Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2016

Επιλογή και χρήση των λέξεων στην ποίηση

Η συχνή κάποτε διερώτηση περί του αν πράγματι υπάρχουν "συνηθισμένες" ή "ασυνήθιστες" λέξεις για την ποίηση και, ακόμα, περί του κατά πόσον είναι "εγκεκριμένη" η χρήση των δευτέρων κατά την συγγραφή, καθίσταται αν όχι εκ των πραγμάτων «άνευ νοήματος» (πολλοί θα αναρωτιούνται διαιωνίως για τέτοια πράγματα), τότε σίγουρα, και δεδομένης της ιστορικής εμπειρίας της λογοτεχνίας, ως "περιττή" , όπως κάθε διερώτηση που έχει απαντηθεί στην ποιητική πράξη εδώ και αιώνες (πάμπολλα τα παραδείγματα μειζόνων ποιητών που χρησιμοποιούσαν στην γραφή τους ό,τι γούσταρε η ψυχή τους χωρίς να νοιάζονται για τίποτε!).

Επιπλέον, ένα τέτοιο ερώτημα είναι, αν μπορεί να το πει κανείς έτσι, "δικέφαλο": μπορεί να τίθεται προς όφελος του ενός αλλά και του άλλου σκέλους του. Υπέρ της μη χρήσης ή της χρήσης "ασυνηθίστων" λέξεων. Θέλω να πω, δηλαδή, πως από λογική άποψη μπορεί κάποιος να απαντήσει "όχι δεν υπάρχουν συνηθισμένες και ασυνήθιστες λέξεις για την ποίηση" είτε είναι υπέρ της χρήσης των "ασυνηθίστων" είτε όχι! Στην πρώτη περίπτωση, η διαπίστωση εκφέρεται με μιαν αξιολογική-εξισωτική έννοια υπονοώντας ότι οι συνηθισμένες λέξεις κάλλιστα μπορεί να καθίστανται ασυνήθιστες στην ποίηση και ως εκ τούτου δεν υπάρχει χρεία προσφυγής σε ασυνήθιστες εκ χρηστικής απόψεως λέξεις, ενώ στην δεύτερη περίπτωση, η διαπίστωση εκφέρεται με προκρινόμενο τρόπο, τουτέστιν, εννοώντας ότι οι εκ χρηστικής απόψεως «ασυνήθιστες» λέξεις, φαινομενικώς και μόνον είναι ή φαντάζουν τέτοιες, στο βαθμό που το εννοιολογικό ζεύγος «συνηθισμένο-ασυνήθιστο» δεν προσφέρεται άπαξ στην ανθρωπότητα αλλά αλλάζει ιστορικά, και, ακόμα, δεν εκλαμβάνεται ποιοτικώς με τον ίδιον τρόπο από όλους τους ανθρώπους. Κάτι που είναι ασυνήθιστο για κάποιον, κάλλιστα μπορεί να είναι συνηθισμένο για άλλον.

Αν το ερώτημα, συνεπώς, τίθεται μαζί με την a priori αποστροφή ή αποτροπή της χρήσης των -υποτίθεται- "ασυνηθίστων" λέξεων, τότε πέρα από την ιστορική εμπειρία που διαψεύδει και καταρρίπτει αυτή την αποστροφή όταν ξεφεύγει από τα όρια της προσωπικής προτίμησης και αιτιάται πρόθεση καθολικότερου "δόγματος", υπάρχει και κάτι άλλο εξ ίσου σοβαρό ως εναντίωση και διάψευση, το οποίο, μάλιστα, μπορούμε να το εξειδικεύσουμε στην δική μας γλώσσα ως εξής:

"Ασυνήθιστες" λέξεις, σήμερα, για ποιαν ελληνική ακριβώς; μια "μέση" ελληνική των 5000-8000 λέξεων, μια διαδικτυακή-παρακμιακή των 1000-3000 λέξεων, ή τα ελληνικά ενός ανθρώπου που τύγχανει να έχει ένα πλούσιο λεξιλόγιο μέσα στο κεφάλι του;

Θέλω να πω δηλαδή, το εξής απλούστερο απ’όσον φαίνεται: από πού και ως πού θα κόψουμε και θα ράψουμε μια ελληνική "κοινή" για όλους, και μάλιστα στην ποιητική επικράτεια, όπου η γλώσσα αποτελεί όχι μόνον ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΣΗ (με κάθε έννοια) , αλλά έτσι κι αλλιώς είναι το Α και το Ω (από την άποψη κυρίως της ανάπτυξης και της «σημαντικότητας») για κάθε καλλιτεχνική του είδους δημιουργία;

Σίγουρα, αυτό που θα μπορούσε κάποιος να πει με ασφάλεια είναι ότι δεν υπάρχουν "ασυνήθιστες" και "συνηθισμένες" λέξεις στην γλώσσα. Υπάρχει όμως κάτι άλλο: "συνηθισμένη", ανεπτυγμένη ή εξαιρετικά ανεπτυγμένη γνώση αυτής της γλώσσας από πλευράς λεξιλογίου τουλάχιστον (η σύνταξη στην ποίηση είναι άλλο θέμα και δεν είναι υποχρεωμένη να ακολουθεί τους κανόνες, αλλά πρωτίστως τις προσταγές του ρυθμού, της ηχομορφικής, της εννοιολογίας ή οποιασδήποτε άλλης σκοπιμότητας κρίνει ο ποιητής ως πρωτεύουσα).


Περαιτέρω, αν η ποιητική έκφραση ώφειλε κατά κάποιον τρόπον να "προσαρμοστεί" στην μέση, «κοινή» ή διαδικτυακή ελληνική, τότε αίρεται αυτομάτως ο λόγος ύπαρξης της ίδιας της ποίησης, ο οποίος δεν εντοπίζεται πουθενά αλλού παρά στην δυνατότητα λειτουργίας της σε κάτι πολύ πέραν ή και "αντίθετο" (με την φιλοσοφική σημασία) του καθημερινού λόγου. Σε περίπτωση λοιπόν ψυχαναγκαστικής (και όχι ηθελημένης-σκόπιμης) "προσαρμογής" της σε ένα "κοινό" ή "κοινότερο" λεξιλόγιο, παύει τότε να είναι ποίηση, στο βαθμό που ταυτίζεται πλέον οριστικά με έναν καθημερινό λόγο. Όμως η ποίηση είναι διάφορη ή και πλήρως αντίθετη του καθημερινού λόγου και αυτή η ιδιότητά της είναι ουσιαστική, όχι περιστασιακή. Έχουμε επομένως σε μια τέτοια περίπτωση contradictio in terminis, και το πρωταρχικό ερώτημα (ιδωμένο από την πλευρά της "αποστροφής") κρίνεται κατά συνέπεια άτοπον, χωρίς κανένα εννοιολογικό θεμέλιο να το υποστηρίζει.

Η δε ένσταση όσον έχει να κάνει με την πιθανολογουμένως ανεπαρκή ή ελλιπή γνώση της ελληνικής από την πλευρά του αναγνώστη, έτσι ώστε τελικώς να δυσχεραίνεται η ανάγνωση του ποιήματος, είναι τουλάχιστον υπερβολική, αν όχι ανόητη. Κανένας νόμος δεν απαγορεύει σε αναγνώστη ενός όχι και τόσον επαρκούς λεξιλογίου , να ψάχνει άγνωστες ή μη εύκολα αναγνωρίσιμες λέξεις στο λεξικό του κατά την διάρκεια μιας ανάγνωσης.

Ο όλος προβληματισμός που ενίσταται στην χρήση "ασυνηθίστων" λέξεων, θα έλεγε κανείς, πως δεν είναι τίποτε περισσότερον από λαϊκιστική ρητορική (αυθ)υποβολής, τόσον άτοπη, όσον και κυρίως, -όπως ήδη προελέχθη- απαντηθείσα κατά μείζονα λόγο από την ιστορική εμπειρία, σύμφωνα με την οποία πλήθη ποιητών αρνήθηκαν στην "πράξη" να συμβιβαστούν με μια δεδομένη μορφή της γλώσσας τους και έγραφαν χειριζόμενοι όποιες λέξεις ήθελαν κατά περίσταση και σκοπιμότητα.

Η ποίηση εξ άλλου, δεν ακολουθεί την γλώσσα, αλλά είναι εκείνη ακριβώς που ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ, κατά μία πολύ ζωτική έννοια γραφής, την γλώσσα! Ο ποιητής που θέλει να είναι αυθεντικός, δεν προσαρμόζεται σε κανένα a priori δεδομένο ιδίωμα. Δημιουργεί ο ίδιος την ποιητική γλώσσα έκφρασής του. Μα αν κάτι θεωρείται ως "κοινό" στην χρήση σε μια ορισμένη εποχή, ένας λόγος περαιτέρω για να το υπερβεί, στον βαθμό που ο καθημερινός λόγος (και κατά μία πολύ σχετική έννοια η πεζογραφία) προσφέρεται καταλλήλως για την όποια χρήση αυτού. Η ποίηση ωστόσο διαφοροποιείται σημαντικά από την καθημερινή ομιλία και εννοιολογία ή πολλές φορές εμμένει στον αντίθετο πόλο τους.

Το ζητούμενο, συνεπώς, είναι ένα και μόνον: κατά πόσον οι όσες και όποιες -υποτίθεται- "ασυνήθιστες" λέξεις στην ποιητική ενός ποιητή, ΑΦΟΜΟΙΩΝΟΝΤΑΙ σωστά στο σύνολο corpus της γραφής του ή στο corpus ενός συγκεκριμένου ποιήματος. Όμως και αυτό ποικίλλει, γιατί δύσκολα μπορείς να γενικεύσεις αυτό το ερώτημα όταν οι σκοπιμότητες πολλές φορές ποικίλλουν και αυτές. Για παράδειγμα, κάποτε είναι επιθυμητό και ένα είδος "θεατρικής" μη-"αφομοίωσης" μιας λέξης μέσα σε ένα ποίημα !

Ούτε έχει νόημα να γράφει ένας ποιητής με το λεξικό ανοιχτό (χωρίς να είναι φυσικά κακό αυτό ή να το απαγορεύει κάποιος άγραφος νόμος). Είναι καλύτερον όμως να γραφεί ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ με τα όσα ελληνικά, πλούσια ή λιγότερο πλούσια, διαθέτει, γιατί το αποτέλεσμα θα είναι σαφώς επιτυχέστερο, αν δεν μεσολαβεί -τις περισσότερες φορές ακάρπως- ένας χρόνος "κατεργασίας" και "αφομοίωσης" μιας καινούργιας λέξης που εμπίπτει σε μια πρώτη γνωστική εντύπωσή του κατά την στιγμή της ποιητικής δημιουργίας, αλλά κάθε κατεργασία και αφομοίωση είναι ήδη προϋπάρχουσες στην νοητική εμπειρία του ενώπιον κάθε λέξης που χρησιμοποιεί κατά την συγγραφή.

Όπως και να έχει, δεν υπάρχουν συνηθισμένες ή ασυνήθιστες λέξεις σε μια ποίηση. Υπάρχει μόνον συνηθισμένη και ασυνήθιστη ποίηση. Ποίηση, δηλαδή, που ακολουθεί μια ήδη πεπατημένη οδό και ποίηση που χαράζει καινούργιους δρόμους, ή τουλάχιστον αποπειράται κάτι τέτοιο. Όμως αυτό, είναι κάτι που ξεπερνάει κατά πολύ το ζήτημα των λέξεων και ανάγεται στον συνολικότερο πνευματικό κόσμο ενός ποιητή.

Επειδή η ποίηση, μπορεί μεν να γράφεται με λέξεις, όμως το πολυτιμότερο μέρος της βρίσκεται έξω από τις λέξεις. Στο βαθμό, τελικώς, που το ποίημα δεν είναι τίποτε άλλο κάθε φορά, σε κάθε μέρος του, σε κάθε στίχο του, πιθανώς σε κάθε λέξη του, από μια επικίνδυνη ισορροπία με την σιωπή. Και εδώ δεν μπορεί παρά να προβάλλει μια ουσιώδης -αν όχι η πιο ουσιώδης- ιδιότητα της ποίησης.

Διονύσιος Πλατανιάς



4 σχόλια:

  1. Στις 26/9 ανέβασα μία ανάρτηση που θριαμβολογούσε για την εγκατάλειψη της χρήσης περίπλοκων φράσεων στη σύγχρονη ποίηση και για την τάση των νέων ποιητών να χρησιμοποιούν λέξεις της καθημερινής, χρηστικής γλώσσας ξαναβαπτίζοντάς τες σε νέο πλαίσιο. Όταν οι ποιητές μας γράφουν "σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις" (Αναγνωστάκης) ή "η ποίηση είναι ένα ζαχαρωμένο βότσαλο πάνω που θα'χεις γλυκαθεί να σπας τα δόντια σου" (Χιόνης) δεν χρησιμοποιούν δύσκολες ή ασυνήθιστες λέξεις, είναι η συμφραστική τους δύναμη που τις νοηματοδοτεί εκ νέου, έτσι ώστε να μη χρειάζεται να καταφεύγει πια ο ποιητής σε φραστικά σχήματα-πυροτεχνήματα, όπως το "πυρσούς ανάσβεστους" ή το "λόγους καρδιάς και στόχασης ευφρόσυνους". Έχουν και αυτά την ομορφιά τους, όμως γλωσσική επάρκεια σημαίνει άλλο πράγμα.

    Οι νέοι συνδυασμοί, χωρίς να υστερούν σε γλωσσική επάρκεια, διευκολύνουν την ισορροπία έναντι της σιωπής: προκαλούν την έκπληξη και τον στοχασμό του αναγνώστη, άρα τη σιωπή του μέχρι να συνειδητοποιήσει τι ήταν αυτό που μόλις διάβασε. Και πιστεύω ακράδανατα πως μέσα σε αυτή τη σιωπή είναι που κρύβεται το ποίημα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Διονύσιος Πλατανιάς7 Οκτωβρίου 2016 - 2:45 π.μ.

    Σας ευχαριστώ, κυρία Λιναρδάκη, για την ανάρτηση όπως επίσης και για την προτροπή σε διάλογο, στην οποία και σπεύδω να ανταποκριθώ.

    Κατ' αρχάς, θα ήθελα να γίνει φανερό ακόμα περισσότερον ένα πράγμα. Στο κείμενο δεν δηλώνεται ένα απόλυτο "υπέρ" ή "κατά" της χρήσης "ασυνηθίστων" λέξεων στην ποίηση (όπως και αν τις εκλαμβάνει ο καθένας, πράγμα εξαιρετικά δυσιάκριτο και σίγουρα όχι καθολικό), αλλά δηλώνεται η επιθυμία άρσης ενός αδιεξόδου ¨είτε-είτε" σε αυτό το συγκεκριμένο ζήτημα.
    Άλλωστε, και όπως προσέξατε, μια τέτοια χρήση δικαίωνεται μόνον στον βαθμό που επισυμβαίνει λειτουργική αφομοίωση τέτοιων λέξεων σε ένα ποίημα, και κυρίως, -μπορώ να προσθέσω εδώ- όταν αυτή η χρήση συμβιώνει χωρίς προβλήματα με το σύνολο στυλ ή ύφος ενός ποιητή.

    Από εκεί και πέρα, έχω την εντύπωση πως δεν μπορούμε να ανάγουμε μόνον -για παράδειγμα- 10.000 λέξεις σε ουσιώδεις ή λειτουργικές για την ποίηση, και να ξεγράψουμε πάνω από 100.000 επιπλέον λέξεις που ενυπάρχουν στην γλώσσα μας. Με μια τέτοια διαπίστωση θα υποτιμούσαμε σοβαρά ή θα εξευτελίζαμε την σύνολη ελληνική γλώσσα. Υπάρχει κάποιος λόγος που ένας τέτοιος πλούτος λέξεων υφίσταται, και αυτός ο πλούτος προκύπτει πρωτίστως εννοιολογικός-νοηματολογικός και όχι άλλου είδους.

    Πλουσιότερη γλώσσα σημαίνει πλουσιότερη σκέψη, τουτέστιν μεγαλύτερη διαφοροποίηση και πολύ πιο ακριβής κατανομή των εννοιών ανά περίσταση ζωής.

    Το ποιητικό φαινόμενο συνδέεται στενά με κάθε γλωσσική προφάνεια και, κατά την γνώμη μου, δεν μπορεί να "αράξει" σε ένα μικρότερο λεξιλόγιο, την στιγμή μάλιστα που η ίδια η γλώσσα (σε αυτή την περίπτωση) του προσφέρει σημαντικές δυνατότητες έκφρασης και ανάπτυξης!

    Όσον για το αν κάποιοι ποιητές, ή μια τάση ή γενιά κλπ. μπορεί να εκφράζει μια συγκεκριμένη προτίμηση επί τέτοιων θεμάτων, αυτό προσωπικά το βρίσκω απόλυτα φυσιολογικό και καθόλου κακό.

    Το κακό έρχεται πάντα (αν έλθει) αργότερα υπό την μορφή του δόγματος. Τουτέστιν, ένα ακόμα "είτε-είτε". Και αυτή είναι η παγίδα που πρέπει πάντοτε να αποφεύγουμε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Όλες αυτές οι (πολύ σωστές) παρατηρήσεις δεν ισχύουν μόνο για την ποίηση, ισχύουν για την εκφορά του λόγου σε όλες του τις μορφές. Το "κακό" της εκτεταμένης γλωσσικής έκπτωσης πρέπει ίσως να αναζητηθεί στην περιώνυμη γενιά του '70 που καθαγίασε τη χρήση του καθημερινού λόγου στην ποίηση.

    Προσωπικά όμως φοβάμαι ότι μια αναδίπλωση με σκοπό την αποφυγή του φαινομένου μπορεί να προκαλέσει... παρενέργειες και να βρεθούμε να διαβάζουμε ποιήματα που μοιάζουν με εκκλησιαστικά τροπάρια!

    Από την άλλη, όλη αυτή η ζούγκλα από περισπούδαστες λέξεις που ήταν ίδιον παλαιότερων σταδίων της ποίησης οδηγούσε και αυτή σε απώλεια του νοήματος.

    Το ζητούμενο λοιπόν είναι να λέμε κάτι με σημασία ΚΑΙ να το λέμε ωραία. Αλλά να μην αναζητούμε αυτή τη θαυμαστή ισορροπία δογματικά; Οι παθιασμένοι αναγνώστες δεν μπορούν να μην έχουν δόγματα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Διονύσιος Πλατανιάς7 Οκτωβρίου 2016 - 10:44 π.μ.

    Καταλαβαίνω αυτό που λέτε περί ενδεχομένου κινδύνου η ποίηση να παραπέμπει συνολικώς σε προηγούμενα μορφώματα της γλώσσας μας, αλλά θα σας έλεγα αυτό :
    δεν αναμένεται κάτι τέτοιο εύκολα, στο βαθμό που σπάνια παρατηρείται εξ ίσου "συνολικώς", ει μη εν μέρει και εν ποιότητι λόγου με μιαν ορισμένη σκοπιμότητα. Κυρίως "εκλεκτική" σκοπιμότητα.

    Θέλω να πω δηλαδή πως τόσον για τον καθημερινό λόγο όσον και για τον ποιητικό λόγο, είναι σχεδόν αδύνατον η γλώσσα να πισωγυρίσει εξ ολοκλήρου σε προηγούμενα γλωσσικά μορφώματα.

    Αυτό που συμβαίνει στην ποίηση (και πολύ πιο μακροπρόθεσμα στον καθημερινό λόγο, μιας και ο δεύτερος έπεται πάντα του ποιητικού λόγου), είναι εκλεκτικές μίξεις, ειδικές καταχωρήσεις, ιδιαίτερο λεξιλόγιο ανά περιστάσεις, και στο βαθμό που μιλάμε συνολικότερα για το ιδίωμα και γλωσσικό ύφος ενός ποιητή -ο οποίος επιθυμεί να χρησιμοποιεί πλατύτερο λεξιλόγιο-, είναι ζητούμενη μια αφομοίωση της διαχρονικότητας της ελληνικής γλώσσας σε ένα όσον το δυνατόν πιο λειτουργικό και ομογενές σύνολο.
    Και οι λόγοι για κάτι τέτοιο, είναι δύο: πολλές μη "καθημερινές" κατ' έθος λέξεις είναι ανεπανάληπτες και δεν αντικαθίστανται εύκολα από καθημερινότερες λέξεις παρά σε μια κατά πολύ πιο πτωχευμένη εννοιολογικώς εκδοχή τους, και ακόμα, έχει νόημα ο ποιητικός λόγος να μην παρουσιάζει ιδιαίτερα μεγάλο χάσμα ως προς τον συνολικότερο πλούτο της ελληνικής.

    Εικάζεται συχνά ότι ο καθημερινότερος λόγος στην ποίηση επιφέρει και μια πιο άμεση αναπαράσταση της ζωής. Δεν είμαι σίγουρος γι' αυτό, χωρίς φυσικά να το αποκλείω. Αυτό μπορεί να συμβαίνει ή να μην συμβαίνει ανά περιστάσεις, αλλά δείτε πόσοι τόνοι και τόσοι "καθημερινότερης" ποίησης στην χώρα μας τόσα χρόνια εν τέλει δεν είχαν να πουν κάτι ουσιαστικό (υπήρξαν φυσικά και καίριες-αξιόλογες ποιήσεις του είδους).
    Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι η πιο καθημερινόλεκτη ποίηση πρέπει να υποχωρήσει. Όλα μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς περιττές αντιπαλότητες.

    Για να το πω πιο ωμά, όλα "παίζονται", αλλά πλέον όχι στις λεκτικές προτιμήσεις αλλά στον πνευματικό κόσμο ενός ποιητή. Αυτός ο ιδιαίτερος όπως πάντα κόσμος μόνον μπορεί να κάνει μια επιλογή επιτυχημένη και όχι η ίδια η επιλογή.

    Όσο για τα δόγματα, αυτά μπορεί να τα έχει ή να μην τα έχει ένας αναγνώστης προσχηματισμένα, όμως εγώ προσωπικά θα προτιμούσα τις (αναπόφευκτες έτσι κι αλλιώς) υποκειμενικές προτιμήσεις εκ των έσω, και την "δεκτικότητα" προς τα έξω .

    ΑπάντησηΔιαγραφή