αυτή την πορεία ο Γιώργος Δουατζής είναι κατά βάση μόνος, οι στίχοι του είναι κατά μια έννοια ένα προσωπικό στοίχημα εξόδου. Καθώς δοκιμάζει να ανιχνεύσει πού θα τον βγάλει η αναζήτηση έκφρασης συναισθημάτων και τεκταινομένων, εισβάλλουν στους στίχους του προσωπικοί συμβολισμοί εκ των πραγμάτων ανοίκειοι στον αναγνώστη. Συχνά γίνεται στους στίχους του παρατηρητής του ίδιου του εαυτού του, και το εννοώ αυτό με την καθαρά σκηνοθετική έννοια: το έργο που παίζεται έχει τον ίδιο πρωταγωνιστή και σκηνοθέτη. Ίσως να καταγράφει το ίχνος του για να μην χάνεται, έτσι τρομακτική και διαφανής που είναι η καθημερινότητα για όλους ή τουλάχιστον τους περισσότερους, όμως έτσι κλειδώνεται σε –αναγκαστικά- φορεμένα κλισέ που αφορούν ένα τοπίο λίγο-πολύ γνωστό.
Χωρίς την όποια υπέρβαση όμως, η πραγματικότητα πριν και μετά την ποίηση είναι η ίδια, και άρα η συλλογή… ατελέσφορη, για τον αναγνώστη έστω, που μπορεί να έχει ανάγκη να ακουμπήσει την σκέψη του σε ένα στίχο που θα αγγίξει την ψυχή του, όπως είχε γράψει κάπου ή κάπως έτσι η Χριστίνα η Λιναρδάκη πριν από καιρό. 

Η φωτογράφιση ή η απεικόνιση της πραγματικότητας έχει το προνόμιο να μιλάει στους σύγχρονούς της ανθρώπους με μια αμεσότητα που δεν έχει ανάγκη «ιστορικού» πλαισίου. Όταν ο Γιώργος Δουατζής γράφει:
με τους αδαείς που βυθίζουν τα παιδιά μας στην άγνοια
με τους ασελγούς πειραματιστές στο σώμα της Παιδείας[1]

όλοι γνωρίζουν τι εννοεί και για τι πράγμα μιλάει, χωρίς να χρειάζονται περαιτέρω εξηγήσεις. Το πρόβλημα που προκύπτει είναι σαφώς τα κλισέ. Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο να μιλήσει κανείς για πράγματα που ακούμε στις ειδήσεις κάθε μέρα με φρέσκο λεξιλόγιο και κυρίως με καινούριο «ιδεολόγιο». Εκεί προκύπτει η ανάγκη για την υπέρβαση, για την λέξη, τον συνδυασμό εκείνο που θα μας πάει όλους ένα βήμα πιο πέρα, που θα μας σπρώξει λίγο πιο κει. Η υπέρβαση που θα έθετε τις σκέψεις του αναγνώστη σε κίνηση είναι αυτό που λείπει από Το κόκκινο κασκόλ

Στους στίχους του Γιώργου Δουατζή, που πατάνε γερά στη γη, δεν υπάρχει αμφιβολία γι αυτό, λείπει ο φρέσκος αέρας. Αυτός που θα είναι αρκετά δυνατός για να τα σηκώσει όλα, να τα τινάξει από τα ξανά-ακουσμένα πράγματα και να τα αφήσει εκτεθειμένα στα μάτια μας στις πραγματικές τους, γυμνές διαστάσεις. Μπορεί αυτό που να λείπει στην πραγματικότητα που μας κυνηγάει όλους να είναι τελικά αυτό, η πιθανότητα και η δυνατότητα μιας εξιλέωσης.

Περίπατος[2]

Κι έτσι που με παιδεύουν οι λέξεις
πώς να ντυθεί το ποίημα
για τον νυχτερινό του περίπατο
πώς να ανθίσει η ετοιμόρροπη βουκαμβίλια
και πώς να σταματήσω το χρόνο
που αραιώνει συνεχώς άδειος από γεγονότα

Τρέχουν τα τραγούδια
από ψυχή σε ψυχή
για να γίνει ίσκιος ο πόνος
και να μπορεί όσο υπάρχω
να με ακολουθεί
από τραγούδι σε τραγούδι
μήπως κι έτσι πυκνώσει ο χρόνος

Τότε πιο καθαρός από καθαρός ο λόγος μου
για να μπορέσει να συναντηθεί με τον άλλο
και να μην πέσει στο απόλυτο κενό

Κρις Λιβανίου

[1] στ. 10-11, σελ. 10.
[2] σελ. 13.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου