Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016

Η νέα (ξύλινη) λογοτεχνική γλώσσα, ο νέος (ξύλινος) κριτικός λόγος

Γλώσσα ξύλινη: «…η γλώσσα που είναι τυποποιημένη, χωρίς φυσικότητα, 
στερεότυπη και ως εκ τούτου 
αναμενόμενη και προβλέψιμη…» 
(λεξικό Μπαμπινιώτη)

Είναι αλήθεια πως υπάρχει μια κατάχρηση του όρου «ξύλινη γλώσσα», (δάνειο από την γαλλική, langue de bois), όπως αλήθεια είναι ότι η χρήση, η μελέτη και η κριτική συνήθως περιορίζεται στο δημοσιογραφικό και πολιτικό πεδίο. Τις περισσότερες φορές η ανάλυση του φαινομένου από συγγραφείς, (ενίοτε και γλωσσολόγους), υπονοεί πως η ξύλινη γλώσσα αποτυπώνει πρόβλημα έκφρασης μόνο στον πομπό, (δημοσιογράφος, πολιτικός, γραφειοκράτης κλπ) και όχι στον δέκτη και με αυτήν την έννοια είναι πρόβλημα συγκεκριμένων ομάδων, συντεχνιών ή θεσμών του κράτους. Χωρίς να υποτιμώ τον εκπαιδευτικό χαρακτήρα του δημόσιου λόγου, πολύ φοβάμαι ότι πλέον η ξύλινη γλώσσα είναι ευρύτερα αποδεκτή, δεν είναι πια γλώσσα με όποια έννοια κι αν δίνει κανείς στη λέξη, έχει μεταβληθεί σε έναν απλοϊκό κώδικα με τον οποίο πομπός και δέκτης νοιώθουν πως συνυπάρχουν σε απόλυτη αρμονία. Θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς, (υπάρχουν πάντοτε οι εντελώς καλοπροαίρετοι, όπως και οι εκ πονηρού σκεπτόμενοι), πως αυτός ο κώδικας υπάρχει απλά για την γρήγορη πρόσληψη του μηνύματος, την ταχεία κατανόηση, την αποτύπωση του λόγου με φωτογραφικό σχεδόν τρόπο. Πρόκειται για μια απλοϊκή ερμηνεία, αλλά το θέμα σήμερα δεν είναι αυτό, είναι πως η ξύλινη γλώσσα έχει αρχίσει να παρουσιάζεται με εμφανή τρόπο και στην λογοτεχνία. Και όσοι βιαστούν να πουν ότι αυτό το άρθρο θα μπορούσε να είναι ενσωματωμένο με κείνο για την ροζ λογοτεχνία στο παρόν τεύχος, θα έχουν ένα δίκαιο, μόνο και μόνο γιατί δεν πρόλαβα να το διευκρινίσω: όταν γράφω ότι η ξύλινη γλώσσα παρεισφρέει και στον χώρο της λογοτεχνίας δεν εννοώ μόνο εκείνη την γλυκερή, την άτεχνη γραφή, εννοώ κυρίως εκείνη που ισχυρίζεται πως είναι γνήσια, ποιοτική. Πριν μπω σε συγκεκριμένα παραδείγματα και αναφορές, μια μικρή επεξήγηση ορολογίας επάνω σ αυτή την διαπίστωση.

Κάθε ορισμός είναι ατελής, καθώς την ίδια στιγμή που αποτυπώνεται με κατηγορηματικό τρόπο, δίπλα του μια δυναμική διαδικασία έχει μεταβάλλει τα δεδομένα και έχει γεννήσει νέες παραμέτρους. Οι ορισμοί του Μπαμπινιώτη είναι ικανοποιητικοί σε μια πρώτη προσέγγιση, αλλά πιστεύω πως σε πολλές συνειδήσεις ο όρος «ξύλινη γλώσσα» έχει αποκτήσει ένα διευρυμένο περιεχόμενο, καλύπτει πλέον ποικίλους χρωματισμούς στην εκφορά του λόγου. Θα μπορούσαμε με σχετική ασφάλεια να χρησιμοποιήσουμε αρκετά επίθετα. Λόγος (έντυπος και προφορικός), πομπώδης, φλύαρος, ανερμάτιστος, κενός, κοινότοπος, ασαφής… δεκάδες είναι οι περιπτώσεις που θα μπορούσαν να καλυφθούν κάτω από τον όρο «ξύλινη γλώσσα», με κίνδυνο βέβαια να συμμετέχουμε κι εμείς σε μια απoσύνθεση του γλωσσικού πλούτου. Ας το περιορίσω λοιπόν όσο είναι αυτό δυνατόν για τις ανάγκες του κειμένου: Ο ξύλινος λόγος είναι οπωσδήποτε στερεότυπος, τυποποιημένος και προβλέψιμος και σωστά ορίζεται έτσι στα λεξικά, μα όταν μπούμε στα χωράφια της λογοτεχνίας είναι πάνω από όλα ένας λόγος μη γνήσιος, ρηχός, επιφανειακός, διανοητική εφεύρεση που αδυνατεί να παράγει αποτέλεσμα υψηλής αισθητικής και γνήσιου συναισθήματος, αδυνατεί δηλαδή να γίνει τέχνη.

Είναι νομίζω φανερό πως δεν αναφέρομαι στην λεγόμενη «ροζ λογοτεχνία» - εκεί ο ξύλινος λόγος είναι προϋπόθεση για την ύπαρξή της, την γρήγορη αναπαραγωγή της και την επικοινωνία με το δικό της αναγνωστικό κοινό. Η ανησυχία μου αφορά τους λεγόμενους ποιοτικούς συγγραφείς και ιδιαίτερα τους ποιητές, που ενώ τάχα προσπαθούν να προσφέρουν κείμενα προβληματισμού και βαθιάς σκέψης, καταλήγουν να παράγουν τα ίδια αποτελέσματα με ένα άρλεκιν και κάτι κατά πολύ χειρότερο: απομακρύνουν σωρηδόν τους αναγνώστες από την αναζήτηση των καλών κειμένων και σταδιακά οδηγούν στην ταύτιση της ποιότητας με το ακατανόητο, τον ελιτισμό, την κοινοτοπία, την αναγνωστική ανία. Πριν κολυμπήσουμε σε θεωρητικές αναζητήσεις, ας δούμε ένα παράδειγμα ποιητικό, μια κλασική περίπτωση όπου το βίωμα και η στέρεη τεχνική δημιουργούν ποίηση, ενώ το ίδιο θέμα όταν το κλωθογυρίζει διανοητικά ένας ποιητής στέκει αδιάφορο, κοινότοπο.

Τα πρώτο απόσπασμα από την Λίνα Κάσδαγλη…

1944
Βρίσκαμε στο κατώφλι μας τα λουλούδια της δροσιάς,
σε κάθε γωνιά κοιμούνταν της γιαγιάς τα παραμύθια,
μας κοίταζε από τα παράθυρα ένας μεγάλος ήλιος
που ήτανε κάθε μέρα ο ίδιος
Παράξενο! Σωπάσανε τα παιδικά μας χρόνια στις γωνιές
απ’ τη βραδιά που ακούμπησε στο τζάμι μας ένα αγοράκι πεινασμένο
……………..
Παράξενο! Δεν ξαναβρήκαμε στην πόρτα μας λουλούδια,
απ’ την αυγή που κάθησε να ξεκουραστεί μια φοβισμένη γυναίκα.
……………………………….
Παράξενο! Άλλαξε χρώμα ο ήλιος
καθώς τον κοίταζε το μεσημέρι ένας άντρας άγνωστος
…………………..
Το σπίτι μας… Δεν είναι εδώ το σπίτι μας!..

Για το ίδιο θέμα ένα άλλο ποίημα από τον Κώστα Μόντη, εκείνο που αλλάζει εκτός βέβαια από την τεχνική είναι ο χρόνος – αντί για την κατοχή έχουμε τα απότοκα της τουρκικής εισβολής…

Είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας
είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της
Κερύνειας
Πικρή θάλασσα της Κερύνειας
που πρέπει ν’ αποσύρουμε πια
τους στίχους που σου γράψαμε…

Για να δούμε. Αποφεύγοντας να μπούμε σε βαθιά αναλυτικά νερά, ας δούμε λίγο απλοϊκά την αξία των παραπάνω αποσπασμάτων. Το πρώτο είναι βέβαια το θεματικό τους ενδιαφέρον, η ενηλικίωση της συνείδησης απέναντι σε έναν αδιατάρακτο προσωπικό παράδεισο, η μόλυνση της ευτυχίας με την πραγματικότητα, τους φόβους, τον εξωτερικό παράγοντα που ανατρέπει όμορφες εικόνες, ψευδαισθήσεις, ποιητικές εξιδανικεύσεις. Το δεύτερο ο ρυθμός τους, η ανάσα τους, η φυσικότητα των στίχων. Από πίσω το υπόβαθρο. Ξέρουμε πως η Κάσδαγλη βίωσε την κατοχή, γνωρίζουμε πως ο (Κύπριος) Μόντης βίωσε την τουρκική εισβολή, (αν και θα παρατηρήσετε πως ο τουρκικός παράγοντας δεν αναφέρεται πουθενά και μ αυτήν την έννοια οι στίχοι αναφέρονται σε κάθε εισβολή…). Τελευταίο και ίσως το πιο σημαντικό, η ποιητική προσέγγιση. Υπάρχουν άπειροι τρόποι να μεταφέρει κανείς ένα διαχρονικό και κοινό κατά τα άλλα θέμα στο χαρτί, αλλά για δείτε την απλότητα, την πρωτοτυπία, την ματιά που αποφεύγει τα μεγαλόστομα και επικεντρώνει στα καθημερινά. Τα δύο ποιήματα προσφέρουν πολλά και σημαντικά επίπεδα αναγνώσεων, έγραψα ήδη πως η ανάλυσή τους θα έπαιρνε ώρα, μα μία προσεκτική ανάγνωση και σκέψη επάνω στους στίχους νομίζω προσφέρει τεκμήρια ποιότητας στους περισσότερους αναγνώστες.

Δείτε τώρα πώς η ξύλινη ποιητική γλώσσα ακούγεται ρηχή, ψεύτικη, πομπώδης, όταν προσπαθεί να καταπιαστεί με το ίδιο θέμα «εγκεφαλικά», με απουσία βιωμάτων και απουσία κάθε ποιητικού ρυθμού. Δεν αναφέρω ονόματα, σκοπός μας εδώ δεν είναι η προσωπική κριτική.

Για τα παιδιά του πολέμου

Μέσα σε μάτια παιδικά η μάχη κατακερματίζει το όνειρο
Ακαταπαύστως
Στη λάσπη λερώνονται φωνές και παιδικά παιχνίδια
Αδιακρίτως
Προσέχουν λέει τις ψυχές τα νέα τους όπλα
Τα «ανθρώπινα»
Κι εγώ σηκώνομαι κάθε πρωί για τη δουλειά
Χορτάτος
Σε μια σκηνή της μάχης έχασα την παρθενία μου
Ένα άλλο, άλλου συγγραφέα…
Το σπίτι μου (;)
Το σπίτι μού φάνηκε μικρό
Που είναι η απαστράπτουσα αυλή;
Τα φυλλοβόλα του φθινοπώρου;
Ο κήπος των πρώτων ανεφάρμοστων ερώτων;
Στου απείρου το ατέρμονο ρίχνω κλεφτές ματιές
Της αφελούς νεότητας αναζητώ την μνήμη
Την ματιά του εφήβου θυσίασα
Σε χρυσοποίκιλτους συμβιβασμούς

Να και ένα πεζό για να μην κάνουμε διακρίσεις. Η αποθέωση του «γράφω», μα δεν λέω τίποτα…

«…Περπάτησα στο σώμα σου διαβάζοντας όλη την αλφαβήτα, στα μάτια σου έκλεισα χρυσο-κέντητους κόσμους, μέχρι που δεισιδαιμονίες της νιότης μου κατέκλυσαν τις διανοητικές μου λειτουργίες και το απαστράπτον φως εχάθη από τα μάτια, όλα βαμμένα γκρι, όλα ουδέτερα… ίσως κάποτε καταλάβω τον κόσμο του απείρου, τις διακλαδώσεις του στα αδηφάγα μέρη του κορμιού σου… μα τώρα δεν είμαι πια παιδί, και καλά το κατάλαβα πως ο έρωτας δεν είναι αρρώστια, είναι ιός που καταστρέφει τις συνάψεις του χημικού μας εργαστηρίου…».

Δεν είναι τα χειρότερα από εκείνα που παρέλασαν από μπροστά μου. Όλα πραγματεύονται το ίδιο θέμα. Προσέξτε τη χρήση επιθέτων χωρίς κανένα νόημα, «χρυσοποίκιλτος», (μαζί με το «χρυσοκέντητος» ίσως οι πιο χρησιμοποιημένες ξύλινες λέξεις…), «αφελής νεότητα», «ατέρμονο», «ακαταπαύστως», (το χρησιμοποιεί και ο Κάλβος, αλλά καμία, κατά τα άλλα, σχέση…), «κατακερματίζει το όνειρο», «ανεφάρμοστοι και ανεκπλήρωτοι έρωτες» και άλλα πολλά. Μα είναι μόνο η χρήση των λέξεων; Φυσικά και όχι. Ο ρυθμός απουσιάζει, (ακόμη και εκείνος ο διαλυτικός του μέτρου, ο Καρυωτακικός…), στα περισσότερα απουσιάζει και η στίξη, αλλά το κυριότερο: μεταφέρει κάτι καινούριο ο στίχος; Ξεφεύγει από την επανάληψη, την κοινοτοπία, τα ίδια αναμασήματα που έχουμε διαβάσει εκατοντάδες, χιλιάδες φορές; Και το ακόμη πιο σημαντικό: υπάρχει η φρέσκια ματιά, το κλικ της ποιητικής κάμερας από κάποια γωνιά που δεν είχαμε μέχρι τα τώρα υποψιαστεί; Τίποτα, απολύτως τίποτα, λέξεις για τις λέξεις και τίποτα παραπάνω. Το πεζό; Μια ολόκληρη παράγραφος, (όλο το υπόλοιπο βιβλίο συνεχίζει έτσι…) γεμάτη από φλυαρία, μεγαλοστομίες, γενικότητες, κλεμμένες λέξεις μέσα σε ένα ήδη πάμπτωχο λεξιλόγιο. Μα, μήπως και μας δίνει κάποια συγκίνηση, μας δημιουργεί κάποιο προβληματισμό, περιγράφει έναν έρωτα διάφορο, άγνωστο; Λέξεις κούφιες για να γεμίζουν οι σελίδες, από κείνες που έχει συνηθίσει να διαβάζει παντού ο αναγνώστης, απλά μπερδεμένες τυχαία για να δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση της ακατανόητης ποιότητας, των πολύπλοκων σκέψεων. Αυτά προσφέρονται εν πολλοίς σήμερα (έντυπα και ηλεκτρονικά) σαν λογοτεχνία υψηλής ποιότητας. Μα την πίστη μου, έχω δει ροζ κείμενα πολύ πιο καλοβαλμένα από αυτά. Φυσικό ο κόσμος να απομακρύνεται, φυσικό να έχει ταυτίσει την ποίηση με τα φληναφήματα.

Τι φταίει λοιπόν για την ξύλινη γλώσσα; τι φταίει και η λογοτεχνία, η ποίηση, ο λόγος, ταυτίζονται όλο και περισσότερο με λέξεις άστοχες που έχουν χάσει προ πολλού το νόημά τους, δηλαδή την δύναμή τους; Τι φταίει και έχουμε δημιουργήσει τα νέα «κατά συνθήκην ψεύδη» και νοιώθουμε υποχρεωμένοι να παριστάνουμε τους ενθουσιασμένους με κείμενα ανέμπνευστα, τεχνικά και συναισθηματικά ανάπηρα;...

Τάκης Δελής



Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου στο τεύχος αρ. 1 του ηλεκτρονικού περιοδικού "Χίμαιρα" που το πρωτοδημοσίευσε. Το στίγμαΛόγου αναδημοσίευσε τμήμα του επειδή το άρθρο διαφέρει από τα πολλά που γράφονται για το θέμα, με την έννοια ότι ο συντάκτης του, κ. Τάκης Δελής, βάζει τα χέρια του "επί των τύπων των ήλων" και παραθέτει απτά παραδείγματα. Ευχαριστούμε τον κ. Μάνο Τασάκο που μας έδωσε την άδεια να αναδημοσιεύσουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου