Τρίτη, 10 Μαΐου 2016

Το στοιχειωμένο λάφι ή ο κύκλος των ακριτικών τραγουδιών



Του Σερβογιάννη ο γιος ζητά του Διγενή την κόρη.
Δεν του τη δούδει ο Διγενής, πολλά προυκιά γυρεύγκει .
Γυρεύγει μύλους δώδεκα, και με τσι μυλωνάδες,
γυρεύγει αμπέλια ατρύγητα, και με τσι τρυγητάδες,
γυρεύγει και τη θάλασσα μ’ ούλα τση τα καράβια,
ζητά του και τον κυρ Βοριά, να τα καλαρμενίζει .
Μα η μάνα τση τη ρώτηξε την κόρη, αν τόνε θέλει.
- Χριστέ μου, και να μ’ έπαιρνε ο γιος του Σερβογιάννη!
Τάξε του, μάνα, τάξε του προυκιά και μη του δώσεις.
Τάξε του τ’ άστρι πρόβατα, τον ουρανό σεντόνια,
τον Ιορδάνη ποταμό σταλίστρα των οζών του.

Έτσι μιλά η κόρη του Διγενή σ' ένα μεγαλόπρεπο ακριτικό τραγούδι της Κρήτης. Ο κύκλος των ακριτικών τραγουδιών έχει δώσει εντυπωσιακά δείγματα πρώιμου νεοελληνικού λόγου ήδη από τον 11ο αιώνα. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα πιο πολλά τραγούδια του ακριτικού κύκλου μιλούν λιγότερο για τους πολέμους και τις μάχες των ηρώων. Εστιάζουν κυρίως στα γεγονότα της καθημερινής ζωής όπως ο γάμος ή το κυνήγι, σε στιγμές που χρωμάτιζαν τη ζωή των ακριτών, εκεί, στις εσχατιές της αυτοκρατορίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το "Κάλεσμα κάνει ο βασιλιάς" που σώθηκε σε κώδικα του 17ου αιώνα της Μονής Ιβήρων παρασεσημασμένο (με βυζαντινή μουσική σημειογραφία):

Κάλεσμα κάμνει ο βασιλιάς, κάλεσμα κάμνει αφέντης,
κι όλους τους άρχοντες καλεί κι όλον τ’ αρχοντολόγι·
ήτον και πρωτοκαλεστής ο Διγενής Ακρίτης.
Εκάλεσεν ο Διγενής την Ευδοκιά στον γάμον·
Έλα και συ, κυρά Ευδοκιά, στου βασιλέως τον γάμον.
Τον ήλιο βάνει πρόσωπο και το φεγγάρι στήθος
και του κοράκου το πτερόν βάνει καμαροφρύδι,
Παπάς την είδε και έσφαλεν, διάκος εδαιμονίσθην.

Οι ακρίτες, σύμφωνα με τους ιστορικούς, κατοικούσαν κοντά στα σύνορα της απέραντης βυζαντινής αυτοκρατορίας, στα ανατολικά της όρια απ’ όπου προέρχονταν οι σημαντικότεροι κίνδυνοι. Εκεί έχτιζαν τα κάστρα και τα υποστατικά για τα ζώα τους. Σ' ένα τραγούδι από την Άρδασα του Πόντου (Ο Μονόγιαννες κι ο λυκάνθρωπον) ο "Γιάννης ο μονόγιαννες ο μοναχόν ο Γιάννες" (άλλη ονομασία του Διγενή Ακρίτα) αποκοιμιέται και χάνει τα πρόβατα του:

Κι εννέα τσομπάνοι ερίαζαν (φύλαγαν) και δέκα σπιτίων πράμα
Και ν’ οι πέντε πάνε σην φιλεά και ν’ οι τρείος σην αγάπη
και ν’ Γιάννες ο μονόγιαννες ο μοναχόν ο Γιάννες
Και σην ράβδεαν επεκούμπησεν και ν’ απάν ύπνο επέρεν
Και ν’ όντες εκαλογνέφισεν (ξύπνησε) πουδέν πρόβατα ΄κι είδεν
Ποίκεν τσαρούσα σίδερα δαβρία χαλκωματέαν
Επήρεν το στρατί στρατί κ’ όλον το μονοπάτι,
Λυκάνθρωπον επέντεσεν αφκά στο σταυροστράτι,
-Στον Θο, σ’ , στον Θο σ’ , λυκανθρωπε πουδέν πρόβτα κ' είδες;
-Στον Θο μ’ κι αν καλοργκίζεις με, την αλήθαν θα λέω.
Χίλια εφούρκσα (έπνιξα) την πιρνήν (πρωί), μύρα το μεσημέρι,
Κι άλλ' σερανταδώδεκα εφούρκ΄σα οψέ το βράδυ.

Η περιοχή του Πόντου με την ιδιότυπη ντοπιολαλιά που απηχεί έξοχα την αρχαία μας γλώσσα υπήρξε μια από τις κατεξοχήν πηγές απ’ όπου προήλθαν μερικά σπουδαία τραγούδια αυτού του είδους όπως Ο Μάραντον’( Αμάραντος):

Τον Μάραντον χαρτίν έρθεν, θα πάη’ς σο σεφέριν (πόλεμο),
τη νύχτα πάει’ς σο μάστοραν, τη νύχταν μαστορεύει,
κοφτ’ ας σ’ ασήμιν πέταλα κι ας σο χρυσάφ’ καρφία
τον μαύρον εκαλίβωνεν κατάντικρυ’ς σον φέγγον,
κ΄ η κάλη ατ (η γυναίκα του ) παραστέκεται με το μαντήλ' καρφία,
καρφίν καρφίν πη διγ’ ατόν καυκίν τα δάκρυα ξύνει.
-Και πού πας, πού πας νε Μάραντε , κ’ εμέν τίναν αφήνεις ;
Αφήνω σε χρυσόν σταυρόν κι αργύριν δαχτυλίδιν,
το δαχτυλίδιν πουλ΄ και φα και τον σταυρόν προσκύνα...

Κατόπιν οι γονείς του Μάραντου στέλνουν τη νύφη τους στον "αγροπόταμον" να βόσκει και να ποτίζει τα πρόβατα κι έπειτα από πολλά χρόνια, όταν γυρίζει απ τον πόλεμο ο άντρας της, τη συναντά στην ακροποταμιά όπου διαδραματίζεται η αρχέτυπη σκηνή της αναγνώρισης με βάση τα σημάδια από την φορεσιά των ακριτών εκείνης της περιοχής :

-Τα τίνος ειν’ τα πρόβατα, τα τίνος ειν τα αρνόπα ;
-Του Μάραντου ειν τα πρόβατα, του Μάραντου ειν’ τ’ αρνόπα.
-Τα τίνος εν’ ο κρίαρον κι ο χρυσοκωδωνάτες;
-Του Μάραντου ο κρίαρον κι ο χρυσοκωδωνάτες,
του Μάραντου και οι γονείς πολλά τύραννοι έσαν,
δίγ’ νε με πέντε πρόβατα και δεκαπέντε αρνόπα
και λεγ΄νε με κορ’ δέβα χαθ΄ κι οπίσω μη γυρίζης,
τα πέντε ποίσον εκατόν, τα δεκαπέντε χίλα
κι ακεί ‘ς σον αγροπόταμον κατέβασον και πότ’ σον.
-Κι ο Μάραντον επέθανεν κ’ εγώ εσέν θα παίρω
κι ο Μάραντον εχάθεν κ’ εγώ εσέν θα κλέφτω.
-Κι ατό το τσαλουμόδεμα (τρόπος δεσίματος της ζώνης) του Μάραντου ομάζει
και το ζωναροδέσιμο σ’ του Μάραντου ομάζει…

Ο Τσιμισκής ο ακάλεστος, ένα ακόμα τραγούδι ακριτικό από τον Πόντο, απηχεί με τρόπο υπέροχο τις αυτοκρατορικές καταβολές των ακριτικών επών που τραγουδούσαν τους μυθικούς στρατηγούς και βασιλιάδες του βυζαντίου όπως ο Νικηφόρος Φωκάς ή ο Ιωάννης Τσιμισκής :

Γιάννες εποίκεν (έκανε) κάλεσμαν, Γιάννες εποίκεν γάμον,
λαλεί και τ’ άστρα τ’ ουρανού, λαλεί της γης τα φύλλα,
τον βασιλέαν παράνυμφον , τον υιόν ατ’ φλαμπουριάτεν(σημαιοφόρο)
Τον Κιμισκήν κ ‘ ελαλεσεν (δεν κάλεσε), τον Κιμισκήν τον Γιάννεν…

Τελικά ο Κιμισκής (Τσιμισκής) πηγαίνει ακάλεστος κι όλοι ζητούν τα δώρα του:

Χάρισον, Γιάννε χάρισμαν, για χάρισον την νύφεν.
-Αούτ( αυτά) τα χιλιοφούλιρα (χίλια φλουριά) ας ειν της νύφες χάρη.
-Ατά τα χιλιοφίλιρα νύφεν καλά ΄κι σώ’ νε.
Χάρισον, Γιάννε, χάρισον κόσμον και κοσμοδόνια ( πολλά δώρα),
Κοσμοδόνια και τ’ αηδόν’ τα τρία χαμελέτας (μύλοι)
Τα’ έναν αλέθει το γάλαν και τ’ άλλο πα το μέλι.

Συνήθεις είναι οι περιγραφές κυνηγιού στα ακριτικά τραγούδια. Στο Σύντας εβγήκε ο βασιλιάς της Ανατολικής Στερεάς ο αφηγητής διηγείται:

Σύντας εβγήκε ο βασιλιάς, να λαφοκυνηγήση,
με τετρακόσιους άρχοντες, μ' εξήντα σταυροφόρους,
μ’ ένα χρυσό λαγωνικό, μ’ εν’ όμορφο σαΐνι.
Ολημερούλα κυνηγούν, απ το ταχύ ως το βράδυ
κυνήγι δεν εβάρεσε, κυνήγι δεν ευρήκε
κι απάν στο γέρμα του ηλιού βγαζ’ αγριοβουβάλι.
Να το χτυπήση σκιάζεται, να το βαρεσ’ φοβάται,
τι το θεριό ήτανε τρανό, τρανό σημαδεμένο.
Είχε σταυρό στα κέρατα, σταυρό και στα καπούλια...

Ένα ακόμα θαυμάσιο τραγούδι με θέμα κυνηγετικό από την περιφέρεια της Υπάτης σε ρυθμό εξάσημο είναι το Για φάτε πιέτε φίλοι μου (ή αλλιώς Το στοιχειωμένο λάφι) :

Για φάτε, πιέτε, φίλοι μου κι εγώ σας μολογάω
Στης Αλεξάντρας το βουνό στο σκοτεινό τον τόπο,
εκεί που πέντε δεν περνούν και δέκα δεν διαβαίνουν
περνούν πενήντα κι εκατό κι εκείν’ αρματωμένοι.
Κι εγώ ο μαύρος πέρασα πεζός κι αρματωμένος …
Και πέτυχα και βάρεσα το στοιχειωμένο λάφι,
Πούχε σταυρό στα κέρατα κι αστέρι στο κεφάλι,
κι ανάμεσα στις πλάτες του είχε την Παναγία…

Απόστολος Σπυράκης


Σημ.: Τα αποσπάσματα προέρχονται από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Γ. Μάρκου Ακριτικά δημοτικά τραγούδια σε Βυζαντινή και Ευρωπαϊκή σημειογραφία, καθώς και από το βιβλίο του Βασίλη Μάκη Ακριτικά δημοτικά τραγούδια

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου