Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

"Η Άκρα ταπείνωση" της Ρέας Γαλανάκη



Η άκρα ταπείνωση είναι ένα μυθιστόρημα στο οποίο είναι εξαρχής σαφές ότι θα πάρει ρίσκα. Όχι τόσο σε επίπεδο θεματολογίας, όσο σε στυλ γραφής και σε επίπεδο δομής: έχουμε τρεις ανισομεγέθεις ενότητες σε λειτουργική ισορροπία και μια διαρκή εναλλαγή αφηγητών, εγχείρημα που δεν στερείται δυσκολίας. Επικεντρωμένο και θεμελιωμένο σε ένα συγκεκριμένο συμβάν που τότε είχε φέρει την Αθήνα στα όριά της (την νύχτα της 12ης Φεβρουαρίου του 2012), μπορεί να μην εκτείνεται σε εύρος χρόνου, αλλά κερδίζει θεαματικά σε πυκνότητα και συγκινησιακή ένταση.

Σε ό,τι με αφορά, βλέπω την Άκρα ταπείνωση σαν ένα κείμενο που αέναα αποκαθηλώνει για να αναστηλώσει στη συνέχεια την έννοια της πραγματικότητας όπως την εκλαμβάνουμε σε πρώτη προσέγγιση. Τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή, τι συνέβη πριν από χρόνια στις ζωές των ηρώων, τι ελπίζουν ότι θα επακολουθήσει, τι απώλειες πενθούν, σε ποια ακριβώς πραγματικότητα κινούνται. Η ασθένεια που αλλοιώνει και αποσυνθέτει την μνήμη της μίας από τις ηρωίδες είναι η πρώτη ένδειξη ότι όσα συμβαίνουν θα έχουν περισσότερες από μία αναγνώσεις, το στοιχείο όμως αυτό είναι μόνο η αρχή του νήματος. Είναι δύσκολο να οριοθετήσει κανείς τον ρόλο που κατέχει η πραγματικότητα ως «μπούσουλας» για να επικοινωνούμε όλοι μεταξύ μας αλλά και ως σταθερά που διαλύει τον φόβο, στο βιβλίο αυτό υπάρχει η αίσθηση ότι η Ρέα Γαλανάκη διηγείται ένα σκούρο παραμύθι. 

Η πυρπόληση της Αθήνας εκείνο τον χειμώνα φωτογραφίζεται με έναν αποστασιοποιημένο ρεαλισμό που όμως δεν αδειάζει ούτε από την φαντασία, ούτε από τη μαγεία που εξ’ ορισμού και εκ φύσεως διαθέτει η καθημερινότητα, ακόμα και όταν φτάνει σε σημεία και σε τέρατα. Η Αθήνα της Μεταπολίτευσης που τόσο έχει αναλυθεί και σχολιαστεί, για να λιώσει τελικά από την τριβή των λέξεων, στο μυθιστόρημα της Ρέας Γαλανάκη γίνεται ταυτόχρονα καμβάς και πρωταγωνίστρια σ’ ένα παιχνίδι με στιβαρές ισορροπίες και μαγικές εναλλαγές ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι.

Η Άκρα ταπείνωση αποδεικνύει ότι οι άνθρωποι τελικά επιβιώνουν, οι πόλεις επίσης. Το τίμημα που θα πληρωθεί γι αυτή την συνέχεια, γι αυτή την αναγκαστική τελικά πορεία στο διηνεκές, είναι αυτό που αποτελεί το υποβόσκον νήμα όλου του μυθιστορήματος, και η συγγραφέας το διαχειρίζεται με αξιοσημείωτη μαεστρία. Δεν έχουν όλοι οι ήρωες το ίδιο ειδικό βάρος, αυτό είναι μια αλήθεια. Κάποιοι δεν φοβούνται και στέκονται όρθιοι για να αντιμετωπίσουν όσα τους επιφυλάσσονται, κάποιοι άλλοι στην πρώτη δυσκολία στέκονται ακίνητοι, σαν να περιμένουν να τους πουν τι να κάνουν και πού να πάνε.

Το λεξιλόγιο, η νοηματική πυκνότητα, η ακρίβεια στην παρατήρηση και στην επιλογή λέξεων και συναισθημάτων είναι μερικά από τα δυνατά σημεία του όλου εγχειρήματος, είναι άλλωστε και αναμενόμενα, η Ρέα Γαλανάκη δεν είναι στην πρώτη της δουλειά : ξέρει πού πατάει, πού βρίσκεται και πού θέλει να πορευτούν οι ήρωές της, έχει το θάρρος της πένας. Το γεγονός ότι κάποιοι από αυτούς παραπατάνε από το βάρος των γεγονότων δεν επηρεάζει τους υπόλοιπους και τελικά οι πορείες τους είναι συγκροτημένες, τουλάχιστον αφηγηματικά. 

Το κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο είναι, όπως θα περίμενε κανείς, πολύ ηχηρό, με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Είναι το έργο ένα μνημείο διαχρονικότητας στο διηνεκές; Δύσκολο να πει κανείς, μπορεί και να μην χρειάζεται κι όλας. Είναι γεγονός ότι το κεντρικό συμβάν καθώς και τα μικρότερα που προκύπτουν ως συνέπειές του, δεν μπορεί παρά να καταλάβει μεγάλο χώρο στην αφήγηση. Συνέβησαν έντονα πράγματα τότε, πρωτόγνωρα, και είναι δύσκολο να μεταβολιστούν, και να δει κανείς πίσω από το εκτυφλωτικό αποτύπωμα που άφησαν στην σύγχρονη ιστορία και στο ατομικό συγκινησιακό περίγραμμα του καθενός από μας. 

Το ερώτημα που καλείται να απαντήσει κάθε αναγνώστης της Άκρας ταπείνωσης είναι τι μένει πίσω όταν το μυθιστόρημα τελειώσει. Ερώτημα σαφώς κοινό σε όλα τα βιβλία, ιδιαίτερα ίσως σ’ αυτό, που έχει τόσο ισχυρούς δεσμούς με ιστορικές συγκυρίες που δεν έχουν καν παλιώσει αρκετά ώστε να μπορούν να ειδωθούν με ψύχραιμα μάτια. Η μελετημένη αίσθηση ασάφειας δεν θολώνει τα νερά της κατανόησης, αντίθετα σβήνει με μαεστρία τις γραμμές των μέχρι εκείνη τη νύχτα ορίων.

Αχαρτογράφητα νερά, αυτή είναι η νέα πραγματικότητα που έφερε τότε η επόμενη μέρα, τόσο για τους ήρωες που είδαν την καθημερινότητά τους δια παντός ανεστραμμένη, όσο και για τους ανθρώπους που είχαν βρεθεί στο κέντρο της πόλης και χρειάστηκε μετά να επαναπροσδιορίσουν τις σταθερές τους. Η Ρέα Γαλανάκη επιχείρησε να καταλάβει τι στάθηκε όρθιο και τι γκρεμίστηκε για πάντα, να εξημερώσει φόβους και να ξορκίσει καινούρια φαντάσματα που γέννησε εκείνη η νύχτα, επενδύοντας σε σταθερές από το παρελθόν, την ιστορία, πάνω από όλα στον ίδιο τον άνθρωπο.  

Κρις Λιβανίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου