Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2016

"Οι χυδαίες ορχιδέες" της Έλενας Μαρούτσου



Ξεκίνησα να διαβάζω το πρώτο διήγημα της συλλογής της Έλενας Μαρούτσου, τις «χυδαίες ορχιδέες» και όταν το τελείωσα μου άφησε μια αδιάφορη γεύση στο στόμα. Δεν επρόκειτο για κακή πρόζα, ούτε κατά διάνοια, μέχρι όμως να την χαρακτηρίσω και καλή, ο δρόμος ήταν μακρύς.

Μέγα λάθος. Παρόλη την «ούτε κρύο, ούτε ζέστη» πρώτη εντύπωση (εν μέρει, υποθέτω, εξαιτίας του πρώτου διηγήματος που είναι ίσως το πιο αδύναμο όσων ακολουθούν), το βιβλίο συνολικά είναι το ακριβώς αντίθετο: μια δουλειά τόσο άρτια δομικά και τεχνικά, που δεν συναντάει κανείς κάθε μέρα. 

Και θα αρχίσω λέγοντας ότι μόνο διηγήματα δεν είναι Οι χυδαίες ορχιδέες. Ή τουλάχιστον, μπορεί να είναι και διηγήματα, κείμενα, δηλαδή που θα μπορούσαν να διαβαστούν και ως αυτόνομες δημιουργίες, αλλά κυρίως είναι ένα αρθρωτό μυθιστόρημα στηριγμένο σε μια πολύπλοκη, όσο και αψεγάδιαστη δομή που δουλεύει με ακρίβεια ρολογιού. Στην πραγματικότητα, οι ιστορίες συνδέονται μεταξύ τους με περισσότερο ή λιγότερο οφθαλμοφανείς τρόπους, δίνοντας στον αναγνώστη ένα συνολικό αντικείμενο ανάγνωσης που λειτουργεί σε πολλά επίπεδα. Ό,τι ενδεχομένως χάνει η Έλενα Μαρούτσου σε πρωτοτυπία σε αυτή καθεαυτή την πλοκή της εκάστοτε ιστορίας, το κερδίζει χωρίς δεύτερη σκέψη στις λεπτές σχέσεις που γεννιούνται, εξελίσσονται και εδραιώνονται ανάμεσα στις σελίδες, τους ανθρώπους, τις ιστορίες, τους τόπους, και τους χρόνους.
Πέραν της άρτιας δομής, το αμέσως πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι η δυναμική ισορροπία ανάμεσα σε ετερόκλητα μεταξύ τους στοιχεία: το ερωτικό καταρχάς, που λειτουργεί ως leitmotiv από την αρχή μέχρι το τέλος, οι ήρωες που εμφανίζονται σε περισσότερες από την δική τους ιστορία για να διηγηθούν, να εξηγήσουν ή να λογοδοτήσουν για το παρελθόν τους, η Ρόδος, το Λονδίνο. Ιδιαίτερη μνεία για το ερωτικό μέρος του έργου και το συχνά ωμό λεξιλόγιο που όμως δεν εκφράζει ούτε μία χυδαία σκέψη, και για το πόσο (και πώς) εύθραυστοι και ταυτόχρονα ισχυροί είναι οι χαρακτήρες, πολυδιάστατοι, τυλιγμένοι σε σκιές, μυστικά και αλήθειες. 

Από την άλλη μεριά βέβαια, αυτό που κατά τη γνώμη μου αποτελεί τον συνδετικό ιστό του βιβλίου δεν είναι αυτοί καθαυτοί οι ήρωες ως μυθιστορηματικές οντότητες, όσο αυτά που τους συμβαίνουν και ο τρόπος που επιλέγουν να αλληλεπιδρούν, ο τόπος ή οι τόποι όπου όλα αυτά ξεδιπλώνονται: οι συνδετικοί κρίκοι λοιπόν φαίνεται ότι είναι το «άψυχο» μέρος της αφήγησης. Το ερωτικό στοιχείο που ανέφερα πριν αποτελεί μέρος ενός όλου. Δεν υπερισχύει, ούτε εξουσιάζει, ούτε τρέφεται από το παιχνίδι των εντυπώσεων παρόλο που εύκολα θα μπορούσε, αντίθετα συμβάλλει στην εδραίωση μιας ισορροπίας που είναι ένα συνολικό προϊόν διαφορετικών ανεξάρτητων παραγόντων.
Τα ερωτηματικά που προκύπτουν από ένα διήγημα θα απαντηθούν σε ένα από τα επόμενα, ή μπορεί να έχουν απαντηθεί σε κάποιο από τα προηγούμενα και αυτή είναι μια τακτική χωρίς εξαιρέσεις: η συγγραφέας στο τέλος δεν αφήνει απορίες να αιωρούνται, οι ήρωες έχουν ζήσει τις στιγμές που τους αναλογούν και οι πράξεις τους έχουν βρει την εξήγησή τους. Αυτό σημαίνει ότι ήδη από την αρχή, από τις «χυδαίες ορχιδέες», η πορεία του καθενός από τους ανθρώπους που κυκλοφορούν στις σελίδες του βιβλίου είναι σταθερά οριοθετημένη σε μια σκακιέρα όπου ο καθένας θα παίξει τον ρόλο που του αναλογεί συμπεριλαμβανομένης και της συγγραφέως, ενώ ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά σε ένα ετερόκλητο σύνολο διάσπαρτων ανθρώπων με την σπάνια ικανότητα να λειτουργούν εξίσου καλά ως αυτόνομες μυθιστορηματικές παρουσίες και ως τμήμα μεγαλύτερης εικόνας που τους συμπεριλαμβάνει. 

Η Έλενα Μαρούτσου, γράφει μια πρόζα λεία σαν καθρέφτη (εξ ου και η έλλειψη πρωτοτυπίας και θεματολογικού «ξαφνιάσματος») και χτίζει ένα μυθιστόρημα με ακρίβεια χιλιοστού και με δεξιοτεχνία ακροβάτη. Τα όρια είναι επισφαλή και κάποιες φορές οι παράλληλες ιστορίες μπορεί να περικλείουν ρίσκα, σ’ αυτή την περίπτωση όμως οι ύφαλοι έχουν αποφευχθεί και η απόλαυση παραμένει ανέπαφη. 

Κρις Λιβανίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου