Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2016

Περί κριτικής - με αφορμή το άρθρο του Α. Ζέρβα στην Αυγή της Κυριακής

Αντώνης Ζέρβας

Πολλά ερωτήματα έθεσε ο Αντώνης Ζέρβας στο άρθρο του «Εκπαίδευση και λογοτεχνία» που δημοσιεύθηκε στη χθεσινή «Αυγή της Κυριακής». Ερωτήματα για τη σχέση του εκπαιδευτικού με τη σύγχρονή του λογοτεχνία και τη λογοτεχνία εν γένει, ερωτήματα για την κριτική αντιμετώπιση, το «διά ταύτα» και την ανάγνωση της λογοτεχνίας. Ήταν ένα άρθρο που, προσωπικά, με έβαλε σε σκέψεις.

Ανάμεσα στα ερωτήματα που εγείρει, ο Α.Ζέρβας διατυπώνει και την άποψη ότι «οι ακραίες πεποιθήσεις ενός Αποστολάκη κρατούσαν ζωντανή τη φλόγα της ανάγνωσης και της κονταρομαχίας, χωρίς την οποία ό,τι και να λέμε, η λογοτεχνία δεν ζει». (Εάν δεν γνωρίζετε περί του κριτικού Γιάννη Αποστολάκη, διαβάστε σχετικό εμπεριστατωμένο άρθρο στο blog του Σπύρου Κουτρούλη εδώ). Είναι αλήθεια αυτό που υποστηρίζει ο Α. Ζέρβας, γιατί η λογοτεχνία είναι κάτι ζωντανό που όχι μόνο περικλείει τη ζωή αλλά και την υπερβαίνει. Ως τέτοια, χρειάζεται ένα περιβάλλον θερμότητας για να αναπτυχθεί και ο ασφαλέστερος τρόπος να εξασφαλιστεί ένα τέτοιο περιβάλλον είναι η τριβή που παράγεται από τη –φλογερή ενίοτε– συζήτηση. Μόνο που στις μέρες μας αποφεύγουμε να προκαλέσουμε τριβή.

Το διαπιστώνω κι εγώ, εδώ στο blog. Αν μια συλλογή μας φανεί κακή, δεν θα γράψουμε ποτέ γι’ αυτήν, επειδή –όπως λέμε μεταξύ μας– δεν βρίσκουμε τον λόγο να απασχολήσουμε τους αναγνώστες του ιστολογίου μας με κάτι μη αξιόλογο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο χάνουμε βέβαια την ευκαιρία να δώσουμε μια ιδέα του τι είναι κακή ποίηση κατά τη γνώμη μας. Είναι όμως πράγματι απαραίτητο κάτι τέτοιο; Όταν δίνεις το στίγμα της καλής ποίησης, γιατί χρειάζεται να δώσεις και το στίγμα της κακής;

Όσοι γράφουμε κριτικές στο ιστολόγιο δεν είμαστε κατ’ επάγγελμα κριτικοί, φιλόλογοι είμαστε (με την εξαίρεση του Λουκά Θεοχαρόπουλου που είναι ιστορικός), οι οποίοι αγαπάμε να διαβάζουμε λογοτεχνία. Αποφεύγοντας να στιγματίσουμε μια συλλογή ως κακή και γράφοντας για τις μέτριες συλλογές με «περιγραφική σύνεση και φιλολογική ανοχή», όπως υποστηρίζει ο αγαπητός Α. Ζέρβας, ίσως να φαίνεται ότι συντελούμε με τον τρόπο μας στη σύγχρονη λογοτεχνική σούπα που παράγουν οι εκδοτικοί οίκοι και που μέσα έχει κυριολεκτικά απ’όλα. Γιατί, πώς να βοηθήσεις τον αναγνώστη να ξεχωρίσει την καλή ποίηση, όταν ξεχειλώνεις τον ορισμό της σχεδόν με κάθε συλλογή για την οποία γράφεις;

Όμως είμαστε δέσμιοι των διαπροσωπικών σχέσεων σε μια εποχή που η πληροφορία είναι ο νέος θεός και η διασύνδεση, με όλους και με όλα, το απόλυτο ζητούμενο. Αυτή είναι μια βασική και κρίσιμη συνιστώσα της σύγχρονης κριτικής, η οποία δεν υφίστατο την εποχή του Αποστολάκη – τουλάχιστον όχι στην ένταση με την οποία υφίσταται σήμερα. Είναι εύκολο να τραβήξει κανείς μια γραμμή και να βγάλει άχρηστες εκατοντάδες από τις συλλογές που κυκλοφορούν σήμερα. Ε, και; Οι παραγωγοί τους θα βρουν παραμυθία σε άλλες κριτικές και σε άλλα ιστολόγια ή έντυπα, γιατί είναι βέβαιο ότι οι προσωπικές τους γνωριμίες θα τους πάνε μέχρι εκεί. Στο μεταξύ η δική σου ευθυκρισία θα έχει ακυρωθεί από αυτή την αδίστακτη πραγματικότητα και θα έχει συναντήσει τη λοιδορία: «τι προσπαθείς να αποδείξεις σε μια εποχή που το βιβλίο έχει υποκαταστήσει τις καρτ-βιζίτ;».

Γιατί όλον τον κόσμο, αγαπητέ Αντώνη, και όχι μόνο εμένα ή εσένα, τον «ενδιαφέρουν τα βιβλία που πασκίζουν να διασχηματίσουν την αλήθεια του παρόντος και όχι τα βιβλία που γνωρίζουν πώς καλλιγραφείται η αλήθεια για να είναι αρεστή». Τον ενδιαφέρει επίσης «η διαίσθηση που υποβάλλεται στις δοκιμασίες της επεξεργασίας και όχι οι άμεσες εντυπώσεις που μένουν εντυπώσεις, όσο γλαφυρές κι αν είναι. Αν η λογοτεχνία δεν χτυπήσει εκεί που πονάει, δεν είναι λογοτεχνία». Μείνε ήσυχος, αυτά τα συμμερίζονται όλοι οι αληθινοί αναγνώστες.

Ίσως λοιπόν αυτό που έχουμε μπροστά μας να είναι κάτι πολύ βαθύτερο από την ανεπάρκεια της κριτικής, την οποία – με ετοιμότητα και αναστοχαστική διάθεση – αντιδιαστέλλουμε προς παλαιότερα παραδείγματα. Ίσως είναι απλά η νέα πραγματικότητα, από την οποία ειλικρινά δεν ξέρω αν υπάρχει οδός διαφυγής. Ίσως δεν χρειάζετα κιόλας να υπάρχει: τους καλούς τους καταλαβαίνουν όλοι. Οι αξιολησμόνητοι απλώς θα ξεχαστούν με το πέρασμα του χρόνου - ακόμη κι αν έχουν γραφτεί διθύραμβοι γι’ αυτούς. Μήπως λοιπόν πρέπει να χαλαρώσουμε λιγάκι;


Χριστίνα Λιναρδάκη

5 σχόλια:

  1. Επαναλαμβανόμενο κλισέ, κα Λιναρδάκη: "Τους καλούς τους καταλαβαίνουν όλοι!" (ας πούμε, και τη Λένα Μαντά ή τη Χρυσηίδα Δημουλίδου π.χ.). Ένας ακριβοδίκαιος αυτοματισμός της ποιότητας.. Δεν υπήρξε ποτέ! Μόνο στο μυαλό ορισμένων, ας πούμε ρομαντικών, γραφιάδων. Κι ίσως, σε όσους (μάταια) περιμένουν κάποιου είδους δικαίωση στον μέλλοντα αιώνα..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τη Λένα Μαντά και τη Χρυσηίδα Δημουλίδου τις καταλαβαίνουν κάτι απελπισμένες κυριούλες. Μήπως γίνεστε εσείς κλισέ, κ. Κωνσταντινίδη; Ακόμη και εκείνες οι απελπισμένες όμως θα υποκλιθούν μπροστά σε έναν Καραγάτση, σε έναν Βενέζη ή έναν Καζαντζάκη.

    Η λογοτεχνία εν τω γίγνεσθαι είναι βέβαια πιο δύσκολη υπόθεση, όμως αυτοί που σίγουρα θα επιζήσουν της εποχής μας θα είναι πέραν κάθε αμφιβολίας κάποιοι σαν τον Στίγκα. Τους υπόλοιπους ακόμη τους ψάχνουμε, δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν ή πως δεν θα αναγνωριστούν (εφόσον το αξίζουν).

    Χ. Λιναρδάκη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δηλ. πραγματικά πιστεύετε ότι το ίδιο κοινό θα στραφεί εξίσου στη ροζ-δακρύβρεχτη λογοτεχνία, που είναι ο κανόνας, και στον Καραγάτση ή, έστω, στον Καζαντζάκη (για μια διαφορετική ανάγνωση του οποίου, σας παραπέμπω στον Ρ. Αποστολίδη); Kαι είναι μάλιστα σε θέση να αντιληφθεί ξεχωριστές ποιότητες; Μετά από τόσον βομβαρδισμό στα αισθητικά του κριτήρια; Μετά από τόσο αναμάσημα;
    Kαι ειλικρινά πιστεύετε ότι η ποίηση (του) σήμερα διαβάζεται, κι από πόσους; Δεν είναι προς θάνατον να αναπαράγει κανείς κάποιο κλισέ. Κι ο "αυτοματισμός της ποιότητας" είναι από τα πιο κοινότοπα. Είναι αυτό που μας έλεγαν στο σχολείο: "όποιος δουλεύει, πάει μπροστά με την αξία του", ή εκείνο το "υπέροχον έμμεναι άλλων", που δικαίως απεχθάνεται ο συντοπίτης Ντ. Χριστιανόπουλος. Και οι κριτικοί μέλη της ίδιας κοινωνίας είναι. Φυσικό κάποτε να επαναλαμβάνουν πατροπαράδοτες διδαχές. Κι ας είναι μύθοι..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πριν από χρόνια, πολλά, σίγουρα πάνω από δέκα, σε μια συνέντευξη, ένας δημοσιογράφος είχε ρωτήσει την Ζυράννα Ζατέλη ποια ήταν η γνώμη της για όλους αυτούς τους νέους πεζογράφους που εξέδιδαν τα βιβλία τους σαν τα μανιτάρια. Τότε βλέπετε, η μόδα είχε μπήξει τα νύχια της στην πρόζα, μόνο ο Θεός ξέρει τι σκουπίδι είχα διαβάσει εκείνες τις εποχές. Η Ζατέλη είχε λοιπόν απαντήσει "από το να το ρίχνουν στα ναρκωτικά, καλύτερα να γράφουν." Χαμογελάω ακόμα όταν θυμάμαι αυτή την βιτριολική ατάκα, είναι τόσο στο στυλ της άλλωστε, και έχει ακόμα δίκιο.
    Είναι γεγονός ότι δεν μας ενδιαφέρουν τα σκουπιδοειδή πράγματα που εκδίδονται με ταχύτητες φωτός, κι αυτό γιατί χρειαζόμαστε τον χρόνο μας για να διαβάζουμε αυτά που πραγματικά αξίζουν και που όταν τελειώνουν μας αφήνουν τόσο διαφορετικούς. Η Χριστίνα έχει δίκιο, τα καλά κείμενα τελικά θα βγουν στην πιάτσα, κι αν όχι σήμερα, τότε αύριο. Και τότε εμείς θα ορμήσουμε να τα αρπάξουμε, και να ενθουσιαστούμε μαζί τους και να προσπαθήσουμε να ενθουσιάσουμε κι άλλους στην πορεία. Όσο διαδεδομένο και να είναι το junk food, κάποια στιγμή όλοι έχουμε την ανάγκη να φάμε κάτι που να το θυμόμαστε και την επόμενη μέρα, ας μην γελιόμαστε.
    Τα βιβλία της Λένας Μαντά και της Χρυσηίδας Δημουλίδου δεν τα έχω διαβάσει γιατί χρειάζομαι τον χρόνο μου για αυτόν τον χιλιοδιαβασμένο Καζαντζάκη, που άμα τον διαβάσεις μετά από τον Σαραμάγκου του "Κατα Ιησούν ευαγγέλιον" τότε συνειδητοποιείς μεμίας όλα όσα χρειάζεται να ξέρεις. Σκουπίδια γράφονται, και γράφονταν πάντα, και είναι χίλιες φορές καλύτερο από το να το ρίχνει κανείς στα ναρκωτικά. Δεν μας αφορούν πολύ όμως, και είναι μια χαρά έτσι.
    Με έχει προβληματίσει κατά καιρούς το θέμα της κακής κριτικής και συνεχίζω να αποφεύγω να την κάνω με διάφορα άλλοθι κατά καιρούς, όμως νομίζω ότι η Χριστίνα έχει δίκιο (και είναι η δεύτερη φορά που το ομολογώ σήμερα, που ακόμα και για μένα είναι πολύ), οι κακές συλλογές πρέπει να βγαίνουν έξω στο φως όχι για σαδιστικούς λόγους από εμάς που κάνουμε κριτική σε ό,τι δεν μπορούμε ή δεν θέλουμε να παράγουμε οι ίδιοι, αλλά για να μην τεντώνουμε τα όρια της καλής ποίησης. Δεν βοηθάει κανέναν, δεν καθησυχάζει καν εμάς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Tα μανιτάρια, αγαπητή κα Λιβανίου, μοιάζουν πολύ μεταξύ τους. Ακόμα κι έμπειροι συλλέκτες μπορεί κάποτε να την πατήσουν. Ένα μικρό λάθος στο διάλεγμα είναι αρκετό.. Κι είναι συνήθως και το τελευταίο!
    Κανείς, λοιπόν, δεν είναι υπεράνω κριτικής. Ούτε καν οι κριτικοί.. Με όλους τους πιθανούς κινδύνους της έκθεσης σε ένα αφιλόξενο, χαοτικό περιβάλλον. Αλλά μη γελιέστε. Έχουν χαθεί πολλές αξιόλογες φωνές σε αυτό το παιχνίδι. Πολλές δεν πρόλαβαν καν να ξεκινήσουν το ταξίδι τους. Μακάρι να εξαρτιόταν μόνο από την πένα του εκάστοτε δημιουργού. Αλλά ξέρετε πολύ καλά ότι και άλλοι παράγοντες στέκονται καθοριστικοί. Γι' αυτό κανείς περιμένει να διαβάσει κάτι διαφορετικό σε μια τεκμηριωμένη αξιολόγηση. Κάτι που να αποφεύγει κάποια εύκολα κλισέ.. Αλλά, όπως προείπα, μέρος της ίδιας κοινωνίας είμαστε. Η ασφαλής, πρωτότυπη παρατήρηση, με την απαραίτητη πάντοτε απόσταση, οπωσδήποτε απαιτητική. Και οι όποιες αδυναμίες ανθρώπινες, ασφαλώς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή