Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

Καλό Πάσχα!

Το στίγμαΛόγου σας εύχεται Καλό Πάσχα και Ανά(σ)ταση ψυχής.




Καλή αντάμωση την άλλη Πέμπτη 5/5/2016.

Επιστρέφοντας στην κριτική

Ο επαρκής αναγνώστης που παρακολουθεί τα τελευταία χρόνια τα λογοτεχνικά μας πράγματα διαπιστώνει ότι η κριτική μας βρίσκεται σε κρίση: επαινείται το μέτριο, το ασήμαντο ή/και το κακό, και αγνοείται, ή ισοπεδώνεται με το επαινούμενο, το εξέχον και το άριστο (ως επί το πλείστον, βέβαια, γιατί οι εξαιρέσεις δεν λείπουν). Αν έπαιρνε κανείς τοις μετρητοίς τα κείμενα που μιλούν για τα νεοεκδιδόμενα έργα, ή που αναφέρονται στο έργο ζώντων συγγραφέων, θα πίστευε ότι στη λογοτεχνία μας, κυρίως στην ποίηση, συντελείται σήμερα μια κοσμογονία: σχεδόν όλα είναι σημαντικά, συναρπαστικά, ανατρεπτικά. Ή, όταν δεν χαρακτηρίζονται ως τέτοια, περιγράφονται με τρόπο που να μην αφήνει αμφιβολία για το αξιόλογό τους. Μέτρια, ασήμαντα, ανάξια λόγου δεν φαίνεται να υπάρχουν.

Οι κύριες αιτίες μιας κρίσης της λογοτεχνικής κριτικής είναι, βέβαια, δύο: η ανεπάρκεια του κριτικού και η σκοπιμότητα. Αυτά τα δύο δεν θα πρέπει να τα νοούμε εντελώς χωριστά, γιατί ενίοτε το πρώτο συναρτάται με το δεύτερο. Η επίδραση επί της λογοτεχνικής κριτικής μις γενικότερης, κοινωνικής, κρίσης αξιών είναι αιτία δευτερεύουσα. Ο λογοτεχνικός κριτικός, όταν είναι επαρκής, διαγιγνώσκει τις αιτίες των κοινωνικών κρίσεων, δεν υφίσταται την επίδρασή τους. Ωστόσο βλέπουμε σήμερα κριτικούς ικανούς (όπως δείχνουν τα γενικότερα περί λογοτεχνίας κείμενά τους) να εγκωμιάζουν έργα για τα οποία θα περίμενε κανείς να διατυπώνουν επιφυλάξεις. Διακρίνει κανείς σ’ αυτές τις περιπτώσεις μιαν ασυμφωνία – που γίνεται αισθητή σε στιγμές εκφραστικής αμηχανίας – ανάμεσα στην πρόσληψη και στην υποδοχή ενός έργου από τον κριτικό, ανάμεσα σ’ εκείνο που ο κριτικός νιώθει για το έργο και σ’ εκείνο που γράφει: μια επιείκεια ή γενναιοδωρία που δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί παρά μόνο από το γεγονός ότι το πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων του κριτικού, που είναι κυρίως πλέγμα σχέσεων με ομοτέχνους (τις οποίες δεν είναι ευχάριστο να δει κανείς να διαταράσσονται) τον εμποδίζει να φανεί όσο θα έπρεπε κριτικός. Υπάρχει ένα στοιχείο επαρχιωτισμού σε αυτό το φαινόμενο, σαν εκείνο που συναντάμε στις μικρές και κλειστές κοινωνίες της επαρχίας, και στις κριτικές που γράφουν ο ένας για τον άλλο οι εκεί λόγιοι στις τοπικές εφημερίδες, κριτικές που θα κατατάσσαμε επιεικώς στο είδος της ιμπρεσσιονιστικής κριτικής.

Υπάρχει και ένα δεύτερο είδος κριτικού επαρχιωτισμού, που το συναντάμε κυρίως στην πανεπιστημιακή κριτική μας και που αιτία του είναι, εκτός από τις παραπάνω, ο φόβος του επαρχιωτισμού (…).

Το μέγεθος της σημερινής σύγχυσης των κριτικών αξιών είναι εν πολλοίς αποτέλεσμα τεσσάρων σχετικά πρόσφατων φαινομένων. Το πρώτο αναπτύσσεται στον χώρο του διαδικτύου, ο οποίος προσφέρεται αφειδώς για άμεση και απεριόριστη διατύπωση κρίσεων σε κάθε βουλόμενο – ανεξαρτήτως γνώσεων και κριτικής επάρκειας – που πιστεύει ότι έχει κάτι αξιόλογο να ανακοινώσει. Το δεύτερο απορρέει από την, χάρη στις δυνατότητες της ηλεκτρονικής τεχνολογίας, μεγάλη ευκολία παραγωγής εντύπων, εν οις και λογοτεχνικών περιοδικών, με τη συνακόλουθη ευρεία διάθεση κριτικού χώρου, ο οποίος κατά μικρό μόνο μέρος μπορεί να καλυφθεί από κείμενα ικανών κριτικών. Το τρίτο είναι η εμφάνιση, τις τελευταίες δεκαετίες, του θεσμού - πλέον - της «ζωτανής» παρουσίασης βιβλίων σε πάσης φύσεως αίθουσες και χώρους.

Θα πρέπει να σταθούμε για λίγο στη λειτουργία αυτού του «θεσμού» (λειτουργία που πολλοί πιστεύουν ότι είναι θετική για την υπόθεση της λογοτεχνίας), γιατί αποτελεί, πιστεύω, έναν από τους δραστικότερους σήμερα παράγοντες της σύγχυσης των αξιολογικών διακρίσεων. Καταρχήν θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι παρουσιάσεις αυτές, με τον τρόπο με τον οποίο οργανώνονται (από τον εκδοτικό οίκο, με τη συνεργασία του συγγραφέα, ή και αντιστρόφως) και με την εμφανή διαφημιστική τους πρόθεση, αποτελούν ένα είδος εκ προοιμίου θετικής κριτικής, αφού καλούνται να μιλήσουν σε αυτές άνθρωποι που διάκεινται ευνοϊκά για το παρουσιαζόμενο βιβλίο, κυρίως φίλοι του συγγραφέα. (…)

Αν στα παραπάνω προσθέσουμε και το επακόλουθο της άκριτης, τις τελευταίες δεκαετίες, εμπορευματοποίησης του μυθιστορηματικού λόγου, με την εξάλειψη – στις σελίδες βιβλίου των εφημερίδων κυρίως – των ορίων ανάμεσα στη βιβλιοπαρουσίαση και τη βιβλιοκρισία, θα έχουμε, πιστεύω, μιαν εναργή εικόνα του σημερινού κριτικού μας τοπίου.

Νάσος Βαγενάς



Σημ.: Απόσπασμα από ομότιτλο άρθρο που γράφτηκε εξ αφορμής του βιβλίου του Νίκου Λάζαρη, Η αιχμή του δόρατος, και δημοσιεύθηκε στο πιο πρόσφατο τεύχος (αρ. 72, Απρίλιος 2016) της Athens Review of Books.

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

"Εκτός εαυτού" του Γιώργου Γκανέλη



Μεγάλα λόγια σαν σπάσιμο γυαλιού ξεθύμαναν στις πλατείες

Αυτός είναι ο πρώτος στίχος του πρώτου ποιήματος της συλλογής Εκτός εαυτού, που αποτελείται από άλλα 50. Εκτενή στην πλειοψηφία τους, είναι η απόδειξη ότι ο Γιώργος Γκανέλης δεν φοβάται να αναπτύξει την σκέψη του, ούτε ανησυχεί ότι θα υποπέσει σε.. ατοπήματα που σε σύντομα κείμενα θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί: έχει το θάρρος του λόγου.
Κάθε ένα από τα ποιήματα της συλλογής αυτής έχει ξεκάθαρη δομή και είναι στημένο σε ακριβή ισορροπία, είναι φανερό ότι ο δημιουργός έχει σαφή εικόνα του τι θέλει να επιτύχει: αυτό δεν είναι κάτι που βλέπουμε κάθε μέρα, για να χρησιμοποιήσω έναν ευφημισμό. Προσωπικά την ευχαριστήθηκα αυτή τη συλλογή κατά κύριο λόγο επειδή όσο και να κοίταξα, δεν βρήκα τεχνικά ψεγάδια. Μπορεί το περιεχόμενο να προσφέρεται για συζήτηση όπως άλλωστε και οποιοδήποτε άλλο, δομικά όμως τα πράγματα είναι ξεκάθαρα και ακριβή από τον πρώτο στίχο. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι μου άρεσαν όλα τα ποιήματα εξίσου αλλά ότι το διάβασμα κύλισε απρόσκοπτα και το μήνυμα του ποιητή πέρασε χωρίς τα εμπόδια της ασάφειας. 

Πέραν αυτού, συμβαίνουν διάφορα παράδοξα και ασυνήθιστα πράγματα σ’αυτή τη συλλογή, με πρώτο το γεγονός ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη και ορισμένη θεματολογία. Ο Γκανέλης γράφει με αφορμές από τα γύρω του τεκταινόμενα χωρίς να κλείνεται σε καλούπια περιεχομένου, είναι ανοιχτός σε ερεθίσματα και αυτό τελικά καθρεφτίζεται στα κείμενα σε μια απρόσμενη μορφή ελευθερίας:
Μεσογειακό φως Ιουλίου
Εφαπτόμενο με αλμυρή σάρκα[1]

Ένα δεύτερο στοιχείο που τραβάει την προσοχή είναι το ότι υπάρχουν ήρωες στην ποίησή του, πρωταγωνιστές, διάφορα πρόσωπα που περιδιαβαίνουν τα κείμενα. Αυτό που εννοώ είναι ότι ο ποιητής, δεν περιορίζεται στην ατομικότητα του εγώ του αλλά δίνει βήμα και συντάσσει περιγραφές άλλων ανθρώπων που για κάποιο λόγο θεωρεί σημαντικούς. Υπάρχει ο γελωτοποιός («Θεατρικοί ρόλοι», σελ. 11), ο στρατιώτης (σελ. 12), ο κηπουρός (σελ. 31), καθώς και διάφοροι άλλοι τύποι ανθρώπων που κυκλοφορούν ανάμεσα στους στίχους για να οικειοποιηθούν τις λέξεις που τους αφορούν, καταλήγοντας έτσι να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον σουρεαλιστικό και σχεδόν μαγικό, στα όρια του παραμυθιού. 

Παραδόξως, σ’αυτή τη συλλογή υπάρχει το στοιχείο της αφήγησης με ό,τι αυτό συμπεριλαμβάνει: έτσι, έχουμε ενεργητικά ρήματα, παρατατικούς και αόριστους για να στηρίξουν το χρονικό πλαίσιο, επιρρήματα που οριοθετούν τα συμβαίνοντα, και τελικά την επιθυμία να διαβάσουμε παρακάτω για… να δούμε τι θα γίνει! Υπάρχει λοιπόν η φωνή που διηγείται μια ιστορία, κάποιες φορές ρεαλιστική και κάποιες άλλες καθόλου, που βάζει τους ήρωες στη σκηνή και τους δίνει ήχο και λέξεις, περιγράφει τις πράξεις και τις σκέψεις τους, τους αφήνει να διαγράψουν αυτόνομες πορείες και τους ακολουθεί με το βλέμμα. Στο ποίημα «Ο Άνθρωπος» έχουμε για παράδειγμα πέντε παρουσίες: κάθε μια κινείται σε ένα τρίστιχο που της είναι αφιερωμένο, και το ποίημα μοιάζει με ένα παράδοξο ξενοδοχείο φευγαλέων μορφών. 

Τα πρόσωπα που έλεγα πριν, αυτοί δηλαδή που πρωταγωνιστούν σε ό,τι γράφεται στους στίχους, είναι χτισμένα αποκλειστικά σχεδόν πάνω σε αντιθέσεις. Κάθε είδους αντίθετα συναντιούνται για να δημιουργήσουν χαρακτήρες που βρίσκονται με το ένα πόδι στην πραγματικότητα και με το άλλο στην φαντασία αλλά που τελικά καταφέρνουν να ισορροπήσουν, κάποιες φορές μάλιστα και να χορέψουν, χάρη στην ακρίβεια των λέξεων, των σκέψεων και των συγκινήσεων που αποτυπώνονται. Σε όλη αυτή τη διαδικασία, ο ποιητής αλλάζει συνεχώς οπτική γωνία για να παρατηρεί καλύτερα αυτά που συμβαίνουν δεξιά κι αριστερά, εν αγνοία του σχεδόν, ή μήπως για να κρυφτεί από τους αναγνώστες, δύσκολο να συμπεράνει κανείς. Δημιουργεί όμως ένα μαγικό κόσμο για να χάνεται μέσα του, κάπως σαν την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων (για παράδειγμα στην «Συνάντηση», σελ. 17), όπου ξαφνικά οι κανόνες που διέπουν τα όνειρα παίρνουν τα ηνία της πραγματικότητας και έτσι ξεκινάει ένα ταξίδι με άγνωστο προορισμό και αβέβαιη έκβαση. Ποιήματα που μοιάζουν με παραμύθια λοιπόν, διαστρεβλωμένα όμως και ελαφρώς αγωνιώδη, σαν παραμύθια για μεγάλους, κάποιες φορές γεμάτα από απρόσμενους συνειρμούς και κάποιες άλλες αστεία, περιπαιχτικά:

Κάποιες φορές έξω απ’ το σπίτι
Με περιμένει μια γάτα
Με δυο κεφάλια και φτερά.
Στην αρχή νόμιζα πως απέδρασε
Από πίνακα ζωγραφικής
Ή ότι έπεσε απ’ τον ουρανό
Κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας.
Όμως δεν ήταν πραγματική γάτα
Αφού να φανταστείτε
Άρχισε να κυνηγάει τους κλέφτες
Και να γαυγίζει στ’ αυτοκίνητα
Ξέθαβε κόκαλα απ’ το χώμα
Και με κοιτούσε στα μάτια με συμπόνια
Όταν έβγαζα απ’ την τσέπη τα κλειδιά. 
(…)[2]

Στο Εκτός εαυτού είμαστε θεατές μιας παρέλασης ετερόκλητων πραγμάτων και ανθρώπων αρμονικά ζυγισμένης, ή ακόμα και μιας πραγματικότητας που στέκεται απέναντι από το παραμορφωτικό της είδωλο, με τις ψευδαισθήσεις, τις αυταπάτες και τα αγωνιώδη όνειρα που αυτό φέρνει μαζί του. Ανάμεσα στις άλλες ψευδαισθήσεις λοιπόν, τις λοξές πραγματικότητες άλλων ανθρώπων που μπαινοβγαίνουν στα ποιήματα σαν να είναι σπίτι τους, έχουμε και την ψευδαίσθηση του εγώ του ποιητή, που πότε αναμετριέται με τον εαυτό του και πότε παίρνει θέση ανάμεσα στους άλλους πρωταγωνιστές, περαστικός κι αυτός από αυτή ή από κάποια άλλη πραγματικότητα. Ατμόσφαιρες, παρουσίες και αντικείμενα, περιγράφονται αδιακρίτως σε διαδοχικές εικόνες και με όλες τις μεταξύ τους συνιστώσες, και το αποτέλεσμα είναι μια μαγεμένη πραγματικότητα ή ένα ρεαλιστικό όνειρο, ανάλογα με τι θέλει να δει κανείς.
Δύο από τα ποιήματα που μου άρεσαν ιδιαίτερα:

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ[3]

Ο άνθρωπος με τις μπότες
Ήξερε να σκοτώνει τη χαρά:
Την ποδοπατούσε γελώντας.

Ο άνθρωπος με το καπέλο
Πάντα αγαπούσε τις σκιές:
Τις έκρυβε στη φόδρα του ήλιου.

Ο άνθρωπος με το παλτό
Τουρτούριζε μπροστά στο τζάκι:
Είχε ένα πάγο στην καρδιά του.

Ο άνθρωπος με το μακό
Ήταν πάντοτε των άκρων:
Έγραφε ποιήματα χωρίς χέρια.

Ο άνθρωπος με τα μαύρα
Περπατούσε στο δρόμο σφυρίζοντας:
Μάλλον πενθούσε χωρίς να το ξέρει.

ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ[4]

Ο γιατρός μου απαγόρευσε το τσιγάρο.
Μα εγώ έχω στην τσέπη μου έναν αναπτήρα
Κι ανάβω φωτιές στη μνήμη
Καπνίζω τις μυρωδιές του καλοκαιριού
Που αναδύονται από ηλιοκαμένα σώματα
Ανοίγω πακέτο με άβγαλτους έρωτες
Αφαιρώ προσεκτικά τη ζελατίνα
Και ρουφάω τον απαγορευμένο χυμό τους
Μετά στρίβω αντί για καπνό ένα χαμόγελο
Που μου αφήνει μια γλυκιά γεύση στα χείλη
Κάνω μια τζούρα απ’ την ανάσα της άνοιξης
Και πέφτω λιπόθυμος στην αγκαλιά της.

Ο γιατρός μου απαγόρευσε το αλκοόλ.
Μα εγώ έχω μαζί μου ένα ποτήρι
Και κερνάω πονοκέφαλο τη νύχτα
Πίνω τα ποτάμια και τις πηγές
Που αναβλύζουν από καθαρά χώματα
Ανοίγω μπουκάλι με μεθυσμένες Κυριακές
Συμπιέζω βιαστικά τα σύννεφα
Και λούζομαι το οινόπνευμά τους
Μετά ποτίζω τον εαυτό μου με χρώματα
Που λικνίζονται γυμνά στο βάθος της ψυχής
Κατεβάζω άσπρο πάτο το φεγγάρι
Και τρεκλίζω έξω απ’ το σπίτι μου χαράματα.

Ο γιατρός μου απαγόρευσε το θάνατο
Μα εγώ καπνίζω και πίνω στην υγειά του. 


Κρις Λιβανίου

Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στις προτάσεις ανάγνωσης Απριλίου του vakxikon.gr.


[1] in. «Διαπιστώσεις», σελ. 21.
[2] «μεταλλάξεις», σελ. 37
[3] σελ. 23.
[4] σελ. 32.

Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

Σκάβοντας τα σοκάκια του κόσμου

Εκτός σχεδίου πάντα η ποίηση


μέσα της
το σχέδιο του σύμπαντος κόσμου.




Μεσσίες και Μεσσίες επαγγέλλονται τον παράδεισο. Η ποίηση τους αποκρούει προχωρώντας στο δικό της δρόμο, σ’ ένα ατέλειωτο ταξίδι εσωτερικής συνομιλίας και καταβύθισης. Γυμνή, θεόγυμνη πάντα, σ’ έναν κόσμο με αρχή και τέλος, χωρίς το χειροφίλημα, το φιλί, τον ασπασμό, χωρίς το ενδιάμεσο κενό που σημαίνει νιώθω και γνωρίζω. Η ποίηση είναι η σωστική μεταμέλεια αυτού του κενού, με όλα τα εμπόδια μπροστά της παράξενα φορτισμένα από την αλήθεια.

Αντίθετα κινούμενη, εκτός σχεδίου, αναζητεί κτερίσματα, θραύσματα. Χτυπάει κουδούνια αξημέρωτα, επισκέπτεται σπίτια που τα στοιχειώνει η απουσία και η μνήμη, συνομιλεί με τις σκιές τους. Ενώνει κρίκους, ηλικίες, γενιές. Αφαιρεί τις μάσκες, τα προσωπεία. Δείχνει τα πράγματα όπως είναι. Ενίοτε καταφεύγει σε χρησμούς. Απλώνει το χέρι στο ανέκφραστο. Ξεσηκώνει τον άγιο αντίλογο, το θεό και το δαίμονα. Ξεσηκώνει το πλήθος με τη δύναμη της ανάγκης, με τη δύναμη της πείνας. Αναπληρώνει την απουσία μόνο και μόνο για να την υπογραμμίσει ακόμα πιο πολύ. Γνωρίζει καλά, πολύ καλά, πως αυτό που λείπει πάντα θα λείπει. Κάθε νύχτα προσφεύγοντας στο θαύμα.

Η φωνή της δεν έχει να κάνει με την ένταση της κραυγής αλλά με τη βαθιά ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης, που υπάρχει μόνο στην ελευθερία και στην αξιοπρέπεια, φωνή που δεν μπορούν να την πνίξουν οι ευτελείς και οι διαφθορείς της κάθε είδους εξουσίας. Μέσα στη φαινομική τάξη γίνεται λεπίδα που ανατέμνει τα πράγματα και αποδίδει τα ευρήματά της προσπαθώντας ν’ ανοίξει μονοπάτια, ν’ ανασύρει τους πόθους που ίσως θερμάνουν την ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου, αναζητώντας με αγωνία την ουσία της δημιουργίας. Δημιουργώντας με τη στάση της όχι οπαδούς ή πιστούς, αλλά αιωνίως αμφισβητίες. Υπερασπίζοντας και δικαιώνοντας φτωχοδιάβολους, ανυπεράσπιστους, ό,τι έμεινε και μένει αδικαίωτο, ανεκπλήρωτο, άστεγο, τάχα αδύνατο, αλλά τελικά εφικτό, δυνατό και όμορφο. Πανανθρώπινο.

Σκάβοντας τα σοκάκια του κόσμου τεμαχίζεται σ’ εργατικές συνοικίες, φάμπρικες και νταμάρια. Αναλώνεται στους κοινόχρηστους χώρους της ορφάνιας κοντά σε ρημαγμένα ένστικτα και συντρίβεται κάθε στιγμή στα φλεγόμενα πεδία βολής. Χαρακωμένη διαρκώς από σημαίες ξυράφια κατρακυλάει με το βράχο στον ώμο της και ξανά ανηφορίζει στη δόξα της ματαιότητας, καθότι είναι προτιμότερος αυτός ο αγώνας από το να ζούμε ματαίως. Αφήνοντας τη ματαιότητα των ματαιοτήτων στους θεοφοβούμενους του άλλου κόσμου.

Ακροβατώντας ασκείται. Αθλούμενη υπαινίσσεται. Με μάτι άγρυπνο και αυτί ασκημένο στους ψιθύρους αφήνει περάσματα εκεί όπου όλα μπορεί να συμβούν και να ειπωθούν. Συντρίβει αλυσσίδες. Στήνει στον τοίχο του αποσπάσματος τους εκτελεστές που τρομάζουν μπροστά στην αψηφισιά των θυμάτων. Καλώντας μας να πιστέψουμε. Να καλλιεργήσουμε την κοινωνική συνείδηση. Φλεγόμενη μας καλεί σε περιστροφικό χορό στα σταυροδρόμια του κόσμου, ανασαίνοντας από τις παύσεις και τα κενά που αφήνουν οι ρυθμοί της για να γεμίσουν οι άνθρωποι που «πάσχουν» από ζωή.

Η ελπίδα μας είναι. Η μόνο ελπίδα μας. Σ’ αυτήν την πανάρχαια ασυγκράτητη πηγή θα πρέπει να επιστρέφει διαρκώς κι αδιαλλείπτως ο άνθρωπος, αν θέλει να σωθεί από την αποκτήνωσή του. Γιατί, πολύ απλά, μια πολιτική ιδέα χωρίς ποίηση δεν είναι πολιτική, ούτε ιδέα. Ένα φιλοσοφικό σύστημα χωρίς ποίηση είναι μονάχα σύστημα. Μια οποιαδήποτε θρησκεία χωρίς ποίηση δεν έχει θεό.

Περιπλανώμενη πάντα, η «τρελή» του θεού και των ανθρώπων, κραδαίνοντας στίχους πότε σαν λουλούδια και πότε σαν άστρα, έρχεται και φεύγει με άδεια χέρια. Τραυματική αλλά και μάχιμη, μ’ έναν ήλιο καρφιτσωμένο στη θέση της πληγής. Για να μας σώσει. Γιατί σώζει η ποίηση. Ακεραιώνει. Ολοκληρώνει. Μας κάνει ατόφιους. Ολόκληρους. Όλους. Χωρίς την παρουσία της ο βίος θεωρείται αβίωτος.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης






Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

Ο αντίκτυπος μιας γνώμης


Μετά τις τελευταίες δύο Παρασκευές και τα «σφηνάκια» που δημοσιεύσαμε, ακολούθησε μια αναπάντεχη αντίδραση «εκτός γηπέδου». Δύο από τους ποιητές δημοσίευσαν στο facebook συνδέσμους προς τις αναρτήσεις μας, προσκαλώντας ουσιαστικά τους φίλους τους να διατυπώσουν τις απόψεις τους και να ακυρώσουν με αυτόν τον τρόπο τις «κριτικές» μας. Προσωπικά δεν περίμενα καθόλου μια τέτοια αντίδραση και πιάστηκα κυριολεκτικά εξ απίνης, διότι ποτέ δεν φανταζόμουν ότι το στίγμαΛόγου είναι τόσο εδραιωμένο στη συνείδησή τους ώστε να θεωρούν τόσο καίρια τη γνώμη μας και να της δίνουν τέτοια σημασία. Ξαφνιάστηκα επίσης επειδή όταν γράψαμε θετικές αξιολογήσεις δεν το έκαναν ιδιαίτερο θέμα, όπως τώρα που γράψαμε κάτι αρνητικό.

Και το ερώτημα είναι: πρέπει πάντα να γράφουμε κάτι θετικό; Μα δεν θα δημιουργηθεί έτσι και από εμάς η εντύπωση ότι ζούμε σε μια εποχή "λογοτεχνικής αναγέννησης", όπου γράφονται πραγματικά αριστουργήματα, όταν διθυραμβολογούμε για ό,τι γράφουμε; (διαβάστε σχετικά και ένα κείμενο του Νάσου Βαγενά που θα αναδημοσιεύσουμε τη Μ. Πέμπτη – καίτοι αναφέρεται στη σοβαρή κριτική, έχει γενικότερη εφαρμογή).

Τότε, μπορεί να πει κανείς, μπορείτε να αποφύγετε τον σκόπελο με το να μην γράψετε, να αποσιωπήσετε δηλαδή, τις αρνητικές σας γνώμες. Πράγματι, και αυτό ακριβώς κάνουμε όταν πρόκειται για ποιητές που δεν μας έχουν ξανα-απασχολήσει. Όταν όμως πρόκειται για ποιητές με τους οποίους έχουμε ασχοληθεί στο παρελθόν και τους παρακολουθούμε ή οι ίδιοι φροντίζουν να μας στέλνουν τα νεότερα βιβλία τους, αποζητώντας τη γνώμη μας, δεν μπορούμε να μην γράψουμε αυτό που πραγματικά πιστεύουμε... Οπότε, ζητούμε συγνώμη αν σας στενοχωρούμε, αλλά οφείλουμε (απέναντι στους εαυτούς μας πρωτίστως) να είμαστε ειλικρινείς στην άποψή μας – στην άποψή μας, προσοχή, ποτέ δεν καμωθήκαμε τους κριτικούς…

Και ευχαριστούμε που μας δίνετε τόση σημασία. Καλή Μεγάλη Εβδομάδα!

Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016

Σφηνάκια, δύο και πάλι: "Ρολόγια και άλλοι χτύποι" της Μαρίας Κουλούρη και "Ακατάλληλο" του Δήμου Χλωπτσιούδη




"Ρολόγια και άλλοι χτύποι" της Μαρίας Κουλούρη

Γράφω για την συλλογή της Μαρίας Κουλούρη Ρολόγια και άλλοι χτύποι κυρίως γιατί διαβάζοντάς την, διαπίστωσα ότι είναι ένα κλασσικό παράδειγμα της ποίησης που δημοσιεύεται τα τελευταία χρόνια. Αυτά που στην αρχή μου φάνηκαν ως αναμασημένα κλισέ και ξαναδιαβασμένα πράγματα, ήταν στην πραγματικότητα περισσότερο «μόδα» στις λέξεις, τα νοήματα και το στυλ.

Το ενδιαφέρον της συλλογής αυτής είναι το ότι η ποιήτρια συχνά αναρωτιέται τι υπάρχει σε αυτό που λέμε «ενδιάμεσο»: ανάμεσα στον ύπνο και το όνειρο, τον εφιάλτη και την πραγματικότητα, το φως της μέρας και τον φωτισμό της νύχτας. Ψηλαφεί τα όρια χωρίς να επικεντρώνει την ματιά της στην μια ή την άλλη πλευρά των άκρων αλλά ακριβώς εκεί, στον ενδιάμεσο χώρο. Επίσης είναι και ο χρόνος που περνάει και στοιχειοθετείται με τρόπο τελικά αυθαίρετο και αυθύπαρκτο, θέτοντας το άτομο απέναντί του, πότε ανήμπορο και πότε καταλυτικά ισχυρό: κάθε χτύπος είναι τελικά και μια πραγματικότητα από την αρχή.

Στην πρώτη της συλλογή, το Μουσείο άδειο, μου είχε κάνει εντύπωση η κατά κάποιο τρόπο αιρετική γραφή της, η «πολυτέλεια» του να γράφει κανείς με θάρρος απρόσμενα, ακόμα και παράδοξα πράγματα. Στα Ρολόγια και άλλοι χτύποι, εκτός από έναν όντως ανατρεπτικό τίτλο, η σπίθα της ανατροπής και του ξαφνιάσματος λείπει και είναι κρίμα γιατί είναι μια αρετή που η Μαρία Κουλούρη σαφώς διαθέτει, το έχει ήδη αποδείξει.

Από την άλλη βέβαια αυτή η συλλογή, σε αντίθεση με την προηγούμενη, είναι στηριγμένη στον διάλογο της ποιήτριας με τον εαυτό της και άρα έχει μειωμένη επικοινωνία με τον αναγνώστη, πρόκειται για μια αφηγηματική ποίηση κλειδωμένη σε μια κατ’ επίφαση αλληγορική διάθεση και με τίτλους στα ποιήματα που δεν έχουν εμφανή σχέση με ό,τι γράφεται από κάτω τους. Οι λέξεις, όταν δεν δίνουν ήχο σε καινούριες σκέψεις, παλιώνουν, και φαίνονται πολυφορεμένες, ανακινούν ξανα-ακουσμένες σκέψεις και αφήνουν τον αναγνώστη σε ένα σημείο ελάχιστα διαφορετικό από εκεί που βρισκόταν πριν αρχίσει την ανάγνωση. Ο αέρας της αλλαγής και της φρέσκιας σκέψης που θα έκανε την πολυπόθητη διαφορά, εδώ λείπει.
Κρις Λιβανίου



"Ακατάλληλο" του Δήμου Χλωπτσιούδη

Στο στόχαστρο του Χλωπτσιούδη σε αυτή τη συλλογή βρίσκεται το γυμνό σώμα που ερωτεύεται και ταξιδεύει. Στην πρώτη περίπτωση, εκείνη του έρωτα, το σώμα αποθεώνεται και γίνεται αντικείμενο θαυμασμού και επιθυμίας, την ίδια στιγμή που, σε μια συστροφή, ο θαυμασμός αναμιγνύεται με τη ντροπή που προκαλεί η θέα της γύμνιας η οποία ανασύρει εδραιωμένες προκαταλήψεις. Στη δεύτερη περίπτωση, το σώμα ταξιδεύει, νοερά ή πραγματικά, πότε σε μια πράξη απόδρασης, ασχέτως αν αυτή ευοδώνεται με επιτυχία, και πότε στο πλαίσιο του μισεμού και της ξενιτιάς, οπότε υφίσταται τα δεινά και τις κακουχίες που συνεπάγεται το ξερίζωμα από την πατρίδα. Διαχρονικό το πρώτο θέμα, επίκαιρο το δεύτερο, φλέγοντα και τα δύο.

Έντονο είναι το μυθολογικό στοιχείο στη συλλογή, το οποίο γίνεται αρωγός στην προσπάθεια μιας σε βάθος διερεύνησης της ερωτικής επιθυμίας, αλλά και των προσδοκιών που ματαιώνονται από το αποτέλεσμα του ταξιδιού. Έντονο επίσης είναι το στοιχείο της παιδικότητας και του ονείρου (που είναι ένα από τα μέσα με τα οποία πραγματώνεται το ταξίδι), τα οποία βλέπουμε στη συλλογή να θυσιάζονται προκειμένου να μπορέσει ο άνθρωπος, καθώς μεγαλώνει, να γίνει λειτουργικός στον κόσμο των ενηλίκων.

Η συλλογή του Δήμου Χλωπτσιούδη προσφέρει μια ενδιαφέρουσα οπτική, καθώς το πολύπαθο σώμα και όλα όσα υφίσταται ή νιώθει το ποιητικό υποκείμενο μέσα από αυτό, όλα όσα εσωτερικεύει, αλλά και όλα όσα προκαλεί με την παρουσία του στον κόσμο, μπαίνουν στον μεγεθυντικό φακό του ποιητή και αποκαλύπτουν μία ακόμα πιθανή ανάγνωση της πραγματικότητας.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

Οι αξιολογικές διακρίσεις του Γιώργου Αράγη

Με σεβασμό και εκτίμηση στέκεται ο αναγνώστης στη Νεοελληνική Κριτική του Αράγη, τόσο για τον όγκο όσο και για την ποιότητά της. Είναι μια μελέτη που έλειπε από τα γράμματά μας. Το βιβλίο είναι το τρίτο μέρος της τριλογίας που ξεκίνησε ο συγγραφέας πριν από μια δεκαπενταετία περίπου. Παραθέτω τους τίτλους: 1. Αστική εμπειρία και αστική ιθαγένεια της νεοελληνικής λογοτεχνίας (2001), 2. Η μεταβατική περίοδος της ελληνικής ποίησης. Η σταδιακή της εξέλιξη από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους έως το 1930 (2006) και 3. Νεοελληνική κριτική. Αξιολογικές διακρίσεις (2015).

Στο βιβλίο που αποτελείται από δύο μέρη (…) εξετάζεται το έργο 27 κριτικών που γεννήθηκαν από το τέλος του 18oυ αι. ως το 1940. Εξαίρεσε από τη μελέτη του τους ζώντες κριτικούς. Ο Αράγης, που ασχολείται αποκλειστικά με την κριτική και εξέδωσε σχετικά βιβλία, ήταν αρμόδιος να καταπιαστεί με αυτό το ζήτημα. Είναι, συνεπώς, εύλογο η απόφασή του αυτή να μην επιδέχεται αμφισβήτηση. Ωστόσο το εγχείρημα είναι πολύ φιλόδοξο με την απόπειρά του να κάνει μια τομή στην πορεία της ποίησης, κυρίως, ανατρέποντας ορισμένες σταθερές που όρισαν οι προηγούμενοι γραμματολόγοι και κριτικοί.

(…) Στη διαμόρφωση των κριτηρίων αξιολόγησης έχει πρότυπό του τον καρυωτακικό ρεαλισμό και τα συναφή παραδείγματα των ποιητών που εμφανίστηκαν από το 1920 και εφεξής. Η έκθεση των κριτικών θέσεων των 27 κριτικών που περιλαμβάνονται στην εργασία είναι διεξοδική και τεκμηριωμένη. (…) Τα παραθέματα αναλύονται, σχολιάζονται, κρίνονται. Στην ουσία όμως με αυτά [ο Αράγης] στοχεύει, εκτός των άλλων, σε κριτική της κριτικής. Ο Αράγης δεν εκθέτει μόνο τις κριτικές θέσεις των συγγραφέων, αλλά συγχρόνως διαλέγεται a posteriori μαζί τους προβάλλοντας εκείνες τις θέσεις τους με τις οποίες ο ίδιος συμφωνεί.

(…) Η κριτική θέση του Αράγη για τη νεοελληνική ποίηση είναι πρωθύστερη. Έχει διαμορφώσει ένα δικό του για την ποίηση κριτήριο σε σχέση με τη γλώσσα και επιχειρεί με τα δύο τελευταία του βιβλία να το αποτυπώσει στην ποίηση προγενέστερων περιόδων. (…)

Γιώργος Δ. Παγανός



Σημ.: Απόσπασμα από το ομότιτλο άρθρο που δημοσιεύθηκε στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Το κοράλλι» (τεύχος 8, Ιανουάριος-Μάρτιος 2016). Ο Γιώργος Αράγης έχει διατυπώσει πολύ ορθές σκέψεις, σε μια εποχή που τα όρια της λογοτεχνικότητας τελούν υπό αμφισβήτηση. Επιπλέον, η συμβολή του στη σύγχρονη κριτική είναι αδιαμφισβήτητη. Αναδημοσιεύσαμε τμήμα του κειμένου σαν food for thought και επειδή αναγνωρίζουμε ότι οι καλά τεκμηριωμένες απόψεις έχουν ειδικό βάρος, ακόμη κι αν αντιβαίνουν τις δικές μας.