Πέμπτη, 12 Μαΐου 2016

Ερωτικές επιστολές στη λογοτεχνία

Οι ερωτικές επιστολές δεν υπάρχουν πια. Τις πάτησε το τρένο της πεζότητας, τα κενότητας, της ηλεκτρονικής «επικοινωνίας», των νέων καιρών. Μαζί με τόσα άλλα, έπεσαν και τα κάστρα του ρομαντισμού και του πάθους από τις βολές του εύκολου ή και αγορασμένου σεξ, του life style, των μοντέρνων αντιλήψεων ότι τα πάντα μετριώνται με την κινητικότητα της πιστωτικής σου κάρτας. Τα πάλαι ποτέ «ραβασάκια» μουχλιάζουν τώρα στα μουσεία του έρωτος με τους ξεφλουδισμένους τοίχους, τις ξεχαρβαλωμένες στέγες και τα υγρά υπόγεια, όπου σουλατσάρουν τα τρωκτικά του συμφέροντος και του κυνισμού. Για γαλάζια ή ροζ γράμματα ούτε λόγος, τα έχουν ξεκάνει οι αναρτήσεις στα «προσωπικά» μας ιστολόγια ή κάτι ανούσια τιτιβίσματα στα twitter. […]

Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι είναι μόνο λόγια τα όσα ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ έγραφε στη Μάρλεν Ντίντριχ το 1951: «Δεν μπορώ να περιγράψω πώς κάθε φορά που τυλίγω τα χέρια μου γύρω σου, νιώθω πως βρίσκομαι σπίτι». Μπορεί, αλλά δεν ήταν λόγια του αέρα, παρά λόγια της φωτιάς, αφού, καθώς τα χέρια του τυλίγονταν γύρω της, έπαιρναν φωτιά και μαζί ολόκληρο το σπίτι. […]

Τα γράμματα του συγγραφέα της «Μαντάμ Μποβαρί» Γκουστάβ Φλωμπέρ προς την ποιήτρια Louise Collet ήταν λίγο πικάντικα: «Θα σε μπουκώσω με όλες τις χαρές της σάρκας μέχρι να λιγοθυμήσεις, να πέσεις να πεθάνεις. Θέλω μαζί μου να τα χάσεις ολότελα και να ομολογήσεις κρυφά στον εαυτό σου ότι ποτέ δεν είχες τολμήσει να ονειρευτείς τέτοιο παραλήρημα…». […]

Ο καταθλιπτικός Φρανς Κάφκα έσφυζε από ευτυχία, όπως φαίνεται από τα περιβόητα «Γράμματα στη Μιλένα»: «Κι όμως θα ’ναι ψέμα να πω πως μου λείπετε, είναι η πιο τέλεια, η πιο αλγεινή μαγεία, είσαστε εδώ όσο κι εγώ, και περισσότερο. Όπου είμαι είσαστε όσο κι εγώ, και περισσότερο». Κι αλλού: «Σήμερα είδα ένα χάρτη της Βιέννης και για μια στιγμή μου φάνηκε ακατανόητο που ‘χτισαν μια τόσο μεγάλη πολιτεία, ενώ εσύ δεν χρειάζεσαι παρά μόνο ένα δωμάτιο». «Και παρ’ όλα αυτά σκέφτομαι καμιά φορά: αν μπορεί να πεθάνει κανείς από ευτυχία, αυτό πρέπει να συμβεί σε μένα. Και αν ένας άνθρωπος προορισμένος να πεθάνει, μπορεί να μείνει στη ζωή από ευτυχία, τότε θα μείνω στη ζωή». […]

Ο νομπελίστας ποιητής Πάμπλο Νερούντα, από τους πιο σημαντικούς της Λατινικής Αμερικής, πέρα από πολιτικοποιημένα ποιήματα, έγραψε και πολλά προσωπικά ερωτικά. Τα πλείστα περιλαμβάνονται στη συλλογή «Εκατό ερωτικά σονέτα» και απευθύνονται στη Ματίλντε Ουρούτια. […]

Μα κι ένας δικός μας μεγάλος ποιητής, ο Κωστής Παλαμάς, πέθαινε κυριολεκτικά ή ποιητικά για μιαν παιδούλα , μια λεπτή και καλλιεργημένη ψυχή, την εικοσάχρονη Ελένη Κορζά, μια όμορφη και μελαγχολική κοπελίτσα που έπασχε από φυματίωση και είχε μια σπάνια για την ηλικία της μόρφωση. Πάνω από εξήντα χρονών ο ποιητής, της απευθύνει πυρετικά γράμματα, προσφωνώντας την «Ραχήλ» και «αγαπημένη λάμψη»: «Επέρασα μια νύχτα, τη νύχτα της Δευτέρας προς την Τρίτη, με το λυρικό, το μεθυστικό πυρετό της ενθύμησής σου…». […]

Όμως, αποδέκτες ερωτικών επιστολών δεν είναι μόνο γυναίκες από παθιασμένους άντρες. Και διάσημες γυναίκες διαδήλωναν τον έρωτά τους προς τους συντρόφους τους. Η πρωτοπόρα φεμινίστρια και μεγάλη συγγραφέας του «δεύτερου φύλου» Σιμόν ντε Μποβουάρ γράφει στη νεότητά της προς τον φιλόσοφο του υπαρξισμού Ζαν Πολ Σαρτρ πως είναι έτοιμη και την απελευθέρωσή της να υποτάξει στον έρωτά του και υπηρέτρια να γίνει, προκειμένου να ξαπλώνει δίπλα στο ζεστό και δυνατό του σώμα. […]

Δεν ξέρω αν η Μαρία Πολυδούρη έγραψε γράμματα στον Κώστα Καρυωτάκη, τον ιδανικό αυτόχειρα ποιητή, που είτε από δειλία είτε για άλλους λόγους δεν προσχώρησε στον απελπισμένα τρυφερό έρωτά της για κείνον. Και μόνο όμως αυτό το κομμάτι του ποιήματος που του απευθύνει ισοδυναμεί με όλου του κόσμου τις ερωτικές επιστολές: «Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου/ μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα/ μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο/ κι έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,/ μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου./ Μόνο γιατί τα μάτια σου με κοίταξαν/ με την ψυχή στο βλέμμα/ περήφανα στολίστηκα/ το υπέρτατο της ύπαρξής μου στέμμα/ μόνο γιατί τα μάτια σου με κοίταξαν».

Όμως τα πιο παθιασμένα ποιήματα και τα πιο φλογερά ερωτικά γράμματα είναι τα φιλομόφυλα, για κείνον δηλαδή τον έρωτα που ντρέπεται ή και δεν τολμά να πει το όνομά του. Όταν όμως τολμά, είναι γεμάτος ευαισθησία, συγκίνηση, πάθος, δόσιμο. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς τον Καβάφη, τον Λόρκα, τον Χριστιανόπουλο, τον Γουίτμαν, τον Γουίνστον Χ. Ώντεν, τη Σαπφώ. […]

Όμως ο έρωτας δεν λέγεται, δεν γράφεται, δεν υμνείται. Τον ζεις. Τον εκφράζεις παντοιοτρόπως και με τόση δύναμη και όταν δεν τον ζεις…



Άντρος Λυρίτσας



Σημ.: Αναδημοσίευση αποσπασμάτων από ομότιτλο άρθρο που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 58 (άνοιξη 2016) του κυπριακού περιοδικού λόγου, τέχνης και προβληματισμού «Άνευ».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου