Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

Μεταμοντέρνες σκέψεις


Ο αγαπητός Αντώνης Ζέρβας έδωσε μια φωτισμένη ομιλία περί μοντερνισμού σε εκδήλωση της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων που πραγματοποιήθηκε στη Στοά του Βιβλίου στις 28 και 29 Σεπτεμβρίου. Η ομιλία του ήταν εξαιρετική, με πολλές δυνητικές προεκτάσεις, τόσες που θα ήταν πραγματικά δύσκολο να αναμετρηθώ μαζί της και να τη σχολιάσω, όπως μου πρότεινε. Εξάλλου συμφωνώ με τις απόψεις του περί μοντερνισμού, ένα θέμα που γνωρίζει πολύ καλά ο ίδιος και μπορεί να ασκήσει κριτική επ' αυτού, όπως και κάνει. Θα ήθελα όμως να σταθώ σε ένα σημείο στο οποίο μίλησε για τον μεταμοντερνισμό, επειδή είναι ένα αντικείμενο που είχα ξεκινήσει να μελετώ όταν ήμουν ακόμη στο Πανεπιστήμιο και με ενδιαφέρει. Είπε λοιπόν ο Α. Ζέρβας:
«Σήμερα μιλάμε για μεταμοντερνισμό και αναφερόμαστε στην περίοδο που αρχίζει γύρω στη δεκαετία του ’70 και συνεχίζεται κακήν κακώς έως τις μέρες μας με χαρακτηριστικό γνώρισμα ότι όλα είναι αποδεκτά και απολύτως σχετικά. Δίδεται υπερβολική έμφαση στην τεχνολογία και την κοινωνική συμμετοχή στην Τέχνη, ενώ τα ίδια τα έργα από πνευματικής απόψεως είναι ως επί το πλείστον νηπιακού επιπέδου. Η λέξη μεταμοντέρνος δεν απαντά καν στο Λεξικό Μπαμπινιώτη».
Στην αρχή της ομιλίας του επισήμανε και το πρόβλημα, το οποίο έδωσε τα έναυσμα για την κριτική του: «η μεγάλη παράδοση των γραπτών κειμένων», είπε, «παύει πλέον να αποτελεί πηγή του αυτοκαθορισμού μας». Χωρίς αυτήν μένουμε ενεοί, ξεκρέμαστοι και άδειοι, θα μπορούσε να είχε πει περαιτέρω. Μοιάζει να θεωρεί τον μεταμοντερνισμό συνώνυμο του ρηχού και του τυχαίου, θα υποστηρίξω όμως πως μόνο κάτι τέτοιο δεν είναι.

Πατέρας της λέξης που δεν απαντά, του μεταμοντερνισμού (παρεμπιπτόντως το ΛΚΝ τη λημματογραφεί κανονικά), είναι ο Γάλλος φιλόσοφος Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ (Jean-François Lyotard), ο οποίος είπε ότι ο μεταμοντερνισμός απορρίπτει τις «μεγάλες αφηγήσεις» της πρόοδου και της τελειοποιησιμοτητας και υποστηρίζει το ενδεχομενικό και το μεταβατικό: «Απλοποιώντας υπερβολικά, μπορούμε να ορίσμουμε το μεταμοντέρνο ως τη δυσπιστία απέναντι στις μετααφηγήσεις».

Πρόκειται, ουσιαστικά, για δυσπιστία απέναντι στο μοντέρνο. Ο μεταμοντερνισμός φέρνει το τέλος της μονάδας (του εγώ) και της ψυχοπαθολογίας του (η υποκειμενικότητα παύει να είναι αυτοδύναμο πεδίο και συνάμα κλειστή περιοχή που αποκόπτει τον εαυτό από τον κόσμο γύρω και τον καταδικάζει στη μοναχικότητα), γεγονός που έχει μια σοβαρή παρενέργεια: το ύφος, με την έννοια του μοναδικού προσωπικού χαρακτηριστικού, φθάνει στο τέλος του.

Επιπλέον, τα μεταμοντέρνα κείμενα ακυρώνουν την πανταχού παρουσία ενός παντογνώστη αφηγητή, την ίδια ώρα που τα όρια ανάμεσα στα λογοτεχνικά είδη θολώνουν: ένα έργο είναι μυθιστόρημα ή ποίημα (βλ. π.χ. The Monkey’s Mask της Ντόροθι Πόρτερ), μυθιστόρημα ή συλλογή διηγημάτων (Lives of Girls and Women της βραβευμένης με Όσκαρ λογοτεχνίας Άλις Μανρό), μυθιστόρημα ή ιστορία (Shame του Σαλμάν Ρουσντί), μυθιστόρημα ή βιογραφία (Kepler του Τζων Μπάνβιλ); Δεν καθίσταται σαφές.

Όπως διατείνεται η Λίντα Χάτσιον (Linda Hutcheon, Theorizing the Postmodern: Towards a Poetics, 1988), η πιο ριζοσπαστική υπέρβαση ορίων αφορά τα όρια ανάμεσα στη μυθοπλασία και τη μη μυθοπλασία – κατ’ επέκταση ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή. Αυτό που λέει η Χάτσιον είναι ότι χρησιμοποιούνται τεχνικές που σκοπό έχουν να συνειδητοποιήσουμε εμείς οι αναγνώστες τις προσδοκίες μας και την αφελή μας εμπιστοσύνη σε μία κάθαρση ή ένα τέλος, το οποίο όμως δεν έρχεται ποτέ.

Τα μεταμοντέρνα κείμενα λειτουργούν επίσης ως ιδιάζουσες παρωδίες στη διακειμενική σχέση τους με τις παραδόσεις και τις συμβάσεις των εμπλεκόμενων ειδών. Απουσία τέλους, δεν υπάρχει προσδοκία ή επίκληση οποιασδήποτε συνέχειας κάτω από την κατακερματισμένη ηχώ του κειμένου. Αυτή η έλλειψη προσδοκίας, αυτή η ασυνέχεια εντέλει είναι στη ρίζα της ειρωνική, καθώς ενσωματώνει αλλά ταυτόχρονα αμφισβητεί αυτό που παρωδεί.

Γράφει η Χάτσιον γι’ αυτή την παραδοξική δομή: «Το κέντρο δεν αντέχει πια. Και από μια αποκεντρωμένη προοπτική, το “περιθωριακό” και αυτό που θα ονομάσω “εκ-κεντρικό” (είτε αφορά την τάξη, τη φυλή και το φύλο είτε τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την εθνικότητα) αποκτά μια νέα σημασία υπό το φως της σιωπηρής αναγνώρισης ότι η κουλτούρα μας δεν είναι στ’ αλήθεια ο ομοιογενής μονόλιθος (δηλαδή μεσοαστική, αντρική, ετεροφυλοφιλική, λευκή, δυτική) που είχαμε υποθέσει». Ο κόσμος σείεται συθέμελα.

Αυτός είναι ο μεταμοντερνισμός: η καθολική αμφισβήτηση του κόσμου όπως τον ξέρουμε. Και η ιστορία, την οποία ως κοινωνική συναίνεση ο ίδιος απορρίπτει, έχει αποδείξει επανειλημμένως ότι τέτοιου είδους ρωγμές στο συνεχές είναι που εγγυώνται την πρόοδο του κόσμου.


Χριστίνα Λιναρδάκη




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου