Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

Αντώνης Ζέρβας: τρία νέα πρωτοδημοσιευόμενα ποιήματά του

Ο Αντώνης Ζέρβας, φίλος του ιστολογίου μας, εκτός της ανθολογίας του που έχουμε επιμεληθεί, μας έκανε την τιμή να μας δώσει τρία νέα, αδημοσίευτα ποιήματά του. Τον ευχαριστούμε θερμά.



ΑΝΤΩΝΗΣ ΖΕΡΒΑΣ

ΤΡΙΑ ΝΕΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


γιὰ τὴ Στέλλα Καράτς


ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ ΜΙΑΣ ΗΣΥΧΗΣ ΝΥΚΤΟΣ
Ὅταν ὅλα καλὰ πηγαίνουν,
τί φόβος καὶ τρόμος ἀπὸ κάτω,
τί φόβος, κι ὁ τρόμος μέσα
ἐπειδὴ ὅλα καλὰ πηγαίνουν,
τί ἀγωνία μουλωχτή !

Κάτι ἀόρατο σὰν φίδι ποὺ ἕρπει διαρκῶς
πρὸς τὴ μεριά σου, ἕνας σκορπιός,
καθὼς ἀπολαμβάνεις τὸν καφὲ καὶ μειδιᾶς
γιατί καὶ σήμερα ὅλα καλὰ πηγαίνουν, κάλλιστα --
κι αἴφνης, «ἀπὸ τὸ πουθενά»,
ὁ γερανὸς ἀπέναντι σηκώνει ἀστραπιαίως
τὰ παρανόμως σταθμευμένα αὐτοκίνητα.

Δὲν ἦταν τὸ δικό σου !

Ποῦ νὰ βρεθοῦνε φίδια καὶ σκορπιοὶ στὴν πόλη !
Ὅλα πηγαίνουνε καλά,
ὅλα καλὰ πηγαίνουν σήμερα
Κι ἀπολαμβάνεις τὸν καφέ σου
στὴ σκιὰ μιᾶς μέρας ἡλιόλουστης,
ἐνῶ κάτι ποὺ ἕρπει τώρα μέσα σου
συρίζει διαρκῶς πὼς τίποτε δὲν διαρκεῖ
εἴτε καλὰ πηγαίνουν ὅλα, εἴτε δὲν πᾶνε διόλου.



ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ


Ὅλα μὲ κοιτοῦν κι ὅλα μοῦ μιλᾶνε
λένε συνεχῶς κι ἀσταμάτητα λαλοῦνε.
Ὅλα ἔχουν στόμα, λέξεις καὶ μιλιὰ
καὶ μιλᾶνε γιὰ τὰ ἴδια καὶ τὰ ἴδια
μὲ τὰ γνώριμα καὶ τὰ διαφορετικά:
κλάμματα, θυμοί, χαρές καὶ γέλια.

Ὅλα μοῦ μιλοῦν κι ὅλα ἐκτρέφουν λέξεις
ὣς κι ὁ φράκτης μὲ τὸ ἀναρριχητικὸ
πίσω ἀπ’τὴν ὀθόνη κάτι ἀπαγγέλλει
Ὅλα μὲ κοιτοῦν κι ὅλα μοῦ μιλάνε
ὣς τὸ τέλος ἀπ’ ἀρχῆς ἄνευ διακοπῆς
γιὰ τὰ ἴδια καὶ τὰ ἴδια τὰ παντοτεινά.

Κι ἄν σωπάσουν, ντρέπεται ἡ ἀγράμματη σιωπὴ
καὶ τὴν πιάνει νὰ μιλήσει καὶ νὰ ἐκφραστεῖ
ὅμοια καὶ ἴδια μὲ τὰ ἴδια τὰ γνωστά:
γέλια, καῦλες, κλάμματα, θυμοί, χαρὲς
καὶ σοῦ λέει καὶ μοῦ λέει ὣς κι ἡ ἀναλφάβητη σιωπὴ
ἴδια μὲ τὰ ἴδια κι ἄς ἠχοῦνε διαφορετικά.

Ὅλοι κι ὅλα μοῦ μιλοῦν καὶ λένε, λένε, λένε
ἡ χασούρα καὶ τὸ κέρδος, τὰ λεφτὰ καὶ τὸ ἐγὼ ἐγώ.



ΠΑΝΗΓΥΡΙΩΤΙΚΟ

Κορμιὰ δὲν ἔχουν τὰ σπαθιά, κορμιὰ θ’ἀναζητᾶνε.
Τὰ βόλια εἶναι γιὰ νὰ μπήγονται, καυτά,
νὰ καῖν’ τὸ αἷμα τοῦ ἀνθρώπου.

Δὲν γίνεται φῶς στὰ μαλακά, καὶ στὸν ἀποξεχασμό της
σαρκάζει ἡ ζωὴ χωρὶς τὸ φονικὸ μὲς στ’ἄγριο μεσημέρι,
ἅμα δὲν γίνει γόος ἡ χαρὰ καὶ ἡ χαρὰ μιὰ δίνη.

Γράφε καὶ ξέγραφε μαζὶ σκυφτὸς στὴ μαύρη Ἀρκαδία*.
Κρύβε κι ἀφάνιζε ὣς νὰ σιμώσει ἡ ὥρα.
Σαπίζει ὅ,τι ξέμεινε ἀπ’ τὰ εἰρηνικὰ καὶ αἰώνια.


* Nigri colles Arcadiae: οἱ μαῦροι λόφοι τῆς Ἀρκαδίας, Ὁρ. Ὠδὲς IV, XII, 11-12.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου