Τετάρτη, 6 Απριλίου 2016

"Το Άλφα του Κενταύρου" της Τζένης Φουντέα-Σκλαβούνου



Δύο ενότητες ανισομερείς, η πρώτη με 33 ποιήματα και η δεύτερη με ένα αρθρωτό τρίπτυχο στα όρια ανάμεσα πεζού και ποιητικού λόγου, αυτά είναι τα συστατικά που συγκροτούν την συλλογή της Τζένης Φουντέα-Σκλαβούνου. Δεν είναι η γλώσσα, ούτε η θεματολογία του θανάτου και του γενικότερου απολογισμού που δίνουν την ιδιαίτερη διάσταση που παίρνει αυτή η δουλειά καθώς προχωράει η ανάγνωση, αλλά περισσότερο ο τρόπος που γίνονται, λέγονται και υπονοούνται τα πράγματα πίσω από τους στίχους.

Το συχνά σουρεαλιστικό τοπίο ως σκηνικό δεδομένο «συνομιλεί» με αρκετή επιτυχία με την αλλαγή προσώπων και προσωπείων του Εγώ, προετοιμάζοντας κατά κάποιο τρόπο την συνάντησή του με τον Άλλο, και καθιστώντας την επικοινωνία ανάμεσά τους εφικτή αν και τελικά εύθραυστη. Είναι μια προσωπική ποίηση δεν υπάρχει αμφιβολία, και μάλιστα τόσο προσωπική που κάποιες φορές η δημιουργός εγκλωβίζεται στις σκέψεις και τις εμμονές της, αλλά από την άλλη μεριά η ειλικρίνεια δεν λείπει, και εκεί κερδίζει σε αμεσότητα. Δεν ξέρω κατά πόσο ο αναγνώστης είναι σε θέση να ακολουθήσει τις περιπλανήσεις της στο εσωτερικό σύμπαν των επιλογών της, αλλά στις περιπτώσεις που αυτό επιτυγχάνεται, μπορεί να συναντήσει σε παράδοξα σημεία οικείες σκέψεις και τελικά να συναντηθεί με τον εαυτό του. 

Ρεαλιστική, περιγραφική και παραστατική είναι τα τρία βασικότερα χαρακτηριστικά της ποίησης της Τζένης Φουντέα-Σκλαβούνου στο Άλφα του Κενταύρου, και εκεί βρίσκονται ταυτόχρονα τα θετικά και τα αρνητικά στοιχεία της συνολικής εικόνας. Ο ρόλος της επιφάνειας των πραγμάτων σε αντιδιαστολή με το κενό που αφήνουν, οι σχέσεις που αιωρούνται σε κενό χώρου και χρόνου, οι λεπτομερείς περιγραφές που εστιάζουν στο άτομο σε αντίθεση με τις φευγαλέες εικόνες που παράγουν μόνο ασάφεια και η σκηνογραφική πολλές φορές τοποθέτηση των συγκινήσεων, είναι τα στοιχεία που μένουν στο τέλος της ανάγνωσης, την οποία ενδεχομένως θα περίμενε κανείς λιγότερο αποσπασματική.

Η απουσία συνοχής ανάμεσα στα ποιήματα, με εξαίρεση τον χαλαρό δεσμό τους με την θεματολογία του θανάτου και της πορείας προς το τέλος της ζωής είναι κατά τη γνώμη μου ένα από τα σημεία που υστερεί η συλλογή. Δεν υπάρχει τίποτα κακό στο να διαβάζει κανείς ετερόκλιτα πράγματα σε μια έκδοση, κάθε άλλο, εδώ όμως το πρόβλημα είναι ότι η ετερογένεια βλάπτει τον εσωτερικό ρυθμό, και ο αναγνώστης δυσκολεύεται να βρει τα σημεία αναφοράς του. Οι συγκινήσεις ιχνογραφούνται χωρίς να προσμετράται και το βάθος τους, η προοπτική δεν λειτουργεί, και σε αυτό το σημείο το εγχείρημα υστερεί.

Η μοναξιά ως leitmotif αλλά και ως καταλύτης του χρόνου που μας αναλογεί επί της γης είναι ίσως ο πιο στιβαρός άξονας της συλλογής και παραδόξως το κυριότερο άνοιγμα της δημιουργού προς τον αναγνώστη της. Η αντίφαση αυτή μπορεί ενδεχομένως να φωτίσει το έργο διαφορετικά και να αναδείξει μια τρυφερότητα ίσως παραπάνω κρυμμένη από όσο θα έπρεπε:

(…)
Την τέχνη της γραφής και της ανάγνωσης
δοκιμασμένο γιατρικό
αντίδοτο στη σήψη[1]
(…)
Κρις Λιβανίου

[1] Απόσπασμα από το ποίημα «Απογραφή», σελ. 41

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου