Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

"Εκτός εαυτού" του Γιώργου Γκανέλη



Μεγάλα λόγια σαν σπάσιμο γυαλιού ξεθύμαναν στις πλατείες

Αυτός είναι ο πρώτος στίχος του πρώτου ποιήματος της συλλογής Εκτός εαυτού, που αποτελείται από άλλα 50. Εκτενή στην πλειοψηφία τους, είναι η απόδειξη ότι ο Γιώργος Γκανέλης δεν φοβάται να αναπτύξει την σκέψη του, ούτε ανησυχεί ότι θα υποπέσει σε.. ατοπήματα που σε σύντομα κείμενα θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί: έχει το θάρρος του λόγου.
Κάθε ένα από τα ποιήματα της συλλογής αυτής έχει ξεκάθαρη δομή και είναι στημένο σε ακριβή ισορροπία, είναι φανερό ότι ο δημιουργός έχει σαφή εικόνα του τι θέλει να επιτύχει: αυτό δεν είναι κάτι που βλέπουμε κάθε μέρα, για να χρησιμοποιήσω έναν ευφημισμό. Προσωπικά την ευχαριστήθηκα αυτή τη συλλογή κατά κύριο λόγο επειδή όσο και να κοίταξα, δεν βρήκα τεχνικά ψεγάδια. Μπορεί το περιεχόμενο να προσφέρεται για συζήτηση όπως άλλωστε και οποιοδήποτε άλλο, δομικά όμως τα πράγματα είναι ξεκάθαρα και ακριβή από τον πρώτο στίχο. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι μου άρεσαν όλα τα ποιήματα εξίσου αλλά ότι το διάβασμα κύλισε απρόσκοπτα και το μήνυμα του ποιητή πέρασε χωρίς τα εμπόδια της ασάφειας. 

Πέραν αυτού, συμβαίνουν διάφορα παράδοξα και ασυνήθιστα πράγματα σ’αυτή τη συλλογή, με πρώτο το γεγονός ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη και ορισμένη θεματολογία. Ο Γκανέλης γράφει με αφορμές από τα γύρω του τεκταινόμενα χωρίς να κλείνεται σε καλούπια περιεχομένου, είναι ανοιχτός σε ερεθίσματα και αυτό τελικά καθρεφτίζεται στα κείμενα σε μια απρόσμενη μορφή ελευθερίας:
Μεσογειακό φως Ιουλίου
Εφαπτόμενο με αλμυρή σάρκα[1]

Ένα δεύτερο στοιχείο που τραβάει την προσοχή είναι το ότι υπάρχουν ήρωες στην ποίησή του, πρωταγωνιστές, διάφορα πρόσωπα που περιδιαβαίνουν τα κείμενα. Αυτό που εννοώ είναι ότι ο ποιητής, δεν περιορίζεται στην ατομικότητα του εγώ του αλλά δίνει βήμα και συντάσσει περιγραφές άλλων ανθρώπων που για κάποιο λόγο θεωρεί σημαντικούς. Υπάρχει ο γελωτοποιός («Θεατρικοί ρόλοι», σελ. 11), ο στρατιώτης (σελ. 12), ο κηπουρός (σελ. 31), καθώς και διάφοροι άλλοι τύποι ανθρώπων που κυκλοφορούν ανάμεσα στους στίχους για να οικειοποιηθούν τις λέξεις που τους αφορούν, καταλήγοντας έτσι να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον σουρεαλιστικό και σχεδόν μαγικό, στα όρια του παραμυθιού. 

Παραδόξως, σ’αυτή τη συλλογή υπάρχει το στοιχείο της αφήγησης με ό,τι αυτό συμπεριλαμβάνει: έτσι, έχουμε ενεργητικά ρήματα, παρατατικούς και αόριστους για να στηρίξουν το χρονικό πλαίσιο, επιρρήματα που οριοθετούν τα συμβαίνοντα, και τελικά την επιθυμία να διαβάσουμε παρακάτω για… να δούμε τι θα γίνει! Υπάρχει λοιπόν η φωνή που διηγείται μια ιστορία, κάποιες φορές ρεαλιστική και κάποιες άλλες καθόλου, που βάζει τους ήρωες στη σκηνή και τους δίνει ήχο και λέξεις, περιγράφει τις πράξεις και τις σκέψεις τους, τους αφήνει να διαγράψουν αυτόνομες πορείες και τους ακολουθεί με το βλέμμα. Στο ποίημα «Ο Άνθρωπος» έχουμε για παράδειγμα πέντε παρουσίες: κάθε μια κινείται σε ένα τρίστιχο που της είναι αφιερωμένο, και το ποίημα μοιάζει με ένα παράδοξο ξενοδοχείο φευγαλέων μορφών. 

Τα πρόσωπα που έλεγα πριν, αυτοί δηλαδή που πρωταγωνιστούν σε ό,τι γράφεται στους στίχους, είναι χτισμένα αποκλειστικά σχεδόν πάνω σε αντιθέσεις. Κάθε είδους αντίθετα συναντιούνται για να δημιουργήσουν χαρακτήρες που βρίσκονται με το ένα πόδι στην πραγματικότητα και με το άλλο στην φαντασία αλλά που τελικά καταφέρνουν να ισορροπήσουν, κάποιες φορές μάλιστα και να χορέψουν, χάρη στην ακρίβεια των λέξεων, των σκέψεων και των συγκινήσεων που αποτυπώνονται. Σε όλη αυτή τη διαδικασία, ο ποιητής αλλάζει συνεχώς οπτική γωνία για να παρατηρεί καλύτερα αυτά που συμβαίνουν δεξιά κι αριστερά, εν αγνοία του σχεδόν, ή μήπως για να κρυφτεί από τους αναγνώστες, δύσκολο να συμπεράνει κανείς. Δημιουργεί όμως ένα μαγικό κόσμο για να χάνεται μέσα του, κάπως σαν την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων (για παράδειγμα στην «Συνάντηση», σελ. 17), όπου ξαφνικά οι κανόνες που διέπουν τα όνειρα παίρνουν τα ηνία της πραγματικότητας και έτσι ξεκινάει ένα ταξίδι με άγνωστο προορισμό και αβέβαιη έκβαση. Ποιήματα που μοιάζουν με παραμύθια λοιπόν, διαστρεβλωμένα όμως και ελαφρώς αγωνιώδη, σαν παραμύθια για μεγάλους, κάποιες φορές γεμάτα από απρόσμενους συνειρμούς και κάποιες άλλες αστεία, περιπαιχτικά:

Κάποιες φορές έξω απ’ το σπίτι
Με περιμένει μια γάτα
Με δυο κεφάλια και φτερά.
Στην αρχή νόμιζα πως απέδρασε
Από πίνακα ζωγραφικής
Ή ότι έπεσε απ’ τον ουρανό
Κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας.
Όμως δεν ήταν πραγματική γάτα
Αφού να φανταστείτε
Άρχισε να κυνηγάει τους κλέφτες
Και να γαυγίζει στ’ αυτοκίνητα
Ξέθαβε κόκαλα απ’ το χώμα
Και με κοιτούσε στα μάτια με συμπόνια
Όταν έβγαζα απ’ την τσέπη τα κλειδιά. 
(…)[2]

Στο Εκτός εαυτού είμαστε θεατές μιας παρέλασης ετερόκλητων πραγμάτων και ανθρώπων αρμονικά ζυγισμένης, ή ακόμα και μιας πραγματικότητας που στέκεται απέναντι από το παραμορφωτικό της είδωλο, με τις ψευδαισθήσεις, τις αυταπάτες και τα αγωνιώδη όνειρα που αυτό φέρνει μαζί του. Ανάμεσα στις άλλες ψευδαισθήσεις λοιπόν, τις λοξές πραγματικότητες άλλων ανθρώπων που μπαινοβγαίνουν στα ποιήματα σαν να είναι σπίτι τους, έχουμε και την ψευδαίσθηση του εγώ του ποιητή, που πότε αναμετριέται με τον εαυτό του και πότε παίρνει θέση ανάμεσα στους άλλους πρωταγωνιστές, περαστικός κι αυτός από αυτή ή από κάποια άλλη πραγματικότητα. Ατμόσφαιρες, παρουσίες και αντικείμενα, περιγράφονται αδιακρίτως σε διαδοχικές εικόνες και με όλες τις μεταξύ τους συνιστώσες, και το αποτέλεσμα είναι μια μαγεμένη πραγματικότητα ή ένα ρεαλιστικό όνειρο, ανάλογα με τι θέλει να δει κανείς.
Δύο από τα ποιήματα που μου άρεσαν ιδιαίτερα:

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ[3]

Ο άνθρωπος με τις μπότες
Ήξερε να σκοτώνει τη χαρά:
Την ποδοπατούσε γελώντας.

Ο άνθρωπος με το καπέλο
Πάντα αγαπούσε τις σκιές:
Τις έκρυβε στη φόδρα του ήλιου.

Ο άνθρωπος με το παλτό
Τουρτούριζε μπροστά στο τζάκι:
Είχε ένα πάγο στην καρδιά του.

Ο άνθρωπος με το μακό
Ήταν πάντοτε των άκρων:
Έγραφε ποιήματα χωρίς χέρια.

Ο άνθρωπος με τα μαύρα
Περπατούσε στο δρόμο σφυρίζοντας:
Μάλλον πενθούσε χωρίς να το ξέρει.

ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ[4]

Ο γιατρός μου απαγόρευσε το τσιγάρο.
Μα εγώ έχω στην τσέπη μου έναν αναπτήρα
Κι ανάβω φωτιές στη μνήμη
Καπνίζω τις μυρωδιές του καλοκαιριού
Που αναδύονται από ηλιοκαμένα σώματα
Ανοίγω πακέτο με άβγαλτους έρωτες
Αφαιρώ προσεκτικά τη ζελατίνα
Και ρουφάω τον απαγορευμένο χυμό τους
Μετά στρίβω αντί για καπνό ένα χαμόγελο
Που μου αφήνει μια γλυκιά γεύση στα χείλη
Κάνω μια τζούρα απ’ την ανάσα της άνοιξης
Και πέφτω λιπόθυμος στην αγκαλιά της.

Ο γιατρός μου απαγόρευσε το αλκοόλ.
Μα εγώ έχω μαζί μου ένα ποτήρι
Και κερνάω πονοκέφαλο τη νύχτα
Πίνω τα ποτάμια και τις πηγές
Που αναβλύζουν από καθαρά χώματα
Ανοίγω μπουκάλι με μεθυσμένες Κυριακές
Συμπιέζω βιαστικά τα σύννεφα
Και λούζομαι το οινόπνευμά τους
Μετά ποτίζω τον εαυτό μου με χρώματα
Που λικνίζονται γυμνά στο βάθος της ψυχής
Κατεβάζω άσπρο πάτο το φεγγάρι
Και τρεκλίζω έξω απ’ το σπίτι μου χαράματα.

Ο γιατρός μου απαγόρευσε το θάνατο
Μα εγώ καπνίζω και πίνω στην υγειά του. 


Κρις Λιβανίου

Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στις προτάσεις ανάγνωσης Απριλίου του vakxikon.gr.


[1] in. «Διαπιστώσεις», σελ. 21.
[2] «μεταλλάξεις», σελ. 37
[3] σελ. 23.
[4] σελ. 32.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου