Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

"Ο Ιππότης των 100 προσευχών", πρωτοδημοσιευόμενο κείμενο του Απόστολου Σπυράκη

«Φεύγω για την Αθήνα, δεν ξέρω πότε θα γυρίσω», του είχε πει, έτσι στο άσχετο, είχαν μαλώσει λίγο βέβαια αλλά όχι τίποτα σημαντικό, κάτι την είχε πιάσει τελευταία, φερόταν αλλοπρόσαλλα. Έμεινε μόνος, ήταν Σαββατοκύριακο, δεν ήξερε τι να κάνει, τον έπιασε μια μελαγχολία απίστευτη, αυτά τα ξαφνικά που του έκανε πάντα τον σκότωναν, εκεί που νόμιζε ότι όλα πήγαιναν καλά κι ότι μπορούσε να χαλαρώσει λίγο, εκεί σαν να τον περίμενε αυτή, κάτι θα του έκανε και θα τον έριχνε στα τάρταρα κι άντε να βγεις από κει κάτω.

Έπρεπε κάτι να κάνει, κάπως να περάσει την ώρα μέχρι να του φύγει εκείνο το ασήκωτο βάρος από μέσα του, ήθελε να της τηλεφωνήσει αλλά ό,τι και να έκανε εκείνη δεν θα άλλαζε γνώμη, την ήξερε, αποφάσισε να πάει να δει τον πατέρα του στο νοσοκομείο, ο γέρος δεν ήταν καλά εδώ και καιρό, το αλτσχάιμερ προχωρούσε καλπάζοντας, μετά το εγκεφαλικό ήταν στα τελευταία του, το μυαλό του πρέπει να είχε γίνει κόσκινο. Τον βρήκε να κοιμάται σ έναν έρημο θάλαμο, στον τοίχο απέναντι του μια τηλεόραση έπαιζε ένα έργο, δυο στρατοί συγκρούονταν μέσα σε μια κόλαση από σκόνη, κανείς έβλεπε εκείνο το έργο, αλλά οι πολεμιστές και οι στρατοί συνέχιζαν να πολεμούν σα να ήταν στον δικό τους κόσμο και δεν έδιναν δεκάρα για το τι γίνεται τριγύρω. Διόρθωσε λίγο τα σεντόνια που κρέμονταν και περίμενε τον πατέρα του να ξυπνήσει. Μετά από λίγο μπήκαν στο θάλαμο δυο γυναίκες που πρόσεχαν μια γριά κοκκαλιάρα μέναν ορό στο χέρι καρφωμένο, μιλούσαν ψιθυριστά, η μια απ’ αυτές φορούσε τρία δαχτυλίδια στο ένα της χέρι κι είχε τα μαλλιά της βαμμένα κάπως παρδαλά. Οι δυο γυναίκες βολεύτηκαν σε κάτι καρέκλες σε μια γωνιά του δωματίου κι άρχισαν να λένε για το χωριό τους που είχε πολύ υγρασία, ήταν πίσω από κάποιο βουνό σε μια κοιλάδα που είχε το δικό της μικροκλίμα κι όλη την ώρα μια ομίχλη σκέπαζε σαν κουβέρτα εκείνο το μέρος.

Άκουγε την περίεργη γυναίκα με τα τρία δαχτυλίδια και προσπαθούσε να φανταστεί το σκεπασμένο απ’ την υγρασία χωριό όταν εκείνη τον πήρε τηλέφωνοΤι κάνεις;», αυτή ήταν η στάνταρ τακτική της, να τον ψαρεύει για να δει αν του λείπει, κι αν τον έχει αναστατώσει, κι αν τυραννιέται, αν τον πείραξε που έφυγε, αν υποφέρει (αυτό ήταν το καλύτερο της). «Όλα καλά» της είπε, δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι τον είχε κάνει κομμάτια, «Πότε γυρίζεις;» - «A, δεν ξέρω, πολύ ήρεμο σε βρίσκω» του είπε αυτή κι έκλεισε γρήγορα το τηλέφωνο. «Θε μου, μια στιγμή ακόμα δεν μπορούσε να περιμένει σκέφτηκε μέσα του, έστω κι αυτή η μικρή συνομιλία όμως τον είχε κάνει να νιώσει καλύτερα.

Τη νύχτα κοιμήθηκε στο νοσοκομείο, η παρουσία κάποιων ανθρώπων ακόμα κι αν δεν του λέγανε τίποτα μετρίαζε κάπως την αγωνία του, ο πατέρας του ξύπνησε μια στιγμή, τον κοίταξε περίεργα σαν να έλεγε «ποιος στο διάβολο είσαι συ!» κι ύστερα ξανακύλησε στο λήθαργο του. Δοκίμασε να ξαπλώσει σ ένα άδειο κρεβάτι που βρήκε, απ’ το παράθυρο έβλεπε τα φύλλα των δέντρων που πήγαιναν πέρα δώθε, ένας αέρας είχε αρχίσει να φυσά. Όπως δεν μπορούσε να ησυχάσει, άκουγε τις γυναίκες που κάθονταν στη γωνιά του θαλάμου να μιλούν σιγανά, εκείνη με τα τρία δαχτυλίδια έλεγε κάτι για τα παλιά σπίτια, φαινόταν να ξέρει ένα σωρό πράγματα σχετικά, μιλούσε για στέγες, θεμέλια, πατώματα, για κάποιο παλιό διώροφο με τοίχους πολύ χοντρούς, καμωμένους από πέτρα κι ένα μίγμα λάσπης πολύ δυνατό, όλα τα σπίτια σ εκείνο το χωριό με την ομίχλη την ίδια κατασκευή είχανε, ήταν πετρόκτιστα. Οι κάτοικοι εκεί πέρα είχαν φήμη ότι ήταν καλοί λιθοξόοι, πετράδες, το βουνό εκεί κοντά έβγαζε μια πέτρα εξαιρετικής ποιότητας, γρανίτη ή κάτι τέτοιο που δεν καταλάβαινε τίποτα, λέγανε ότι τα κτίσματα που έφτιαχναν μ’ εκείνη την πέτρα ήταν πολύ δροσερά το καλοκαίρι και πολύ ζεστά το χειμώνα επειδή οι χοντροί τοίχοι ήταν το τέλειο μονωτικό, βέβαια ήταν παγωμένα τις κρύες μέρες γιατί ο βοριάς όταν φυσούσε έμπαινε απ’ τα πατώματα και τα παράθυρα που δεν μπορούσαν να τα σφραγίσουν καλά. Πολλές φορές έφτιαχναν το στάβλο κάτω από το σπίτι επειδή τα ζώα έστελναν τη ζέστη προς τα πάνω κι έτσι είχαν μια πηγή θερμότητας, γιατί μόνο το τζάκι τι να σου κάνει. Ολόκληρη εκείνη η περιοχή που σκεπαζόντανε απ’ την ομίχλη είχε κτίσματα παλιά, ερείπια από πύργους και κάστρα έβλεπες παντού, μάλιστα λέγανε ότι παρόλο που εκείνα τα παλιά κάστρα ήταν χτισμένα με λάσπη πρωτόγονη δεν μπορούσες να χώσεις ούτε βελόνα μέσα τους, τόσο σφιχτά καμωμένα ήτανε. Του άρεσε πολύ εκείνη η συζήτηση, έκανε την ώρα να περνά ήσυχα στον σκοτεινό θάλαμο και τον βοηθούσε να ξεχαστεί, σηκώθηκε μια στιγμή να δει πως είναι ο πατέρας του από δίπλα, τα μάτια του γέρου ήταν ανοιχτά, φαινόταν συγκεντρωμένος σα να αφουγκράζονταν κάτι, ίσως είχε ακούσει κι εκείνος τη συζήτηση και την είχε βρει ενδιαφέρουσα…

Ξημερώματα έφυγε από κει, την ώρα που οι πρωινές νοσοκόμες χασμουριόνταν, όλη νύχτα εκείνες οι γυναίκες δεν είχαν σταματήσει να μιλούν, από ένα σημείο και μετά λέγανε για κάτι κοπάδια ζώων που τα βοσκούσαν έξω απ’ την πόλη, παλιά που δεν υπήρχαν πολλοί δρόμοι κι οι άντρες τους κοιμόταν στο ύπαιθρο. Στην αυλή του νοσοκομείου, όπως ήταν ζαλισμένος απ’ τις νυχτερινές διηγήσεις, ακόμα δεν μπορούσε να βρει το αμάξι του, εκείνες τις μέρες του το είχε φέρει ένα φίλος απ’ το εξωτερικό και δεν το είχε συνηθίσει ακόμα, γύρευε το παλιό, τελικά το βρήκε. Όπως οδηγούσε, δοκίμασε να βάλει μουσική για να ξυπνήσει, παίζοντας με τα κουμπιά είδε ότι μέσα στη θήκη υπήρχε ένα σι ντι που δεν ήταν δικό του, πώς είχε βρεθεί εκεί μέσα, ο προηγούμενος ιδιοκτήτης θα το είχε ξεχάσει, τι να άκουγε άραγε;

Του έριξε μια ματιά, ήταν κάπως ασυνήθιστα γυαλιστερό, σε μια γωνιά με πολύ λεπτά γράμματα ήταν κάτι γραμμένο που δεν μπορούσε να καταλάβει. Δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο, το ψηλάφισε λίγο, και μετά το έσπρωξε στο μηχάνημα, στα ηχεία ακούστηκε πρώτα κάτι σαν βουητό κι ύστερα ένας ήχος περίεργος, ολότελα διαφορετικός απ’ ότι είχε ακούσει ποτέ, ένα πράγμα υπέροχο ξεχύθηκε πλημμυρίζοντας το αυτοκίνητο. Πρέπει να ήταν κάποια παλιά μελωδία από κείνες τις μεσαιωνικές, τις βγαλμένες από τους πανύψηλους ναούς με τις κόγχες τις πολύ ψηλές και τα γλυπτά που αναπαριστούν αγγέλους και δαίμονες της κόλασης, ένας ήχος βγαλμένος από μοναστήρια χτισμένα πάνω σε γκρεμούς που αψηφούν το κενό και τη βαρύτητα, αυτόν τον ήχο όμως τον είχαν ξαναπεράσει με κάποιον τρόπο, τον είχαν φρεσκάρει, η εγγραφή έμοιαζε τέλεια, ο ήχος φιλτραρισμένος φοβερά, οι πρώτες, οι δεύτερες, οι τρίτες, οι τέταρτες φωνές, οι αντιφωνίες, οι αντιστίξεις, η ροή, το συνταίριασμα, όλα ήταν άψογα, αιθέρια! Άνοιξε λίγο την ένταση και τα ηχεία άρχισαν να τρίζουν στα μπάσα, το είχαν κάνει πολύ ωραίο ρε φίλε, έβαλε το μηχάνημα στο τέρμα, οι οδηγοί από δίπλα τον κοίταζαν περίεργα, δεκάρα δεν έδινε, το μόνο που ήθελε ήταν να συγκεντρωθεί σ’ εκείνο τον ήχο που διείσδυε μέχρι βαθιά στο μυαλό του καθαρίζοντας από μέσα του όλο το άγχος, τις έγνοιες, τις αγωνίες, τις σκοτούρες κι όλη τη σαβούρα που είχε μαζευτεί.

Στην αρχή δεν το κατάλαβε, όμως καθώς έπαιζε η μουσική ένιωθε ότι κάτι συνέβαινε, κάτι είχε αλλάξει γύρω, τα δέντρα, τα περιστέρια που ξάπλωναν στο γρασίδι, τα αγόρια που έτρεχαν πίσω απ’ τις μπάλες στα πάρκα, τον ήλιο, τα φύλλα που όσο περνούσε ο καιρός όλο και πιο κίτρινα γίνονταν, όλα άλλαζαν, γίνονταν πιο όμορφα. Όλα του φαίνονταν φρέσκα, καινούρια, ένα σωρό πράγματα που άλλοτε τον άφηναν αδιάφορο έμοιαζαν να αποκτούν άλλη διάσταση, ένας σκύλος σε μια μάντρα με αμάξια σμπαραλιασμένα, διαλυμένα, που καθόταν μόνος του και κανείς δε νοιάζονταν για κείνον, μια γυναίκα που είχε σταματήσει το αμάξι της και τάιζε το μωρό της στην άκρη του δρόμου, τα κορίτσια με τις ζακετούλες και τα μπλουζάκια που είχαν πάνω τους ζωγραφισμένα σχέδια παράξενα και φορούσαν στα δάχτυλα τους δαχτυλίδια ασημένια, στα δικαστήρια που πήγε για μια υπόθεση, μια μπανανιά που είχαν φυτέψει είχε ψηλώσει τόσο που θύμιζε την φασολιά του Τζακ στο παραμύθι, έμοιαζε ότι θα έφτανε μέχρι τον ουρανό.

Γυρνώντας στο σπίτι άνοιξε τον υπολογιστή μήπως βρει καμιά πληροφορία για κείνη τη μελωδία, κάτι ανάλογο, κάτι που να της έμοιαζε, οτιδήποτε, δεν μπόρεσε να βρει τίποτα, τηλεφώνησε σ’ αυτόν του που είχε φέρει το αμάξι από το εξωτερικό κι εκείνος του είπε μια πιθανή χώρα προέλευσης αλλά αυτό δεν τον βοηθούσε. Φώναξε τους φίλους του και τους έβαλε να την ακούσουν, τους άρεσε αλλά δεν καταλάβαιναν την τρέλα του, την πήγε σε κάποιον ειδικό που είχε ένα μαγαζί υπόγειο με κασετόφωνα κι άλλα παλιά μηχανήματα, τζουκ μποξ, γραμμόφωνα και κάτι άλλα ακόμα πιο παλιά, όμως κι εκείνος έδειχνε απορημένος, το μόνο που μπορούσε να του πει ήταν ότι εκείνα τα μικρούτσικα γραμματάκια στη γωνιά του δίσκου σήμαιναν «Ο ιππότης των εκατό προσευχών».

Διάφορα τρελά περνούσαν απ’ το μυαλό του, μπορεί κάποιος να είχε αφήσει το δισκάκι επίτηδες στο αμάξι γιατί ήθελε να τον βοηθήσει, ίσως εκείνη η μουσική να είχε ιδιότητες παράξενες, να ήταν κάτι μαγικό, να μπορούσε να θεραπεύσει αρρώστιες όπως η μελαγχολία ή η κατάθλιψη, μπορεί ρε φίλε στο τέλος κάποιος να τα είχε σχεδιάσει έτσι ώστε τις μέρες που εκείνη τον είχε αφήσει μόνο να έχει κάτι να ασχοληθεί για να μη τρελαθεί, πού ξέρεις! Και βέβαια υπήρχε η πιθανότητα εκείνη να το είχε αφήσει στο αυτοκίνητο έτσι αλλοπρόσαλλη που ήταν, τη μια τον χαντάκωνε και την άλλη τον ανέβαζε στα ουράνια, καλά, αν είχε συμβεί αυτό θα ήταν ό,τι πιο υπέροχο του έχει κάνει...

Όλη η μέρα του πέρασε δίχως να το καταλάβει, τελικά εκείνη δεν άργησε να γυρίσει, το άλλο πρωί εμφανίστηκε χαμογελαστή και παιχνιδιάρα σα να μην έτρεχε τίποτε, πάντα έτσι έκανε, έπρεπε κάποια στιγμή να την καταλάβει. Όταν συναντήθηκαν τον κοίταξε κάπως περίεργα, έπιασε το χέρι του κι αυτός αισθάνθηκε όλο το σώμα του να τρέμει, «κάτι έχεις εσύ, τι έκανες, βρήκες καμιά παλιά γκόμενα, έλα πες μου τώρα, δεν σε έχω ξαναδεί έτσι, κάπως ομόρφυνες, κάτι άλλαξες!». Δεν μπορούσε να της μιλήσει, μονάχα την κοίταγε και του φαινόταν η πιο όμορφη γυναίκα που υπήρχε, ένιωθε σα να ταξίδευε σε μια άλλη διάσταση, σα να κολυμπούσε σε μια τεράστια μπανιέρα με ζεστό νερό κι ότι αν άγγιζε οτιδήποτε γύρω του θα έλιωνε μέσα στα χέρια του...

Απόστολος Σπυράκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου