Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Η νέα ποιητική γραφή

Χρειάστηκε πρόσφατα να ανθολογήσω μια κάπως παλαιότερη ποιήτρια για ένα αφιέρωμα στο λογοτεχνικό περιοδικό Νέα σκέψη και, καθώς διάβαζα τις συλλογές της, πνίγηκα μέσα σε «πυρσούς ανάσβεστους», «κρουστά υφάδια», «λόγους καρδιάς και στόχασης ευφρόσυνους» και πλείστους όσους άλλους λογιοτατισμούς. Ευτυχώς, σκέφτηκα φωναχτά, η ποίηση έχει μετακινηθεί από αυτή τη θέση και δεν βρίσκει πια λόγο να καταφεύγει σε βαρύγδουπα σχήματα για να πει αυτό που θέλει να πει! Εξελίχθηκε.

Εξελίσσεται η ποίηση; ήρθε αίφνης από το στόμα ενός φίλου μου η ερώτηση. Ξαφνιάστηκα. Φυσικά εξελίσσεται, του απάντησα, όπως ολόκληρη η λογοτεχνία. Υπάρχουν τάσεις, ρεύματα, εξευρίσκονται διαφορετικά μέσα έκφρασης.

Η ποίηση έχει όντως αλλάξει. Το βασικό εστιακό σημείο δεν είναι πια αποκλειστικά το πώς λέμε κάτι, αλλά κυρίως το τι λέμε - και δεν μασάμε τα λόγια μας. Γιατί και αυτό το τι έχει επίσης αλλάξει: το υποκείμενο έχει βαθιά ανθρώπινη υπόσταση και διυλίζει την αίσθησή του για τον κόσμο μέσα από την αμφισβήτηση του εαυτού του. Πρόκειται για μια αμφισβήτηση καίρια και καθολική: το σημαντικότερο τμήμα της συνίσταται στη βεβαιότητα ότι δεν υπάρχει τέλος – δεν υπάρχει δηλαδή ένα σημείο στο οποίο μπορούμε να βάλουμε τελεία και μετά να πούμε: τώρα θα δω τι έγινε, θα κάνω με άλλα λόγια ανασκόπηση ή θα κινηθώ αναστοχαστικά, και θα δώσω μια ερμηνεία. Η ζωή είναι ένα continuum στο οποίο οι ερμηνείες μένουν εσαεί ανοικτές και κάθε ενδεχόμενο φαντάζει πιθανό πάντα. Ο χρόνος σε αυτή τη μεταμοντέρνα θεώρηση θρυμματίζεται, το παρόν -το μοναδικό σημείο στο οποίο μπορεί να ενταχθεί ο ορίζοντας της κατανόησης του ποιητή- γίνεται η μόνη δυνατή επιλογή: η διάρκεια όπου πραγματοποιούνται τα πάντα, παρελθόντα, παρόντα και μελλοντικά.

Σε αυτό οφείλεται και η διακειμενικότητα που παρατηρείται. Όλα όσα έχουν γραφτεί, όλα όσα είναι αφηγημένα, υπάρχουν σε ένα αιώνιο παρόν και ανασύρονται από εκεί κατά βούληση. Μπερδεύονται με τις λέξεις και τις προσωπικές εικόνες του ποιητή και αποκτούν άλλο πλαίσιο και διαφορετικό νόημα. Δεν λείπουν ωστόσο κι εκείνοι (ανάμεσά τους και εγώ) που στη θέση της διακειμενικότητας, κυρίως όταν είναι εκτεταμένη, βλέπουν έλλειψη πρωτοτυπίας.

Αλλά και στο πεδίο της γλώσσας έχει συντελεστεί μετακίνηση. Δεν ενεργοποιούνται πλέον μηχανισμοί αναζήτησης σπάνιων και λόγιων λέξεων. Μολονότι από πολλούς σύγχρονους ποιητές δεν λείπει η καλλιέπεια, δεν είναι αυτή το ζητούμενο. Το ζητούμενο για τον σύγχρονο ποιητή είναι να δώσει νέα πνοή στον χρηστικό λόγο, να τον εντάξει σε μια διαφορετική αναζήτηση, να τον κάνει να «μιλήσει» με άλλους όρους, σαν να 'ταν το ζαχαρωμένο βότσαλο του Αργύρη Χιόνη*.

Η νέα ποιητική γραφή είναι γεγονός. Δεν ξέρω αν νομιμοποιούμαστε να μιλάμε για «γενιά του 2000», όπως είδα ότι έχουν σπεύσει κάποιοι να κάνουν, όμως μπορούμε με βεβαιότητα να μιλάμε για κάτι εντελώς διαφορετικό που έχει ανατείλει εδώ και αρκετά χρόνια στα ποιητικά πράγματα.


Χριστίνα Λιναρδάκη




* Η ποίηση πρέπει να 'ναι
Ένα ζαχαρωμένο βότσαλο.
Πάνω που θα 'χεις γλυκαθεί
Να σπας τα δόντια σου.
(άτιτλο)

4 σχόλια:

  1. Μαρία Γενιτσαρίου26 Σεπτεμβρίου 2016 - 10:11 μ.μ.

    Και ναι μπορώ να συμφωνήσω με ότι λες παραπάνω, και να καταλάβω την εξέλιξη όπως την περιγράφεις, και να πιστέψω στην αναζήτηση μιας άλλης γενιάς με νέα σημειολογία, όμως τότε γιατί ..........Α. όταν διάβαζω ποίηση της γενιάς του '30 νοιώθω σαν να κολυμπώ σε μία θάλασσα, όταν διαβάζω ποίηση της γενιάς του '60 σαν να κολυμπώ σε μία λίμνη και όταν διαβάζω ποίηση της γενιάς του 2000 νοίωθω σαν να προσπαθώ να χωρέσω σε ποτήρι του νερού? ....Β. γιατί αντί να χαίρομαι έναν κατακλυσμό λέξεων που να μου διεγείρουν τις αισθήσεις πρέπει να περιορίζομαι στις 1000 το πολύ που χρησιμοποιούν? ....Γ. γιατί αυτή η νέα ποίηση να αγγίζει κάποιες φορές το μυαλό μου αλλά σπανίως πια την ψυχή μου? και γιατί τέλος νοιώθω τόσο πολύ ότι παρόλο που έχουν διαφορετική θεματολογία μου λένε όλα το ίδιο πράγμα? Εννοείται πως στα παραπάνω υπάρχουν πάντα οι φωτεινές εξαιρέσεις -αλοίμονο αν δεν υπήρχαν - όμως γιατί αισθάνομαι ότι είναι ισχνή μειοψηφία? Τα ερωτήματα στρέφονται προς τον εαυτό μου και δεν έχουν ισχύ κατακριτικού σχολιασμού αλλά εσωτερικής αναρώτησης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μαρία μου, όσον αφορά το Α. δεν ξέρω πώς σου συμβαίνει αυτό και γιατί, ίσως οφείλεται στο ότι είναι η εποχή μας στενή και στριμωγμένη, όμως τα θέματα που θίγονται σήμερα είναι πολλαπλάσια εκείνων που θίγονταν στο παρελθόν. Όσον αφορά το Β. έχεις δίκιο, φτώχυνε το λεξιλόγιο, όμως υπάρχει και μια φωτεινή πλευρά: δεν χρειάζεται πια να περάσουμε μέσα από μια ζούγκλα λέξεων (συχνά κούφιων) για να φτάσουμε στο νόημα! Το Γ. σου συμβαίνει επειδή είσαι λάτρης μιας άλλης αντίληψης για την ποίηση, ας πούμε πιο ευγενικής. Όμως οι εποχές άλλαξαν, ο κόσμος ολόκληρος άλλαξε, το ίδιο και η λογοτεχνία μέσα από την οποία αυτός εκφράζεται... Όσο για το τελευταίο που λες, πράγματι, οι φωτεινές εξαιρέσεις είναι ισχνή μειοψηφία. Και είναι τέτοια, επειδή υπάρχουν τόσα πολλά βιβλία πια... πάλι στα γνωστά θα καταλήξουμε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Πολύ ωραίο άρθρο. Ωραίο και το ποίημα του Χιόνη. Κατά τη γνώμη μου, η ποίηση της "γενιάς του 2000" έχει τη δικιά της ομορφιά, όμως, θα πρέπει να ψάξουμε πολύ για να την ανακαλύψουμε, γιατί, δυστυχώς, το κατεστημένο διαφημίζει ό,τι πιο σάπιο κυκλοφορεί στα έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και blogs. Το Στίγμα Λόγου είναι μια φωτεινή εξαίρεση, που διατηρεί αναλλοίωτη την έννοια της λέξης κριτική.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ευχαριστούμε πολύ για τα καλά σου λόγια, Θεοχάρη... Προσπαθούμε, τίποτε περισσότερο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή