Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

Επιστρέφοντας στην κριτική

Ο επαρκής αναγνώστης που παρακολουθεί τα τελευταία χρόνια τα λογοτεχνικά μας πράγματα διαπιστώνει ότι η κριτική μας βρίσκεται σε κρίση: επαινείται το μέτριο, το ασήμαντο ή/και το κακό, και αγνοείται, ή ισοπεδώνεται με το επαινούμενο, το εξέχον και το άριστο (ως επί το πλείστον, βέβαια, γιατί οι εξαιρέσεις δεν λείπουν). Αν έπαιρνε κανείς τοις μετρητοίς τα κείμενα που μιλούν για τα νεοεκδιδόμενα έργα, ή που αναφέρονται στο έργο ζώντων συγγραφέων, θα πίστευε ότι στη λογοτεχνία μας, κυρίως στην ποίηση, συντελείται σήμερα μια κοσμογονία: σχεδόν όλα είναι σημαντικά, συναρπαστικά, ανατρεπτικά. Ή, όταν δεν χαρακτηρίζονται ως τέτοια, περιγράφονται με τρόπο που να μην αφήνει αμφιβολία για το αξιόλογό τους. Μέτρια, ασήμαντα, ανάξια λόγου δεν φαίνεται να υπάρχουν.

Οι κύριες αιτίες μιας κρίσης της λογοτεχνικής κριτικής είναι, βέβαια, δύο: η ανεπάρκεια του κριτικού και η σκοπιμότητα. Αυτά τα δύο δεν θα πρέπει να τα νοούμε εντελώς χωριστά, γιατί ενίοτε το πρώτο συναρτάται με το δεύτερο. Η επίδραση επί της λογοτεχνικής κριτικής μις γενικότερης, κοινωνικής, κρίσης αξιών είναι αιτία δευτερεύουσα. Ο λογοτεχνικός κριτικός, όταν είναι επαρκής, διαγιγνώσκει τις αιτίες των κοινωνικών κρίσεων, δεν υφίσταται την επίδρασή τους. Ωστόσο βλέπουμε σήμερα κριτικούς ικανούς (όπως δείχνουν τα γενικότερα περί λογοτεχνίας κείμενά τους) να εγκωμιάζουν έργα για τα οποία θα περίμενε κανείς να διατυπώνουν επιφυλάξεις. Διακρίνει κανείς σ’ αυτές τις περιπτώσεις μιαν ασυμφωνία – που γίνεται αισθητή σε στιγμές εκφραστικής αμηχανίας – ανάμεσα στην πρόσληψη και στην υποδοχή ενός έργου από τον κριτικό, ανάμεσα σ’ εκείνο που ο κριτικός νιώθει για το έργο και σ’ εκείνο που γράφει: μια επιείκεια ή γενναιοδωρία που δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί παρά μόνο από το γεγονός ότι το πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων του κριτικού, που είναι κυρίως πλέγμα σχέσεων με ομοτέχνους (τις οποίες δεν είναι ευχάριστο να δει κανείς να διαταράσσονται) τον εμποδίζει να φανεί όσο θα έπρεπε κριτικός. Υπάρχει ένα στοιχείο επαρχιωτισμού σε αυτό το φαινόμενο, σαν εκείνο που συναντάμε στις μικρές και κλειστές κοινωνίες της επαρχίας, και στις κριτικές που γράφουν ο ένας για τον άλλο οι εκεί λόγιοι στις τοπικές εφημερίδες, κριτικές που θα κατατάσσαμε επιεικώς στο είδος της ιμπρεσσιονιστικής κριτικής.

Υπάρχει και ένα δεύτερο είδος κριτικού επαρχιωτισμού, που το συναντάμε κυρίως στην πανεπιστημιακή κριτική μας και που αιτία του είναι, εκτός από τις παραπάνω, ο φόβος του επαρχιωτισμού (…).

Το μέγεθος της σημερινής σύγχυσης των κριτικών αξιών είναι εν πολλοίς αποτέλεσμα τεσσάρων σχετικά πρόσφατων φαινομένων. Το πρώτο αναπτύσσεται στον χώρο του διαδικτύου, ο οποίος προσφέρεται αφειδώς για άμεση και απεριόριστη διατύπωση κρίσεων σε κάθε βουλόμενο – ανεξαρτήτως γνώσεων και κριτικής επάρκειας – που πιστεύει ότι έχει κάτι αξιόλογο να ανακοινώσει. Το δεύτερο απορρέει από την, χάρη στις δυνατότητες της ηλεκτρονικής τεχνολογίας, μεγάλη ευκολία παραγωγής εντύπων, εν οις και λογοτεχνικών περιοδικών, με τη συνακόλουθη ευρεία διάθεση κριτικού χώρου, ο οποίος κατά μικρό μόνο μέρος μπορεί να καλυφθεί από κείμενα ικανών κριτικών. Το τρίτο είναι η εμφάνιση, τις τελευταίες δεκαετίες, του θεσμού - πλέον - της «ζωτανής» παρουσίασης βιβλίων σε πάσης φύσεως αίθουσες και χώρους.

Θα πρέπει να σταθούμε για λίγο στη λειτουργία αυτού του «θεσμού» (λειτουργία που πολλοί πιστεύουν ότι είναι θετική για την υπόθεση της λογοτεχνίας), γιατί αποτελεί, πιστεύω, έναν από τους δραστικότερους σήμερα παράγοντες της σύγχυσης των αξιολογικών διακρίσεων. Καταρχήν θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι παρουσιάσεις αυτές, με τον τρόπο με τον οποίο οργανώνονται (από τον εκδοτικό οίκο, με τη συνεργασία του συγγραφέα, ή και αντιστρόφως) και με την εμφανή διαφημιστική τους πρόθεση, αποτελούν ένα είδος εκ προοιμίου θετικής κριτικής, αφού καλούνται να μιλήσουν σε αυτές άνθρωποι που διάκεινται ευνοϊκά για το παρουσιαζόμενο βιβλίο, κυρίως φίλοι του συγγραφέα. (…)

Αν στα παραπάνω προσθέσουμε και το επακόλουθο της άκριτης, τις τελευταίες δεκαετίες, εμπορευματοποίησης του μυθιστορηματικού λόγου, με την εξάλειψη – στις σελίδες βιβλίου των εφημερίδων κυρίως – των ορίων ανάμεσα στη βιβλιοπαρουσίαση και τη βιβλιοκρισία, θα έχουμε, πιστεύω, μιαν εναργή εικόνα του σημερινού κριτικού μας τοπίου.

Νάσος Βαγενάς



Σημ.: Απόσπασμα από ομότιτλο άρθρο που γράφτηκε εξ αφορμής του βιβλίου του Νίκου Λάζαρη, Η αιχμή του δόρατος, και δημοσιεύθηκε στο πιο πρόσφατο τεύχος (αρ. 72, Απρίλιος 2016) της Athens Review of Books.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου